H ιδέα μιας κοινωνίας που βασίζεται στη δικαιοσύνη και την ελευθερία
ήταν η πολιτική ατζέντα του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του 1960 και της λεγόμενης γενιάς του ’68.

 

 

 

Ο μαρξιστής γεωγράφος Ντέιβιντ Χάρβεϊ είναι γνωστός για το έργο του τόσο στην παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα, όσο και γενικότερα στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα πενήντα περίπου βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, με τα ελληνικά να είναι μία από αυτές. Στη χώρα μας είναι επίσης γνωστός σε έναν κύκλο ριζοσπαστών επιστημόνων από τη συμμετοχή του στα παλιά, καλά σεμινάρια του Αιγαίου (1983-2003), και στα σεμινάρια ριζοσπαστικής γεωγραφίας που άρχισαν το 2011 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα (και τα δύο υπό τον συντονισμό του φίλου και συντρόφου του Κωστή Χατζημιχάλη), αλλά και ευρύτερα από συνεντεύξεις του σε διάφορες εφημερίδες για επίκαιρα θέματα. Από την πλευρά μας, φιλοξενήσαμε εδώ στις 29 Μαρτίου 2020 ένα κείμενο του Χάρβεϊ με τίτλο «Η πανδημία αποδιαρθρώνει τον παγκόσμιο καπιταλισμό», που περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος άρθρου που είχε στείλει ο συγγραφέας στον υπογράφοντα αυτήν την εισαγωγή. Το ίδιο άρθρο είχε σταλεί και στο περιοδικό Jacobin, το οποίο το δημοσίευσε με κάποιες αλλαγές στις 20 Μαρτίου του ίδιου έτους με τίτλο “Anticapitalist Politics in the Time of Covid-19” [Αντικαπιταλιστική πολιτική στον καιρό του Covid-19]. Λίγους μήνες μετά, στις 22 Οκτωβρίου, στο καλό περιοδικό δημοσιεύτηκε ένα ακόμα άρθρο του Χάρβεϊ με τίτλο “Socialists Must Be the Champions of Freedom” (jacobinmag.com/2020/10/david-harvey-the-anti-capitalist-chronicles-socialism-freedom), το οποίο μεταφράσαμε και παρουσιάζουμε σήμερα. Πρόκειται για ένα μικρό απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα The Anti-Capitalist Chronicles (Red Letter) [Τα αντικαπιταλιστικά χρονικά (Κόκκινο Γράμμα], Pluto Press, 2020. Όσοι και όσες διαβάσουν το σημερινό άρθρο θα διαπιστώσουν ότι ο συγγραφέας αναπτύσσει τη θέση του για την ελευθερία στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό με έναν τρόπο, εύληπτο και κατανοητό και σε όσους δεν έχουν τελειώσει το Χάρβαρντ ή το Κολούμπια. Προφανώς, η ανάγνωσή του δεν συνιστάται σε δεξιούς και κεντρώους εκσυγχρονιστές, αλλά ούτε και σε «αριστερούς πραγματιστές» του κυβερνητισμού που θεωρούν ότι η ενασχόληση με παρόμοια θέματα είναι χαμένος χρόνος. Θα μου πείτε αυτοί δεν διαβάζουν την «Εποχή». Σωστά.

 

Χ.Γο.

 

 

 

Αντί να αποδεχθούμε την άποψη ότι η Δεξιά έχει το μονοπώλιο της ιδέας της ατομικής ελευθερίας, πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε την ιδέα της ελευθερίας για λογαριασμό του σοσιαλισμού.

 

Όταν έδινα κάποιες διαλέξεις στο Περού, ένα από τα αντικείμενα συζήτησης ήταν η ελευθερία. Οι φοιτητές μού έθεσαν το ερώτημα: «Είναι ο σοσιαλισμός ασύμβατος με την ατομική ελευθερία;»

Η Δεξιά έχει οικειοποιηθεί την ιδέα της ελευθερίας και την χρησιμοποιεί στην ταξική πάλη ως όπλο εναντίον των σοσιαλιστών. Η υποταγή του ατόμου στον κρατικό έλεγχο που επιβάλει ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός, λένε, είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Η απάντησή μου στο ερώτημα των φοιτητών ήταν ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι η ατομική ελευθερία είναι αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού σοσιαλιστικού σχεδίου. Όμως, η επίτευξή της απαιτεί τη συλλογική οικοδόμηση μιας κοινωνίας, όπου όλοι θα έχουν στη ζωή τους τις αναγκαίες ευκαιρίες και δυνατότητες αξιοποίησης των ικανοτήτων τους.

 

Ο Μαρξ και η ελευθερία

 

Ο Μαρξ έχει να μας πει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Ένα από αυτά είναι ότι «το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει όταν ξεπερνιέται το βασίλειο της ανάγκης». Η ελευθερία δεν σημαίνει τίποτα αν δεν έχεις όσο φαγητό χρειάζεσαι, αν σου αρνούνται την πρόσβαση στην αναγκαία υγειονομική περίθαλψη, στη στέγη, στη μεταφορά, στην εκπαίδευση, κ.λπ. Ο ρόλος του σοσιαλισμού είναι να καλύψει αυτές τις βασικές ανάγκες, έτσι ώστε στη συνέχεια οι άνθρωποι να είναι ελεύθεροι να κάνουν αυτό που θέλουν.

Το τελικό σημείο της σοσιαλιστικής μετάβασης είναι ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να αναπτύξουν τις ικανότητές τους, έχοντας  πλήρως απελευθερωθεί από ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ανάγκες, και άλλους πολιτικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Αντί, λοιπόν, να αποδεχθούμε την άποψη ότι η Δεξιά έχει το μονοπώλιο της ιδέας της ατομικής ελευθερίας, πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε την ιδέα της ελευθερίας για λογαριασμό του σοσιαλισμού.

Όμως, ο Μαρξ επισημαίνει επίσης ότι η ελευθερία είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι εργάτες στην καπιταλιστική κοινωνία, λέει, είναι ελεύθεροι με μια διπλή έννοια. Μπορούν να προσφέρουν ελεύθερα την εργατική τους δύναμη στην αγορά εργασίας σε όποιον τη θέλει. Μπορούν να την προσφέρουν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που μπορούν να διαπραγματευθούν ελεύθερα.

Αλλά, την ίδια στιγμή, είναι ανελεύθεροι, γιατί έχουν «απελευθερωθεί» από κάθε έλεγχο ή πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν την εργατική τους δύναμη στον καπιταλιστή για να μπορέσουν να ζήσουν.

Αυτή είναι η δίκοπη ελευθερία τους, η οποία κατά τον Μαρξ αποτελεί τη βασική αντίφαση της ελευθερίας στον καπιταλισμό. Στο Κεφάλαιο, αναφερόμενος στην εργάσιμη ημέρα, θέτει το ζήτημα ως εξής: ο καπιταλιστής είναι ελεύθερος να πει στον εργάτη “Θέλω να σε προσλάβω με τον κατώτερο δυνατό μισθό για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ωρών, προκειμένου να κάνεις αυτήν ακριβώς την εργασία που θα σου πω. Αυτό θα απαιτήσω από σένα όταν θα σε προσλάβω”. Και ο καπιταλιστής είναι ελεύθερος να το κάνει αυτό σε μια κοινωνία της αγοράς, γιατί, όπως ξέρουμε, στην κοινωνία της αγοράς τα πάντα καθορίζονται από τον ανταγωνισμό.

Από την πλευρά του, ο εργάτης είναι επίσης ελεύθερος να πει «Δεν έχεις το δικαίωμα να με αναγκάσεις να δουλεύω 14 ώρες την ημέρα. Δεν έχεις το δικαίωμα να κάνεις ό,τι θέλεις με την εργατική μου δύναμη, ειδικά αν αυτό μικραίνει τη ζωή μου και βάζει σε κίνδυνο την υγεία και την ευζωία μου. Είμαι πρόθυμος να δουλέψω μόνο αν οι όροι εργασίας είναι καλοί και το ημερομίσθιο δίκαιο».

Με δεδομένη τη φύση της κοινωνίας της αγοράς, τόσο ο καπιταλιστής όσο και ο εργάτης έχουν δίκιο ως προς αυτό που ζητούν. Έχουν και οι δύο δίκιο, λέει ο Μαρξ, με βάση το νόμο της ανταλλαγής που ισχύει στην αγορά. Μεταξύ δύο ίσων δικαιωμάτων, συνεχίζει, αυτό που επικρατεί είναι το ισχυρότερο. Το ποιο δικαίωμα θα υπερισχύσει κρίνεται από την ταξική πάλη. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μιας δύναμης που σε κάποια στιγμή μπορεί να γίνει καταναγκαστική και βίαιη.

 

Ένα δίκοπο μαχαίρι

 

Η ιδέα ότι η ελευθερία είναι δίκοπο μαχαίρι είναι πολύ σημαντική, και γι’ αυτό καλό είναι να την εξετάσουμε διεξιοδικότερα. Μια από τις καλύτερες επεξεργασίες αυτού του θέματος έχει γίνει από τον Καρλ Πολάνυι στο βιβλίο του «Ο μεγάλος μετασχηματισμός», όπου υποστηρίζει ότι υπάρχουν τόσο καλές όσο και κακές μορφές ελευθερίας.

Στις κακές μορφές ελευθερίας περιλαμβάνει την ελευθερία να εκμεταλλεύεται κάποιος χωρίς όρια τους συνανθρώπους του∙ την ελευθερία να πραγματοποιούνται υπερβολικά κέρδη χωρίς να παρέχονται  ανάλογες υπηρεσίες στην κοινότητα∙ την ελευθερία να μην χρησιμοποιούνται οι τεχνολογικές ανακαλύψεις για δημόσιο όφελος∙ την ελευθερία να υπάρχει κερδοσκοπία μετά από δημόσιες ή φυσικές καταστροφές, κάποιες από τις οποίες σχεδιάστηκαν κρυφά με στόχο το ιδιωτικό όφελος.

Όμως, συνεχίζει ο Πολάνυι, η οικονομία της αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας άνθισαν αυτές οι ελευθερίες, παρήγαγε και ελευθερίες που είναι πολύ σημαντικές: την ελευθερία της συνείδησης, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία της επιλογής εργασίας.

Όσοι θεωρούν πολύτιμες τις συγκεκριμένες ελευθερίες πρέπει να ξέρουν ότι σε μεγάλο βαθμό είναι υποπροϊόντα αυτής της ίδιας της οικονομίας που φέρει την ευθύνη και για τις κακές ελευθερίες. Η απάντηση του Πολάνυι σ’ αυτόν τον δυισμό φαίνεται παράδοξη σήμερα, με δεδομένη την ηγεμονία της νεοφιλελεύθερης σκέψης και του τρόπου με τον οποίο μας