Οι πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη ηγέτη έδειξαν ότι το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ έχει ακόμη κάποιο σφυγμό, αλλά απέχει πολύ από το να αποκτήσει διακριτή πολιτική ταυτότητα. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, εντός και εκτός του, να καλύψει τα προβλήματά του με τη φυγή σ’ έναν αδιέξοδο μεγαλοϊδεατισμό.

 

Ένα κόμμα με δεσμούς

 

Η διαδικασία ανάδειξης ηγέτη έδειξε ότι το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ παραμένει κόμμα με κάποιους δεσμούς με την κοινωνία. Η φόρτιση από την απώλεια της Φώφης Γεννηματά και ο αριθμός υποψηφίων έπαιξαν τον ρόλο τους. Άγγιξαν κόσμο. Το ίδιο και οι διενέξεις μεταξύ των υποψηφίων, που μπήκαν προσωρινά κάτω από το χαλί. Κάποιοι πήγαν να ψηφίσουν για να βγει ο δικός τους, άλλοι και για να μην βγει κάποιος άλλος. Ακόμη κι έτσι, ο αριθμός όσων ψήφισαν και στους δύο γύρους είναι αξιοσημείωτος, ιδιαίτερα για ένα κόμμα με περιορισμένα εκλογικά ποσοστά την τελευταία δεκαετία.

Πώς εξηγείται η ανθεκτικότητα; Οι λόγοι πολλοί. Καταρχάς, το «ένδοξο» παρελθόν τρέφει το παρόν. Όλες αυτές τις μέρες φιλοτεχνήθηκε ένα αφήγημα περί της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης, που έκανε όλα τα καλά στη χώρα, χωρίς να γίνεται αναφορά στην κατάρρευση και τους λόγους της. Ακόμη η ύπαρξη δικτύων από ανθρώπους που διαδραμάτισαν στο παρελθόν ρόλο σε κεντρικό ή τοπικό επίπεδο. Δικτύων που δοκιμάστηκαν σε εθνικές, ευρωπαϊκές και τοπικές εκλογές. Αλλά και μικρότερων δικτύων τοπικής εμβέλειας. Η ανάδειξη ηγέτη ήταν μία ευκαιρία γι’ αυτούς που παρέμειναν στον χώρο ή λοξοκοίταξαν χωρίς πολύ θόρυβο δεξιά και αριστερά να έχουν, έστω και για λίγο, ρόλο να πρωταγωνιστήσουν στις τοπικές κοινωνίες.

Η παρουσία πολλών τοπικών δικτύων μαρτυρά την ανάγκη των ανθρώπων αυτών να εκφραστούν σε μία συνθήκη αφωνίας, όχι μόνο εξαιτίας της πανδημίας, αλλά και γενικότερα της αδυναμίας των πολιτικών κομμάτων να λειτουργήσουν συμμετοχικά. Υποδηλώνουν την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να εντάξει στις γραμμές του και να δώσει φωνή σε ανθρώπους, ιδιαίτερα λαϊκούς, που το στήριξαν σθεναρά την τελευταία δεκαετία. Υποδηλώνει και την αδυναμία της ΝΔ να εντάξει οργανικά πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, παρότι αρκετοί από αυτούς, ιδιαίτερα στελέχη, έτυχαν ιδιαίτερης μεταχείρισης και συμμετείχαν στη νομή της εξουσίας.

 

Ένα κόμμα χωρίς ταυτότητα

 

Τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα στην Ευρώπη έχασαν τις τελευταίες δεκαετίες βασικά ταυτοτικά στοιχεία. Μεγάλα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς απώλεσαν κοινωνικές αναφορές. Τα προβλήματα αυτά είναι εντονότερα στο ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Παρακολουθώντας τους έξι υποψήφιους προέδρους θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι δεν έχουν μεταξύ τους διαφορές και την ίδια στιγμή ότι δεν ανήκουν στο ίδιο κόμμα. Προφανώς, η απουσία θέσεων ήταν και θελημένη για τον φόβο των Ιουδαίων. Ταυτόχρονα, ήταν και αδυναμία. Βασικό κριτήριο αναγνώρισης των βασικών υποψηφίων ήταν το παρελθόν τους και η σχέση τους με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως και να διαβάσουμε το στρογγύλεμα των θέσεων, είναι φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ έχει πρόβλημα ταυτότητας. Παρότι ο Νίκος Ανδρουλάκης και το επιτελείο του «μεγάλωσαν» στο εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ στη βενιζελική του εκδοχή, στηρίχτηκαν περισσότερο στα δίκτυα και λιγότερο στις ιδέες. Ο λόγος του Ανδρουλάκη ήταν περισσότερο μία επιλεκτική παράθεση συνθημάτων των κατά καιρούς ΠΑΣΟΚ. Κεντρική και η συνεχής αναφορά στο ΠΑΣΟΚ/δημοκρατική παράταξη, συγκερασμός των ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη. Ταυτόχρονα, απέφυγε να πάρει θέση σ’ οτιδήποτε διχάζει τον χώρο, από τη Συμφωνία των Πρεσπών έως τις σχέσεις του ΚΙΝΑΛ με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Οχυρώθηκε στον αυτοπροσδιορισμό του σοσιαλδημοκράτη (ευρωπαίου μάλιστα), όρος που λέει κάτι, αλλά όχι πολλά, καθώς άλλαξε τα τελευταία χρόνια περιεχόμενο και διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στη νότια Ευρώπη σοσιαλδημοκράτης σημαίνει κεντρώος, ενίοτε και κεντροδεξιός –λόγω της παρουσίας σοσιαλιστικών κομμάτων. Στη βόρεια Ευρώπη σήμαινε ακόμη και αριστερός, ελλείψει σοσιαλιστικών κομμάτων. Όλα αυτά διανθισμένα με συχνή αναφορά στον όρο «πατρίδα», χωρίς να είναι σαφές πώς δένει με την «ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία» και την ευρωπαϊκή προοπτική.

 

Οι πειρασμοί του μεγαλοϊδεατισμού

 

Πέρα από θέμα ταυτότητας το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ έχει να λύσει τον πονοκέφαλο του ακροατηρίου. Αντίθετα με το παρελθόν, έχει περιορισμένη απήχηση στους νέους. Αυτό καταγράφηκε και στις εσωκομματικές αρχαιρεσίες. Στον πρώτο γύρο οι εκλέκτορες κάτω των 40 ετών ξεπέρασαν μόλις τους 40.000 –και αυτό μάλλον χάρη στον Π. Χρηστίδη. Περιορισμένη η απήχησή του και στα λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα των πόλεων. Αντίθετα, έχει ερείσματα σε ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών, κυρίως στην περιφέρεια, συνήθως εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πολυρίζωσε. Στις ίδιες ηλικιακές ομάδες έχει απήχηση και στις πόλεις, παρότι αρκετοί της ομάδας αυτής, οι ευπορότεροι, στράφηκαν στη ΝΔ.

Η θριαμβευτική εκλογή του Ανδρουλάκη διεύρυνε τα περιθώρια επιλογών του, αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα των κομματικών «ελεφάντων», φίλων, όπως οι Βενιζέλος και Σημίτης, και ανταγωνιστών, όπως οι Παπανδρέου και Λοβέρδος. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, προβλήματα και ταυτότητα να μπουν κάτω από το χαλί και να επιλεγεί μια μεγαλοϊδεατική τακτική φυγής που θέλει τον Ανδρουλάκη νέο Τσίπρα ή αντι-Τσίπρα. Μια τέτοια τακτική δεν θα λύσει ούτε το υπαρξιακό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ούτε το έλλειμμα ταυτότητας, ούτε βέβαια θα συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων της χώρας.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αλλάξει πολλά στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Τα μεγάλα κόμματα αποδυναμώθηκαν, νέα κόμματα εμφανίστηκαν, παντού έχουμε συμμαχικές κυβερνήσεις –σύντομα κι εδώ. Μπροστά στο έλλειμα ταυτότητας και πολιτικής πολλά κόμματα προσφεύγουν στην εύκολη ρητορική του εθνικισμού και την κατασκευή εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών. Αυτό κάνει και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με συνέπεια τη στροφή προς τα δεξιά του πολιτικού σκηνικού.

Στη συνθήκη αυτή η παρουσία του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ μπορεί να αποδειχθεί κομβική. Πολιτικά και ιδεολογικά. Μπορεί να αποδειχθεί σημαντική και σε δύο άλλα πεδία που τα κόμματα παραβλέπουν. Την αποχή όλο και περισσότερων συμπολιτών μας από τις εκλογές, παρότι πολλοί είναι ενεργοί πολίτες. Και την αγωνία των νέων για το μέλλον τους, καθώς και τον σαρκασμό με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα πολιτικά δρώμενα, μεταξύ άλλων και τα κατά καιρούς προς αυτούς δώρα του Κ. Μητσοτάκη.

Παντελής Κυπριανός Ο Παντελής Κυπριανός είναι πανεπιστημιακός. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet