Παρακολουθώντας τη συζήτηση περί της αντοχής της κυβέρνησης, παρ’ όλες τις προφανείς αποτυχίες, αυθόρμητα μου ήρθαν ορισμένες σκέψεις που έκανα πριν λίγες εβδομάδες, ενώ περπατούσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Εκεί, η κοσμική κοινωνία αναρωτιέται πότε θα φύγει επιτέλους ο Ερντογάν, και γιατί δεν πέφτει μετά από 20 χρόνια στην εξουσία και τόσες αποτυχίες στα μέτωπα της οικονομίας, της πανδημίας και της δημοκρατίας. Η απάντηση, βέβαια, είναι σύνθετη, αλλά εγώ θα σταθώ σε ένα της σκέλος: η μισή κοινωνία, ακούγοντας τον Ερντογάν, ακούει τη φωνή της. Αυτός έφερε στο προσκήνιο μια κοινωνία που ζούσε στην αφάνεια. Οι θρησκευόμενοι απέκτησαν φωνή, έγιναν ηγεμονική δύναμη. Αυτοί στηρίζουν τόσα χρόνια τον Ερντογάν. Και ό,τι και αν κάνει, δεν θέλουν να σιγήσει η φωνή τους.

Αυθόρμητα μου γεννήθηκε το ερώτημα μήπως, τηρουμένων όλων των αναλογιών του κόσμου, έχουμε και στην Ελλάδα μια λαϊκή δεξιά βάση που αυτή τη στιγμή ακούει τη φωνή της από την παρούσα κυβέρνηση. Οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης ήταν εκσυγχρονιστικές, δεν ενέδιδαν γενικά στον σκοταδισμό. Ο συσχετισμός μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών ήταν μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα 60-40. Ενώ όμως οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015 απέδειξαν ότι στο οικονομικό σκέλος διατηρείται αυτός ο συσχετισμός, ύστερα από τον συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ και τη μετατόπιση του άξονα από την οικονομική σύγκρουση στην πολιτισμική/ταυτοτική σύγκρουση (Συμφωνία Πρεσπών, μεταναστευτικό, δικαιώματα ΛΟΑΤΚΙ και μεταναστών) ο συσχετισμός φαίνεται να έχει ανατραπεί. Τα αποτελέσματα των εκλογών του 2019 το δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας. Θα πρέπει να εντάξουμε το όλον ΚΙΝΑΛ στην προοδευτική παράταξη, προκειμένου να έχουμε έναν συσχετισμό 50-50. Αλλά κάτι τέτοιο, όπως αποδείχθηκε και από την πολιτική και τις πρόσφατες εκλογές του ΚΙΝΑΛ, θα ήταν παρακινδυνευμένο.

Η δημοσκοπική υπεροχή της κυβέρνησης, λοιπόν, μπορεί να τροφοδοτείται σε κρίσιμο βαθμό από το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ μιλά εδώ και δυόμιση χρόνια με τρόπο που ευχαριστεί μια λαϊκή δεξιά βάση, η οποία ακούει τη φωνή της. Ανοιχτός ρατσισμός και μισανθρωπισμός, καταπάτηση δικαιωμάτων αν πρόκειται για «μη κανονικούς», θρησκευτικός σκοταδισμός, ανορθολογικά επιχειρήματα ανακατεμένα με ψέματα, κ.λπ. Δεν θέλω να υποβαθμίσω τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» λόγω πανδημίας ή την κυβερνητική μιντιακή υπεροπλία και την ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της κυβέρνησης ή την απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής από την πλευρά της αντιπολίτευσης, απλώς θεωρώ ότι η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν κυβέρνηση μακράς πνοής, και όχι μόνο για τις οικονομικές της υποσχέσεις που γρήγορα διαψεύστηκαν. Κάποιος ή κάποια, ωστόσο, θα μπορούσε να μου θυμίσει ότι η κυβέρνηση εντέλει έκανε κωλοτούμπα στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών και στράφηκε κατά των αντιεμβολιαστών και των μη εμβολιασμένων. Δεν είναι ψέμα ότι κι εγώ πιστεύω ότι κάποια φθορά από όλο αυτό θα προκύψει εν ευθέτω χρόνω. Ωστόσο, πιστεύω παράλληλα ότι όλος ο δεξιός κόσμος αναγνωρίζει ότι, παρ’ όλες τις αποτυχίες της (για όσες ενημερώνεται δηλαδή), αυτή η κυβέρνηση είναι πιο κοντά του με πολιτισμικούς όρους. Γιατί με οικονομικούς όρους δεν είναι (εκτός φυσικά από όσους ευνοούνται από την πολιτική της, οι οποίοι όμως δεν είναι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων της).

Αυτό φυσικά ουδόλως σημαίνει ότι η καθ’ ημάς Αριστερά μπορεί να ικανοποιήσει το συντηρητικό ακροατήριο της ΝΔ που την καθιστά προς το παρόν κυρίαρχη. Ούτε ότι η οικονομική ατζέντα δεν είναι σε θέση να κρίνει εκ νέου το εκλογικό αποτέλεσμα. Σημαίνει όμως ότι οι ανορθολογισμοί της ΝΔ που καταγγέλλονται στη Βουλή ή στο Twitter στη βάση ορθολογικών επιχειρημάτων δεν είναι σε θέση να κλονίσουν τη θέση της. Σημαίνει ότι η ΝΔ καταξιώνει μια αντιεπιστημονική κουλτούρα τύπου «η γνώμη μου και η γνώμη σου» που εμφιλοχωρεί σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Σημαίνει ότι μπορεί να επικοινωνήσει ευκολότερα με τους «ειδικούς του διαδικτύου» που έχουν «διαβάσει» και «ξέρουν». Σημαίνει ότι οι αρνητές της νεοτερικότητας υπό καμία συνθήκη δεν μπορούν να είναι ψηφοφόροι ενός κόμματος που υπερασπίζεται –και σωστά– τις νεοτερικές αξίες με συνέπεια. Σημαίνει ότι, όταν η Αριστερά λέει στους ψηφοφόρους της ΝΔ «μα, δεν ακούτε τι αλλοπρόσαλλα πράγματα λένε οι κυβερνώντες;», εκείνο που συμβαίνει είναι ότι ακούν, αλλά σε αντίθεση με εμάς διαβάζουν και κάτω από τις γραμμές. Η ΝΔ έκανε κωλοτούμπα στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και πάλι ήταν αντίθετη και ακόμα «παίζει κατενάτσιο». Στο ζήτημα της πανδημίας τα έκανε μαντάρα, αλλά και πάλι κράτησε ανοιχτές τις εκκλησίες. Στο ζήτημα των μεταναστών καταδικάζεται συνεχώς, αλλά αντιστέκεται στις έξωθεν υπαγορεύσεις και στην «εισβολή» των μεταναστών. Στο ελληνοτουρκικό ζήτημα επίσης παρακολουθούσε αμήχανα τα τουρκικά πλοία να προκαλούν την ελληνική πλευρά με τις κινήσεις τους, ωστόσο αγόρασε γαλλικές φρεγάτες.

Συμπερασματικά, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναψηφίστηκε το Σεπτέμβρη του 2015, καθώς το ακροατήριό του αναγνώριζε ότι τουλάχιστον προσπαθούσε στο ζήτημα της λιτότητας και ότι ήταν καλύτερος από τους άλλους που δεν προσπάθησαν και τόσο, έτσι και η ΝΔ στηρίζεται ακόμα από το συντηρητικό ακροατήριο που την έφερε στην εξουσία, καθώς στα πολιτισμικά/ταυτοτικά ζητήματα συνεχίζει να αποτελεί τη φωνή τους, που θεωρούν ότι οι αριστεροί, οι δικαιωματιστές, οι μορφωμένοι σνομπ, οι εκσυγχρονιστές, οι κοσμοπολίτες, προσπαθούν να φιμώσουν.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet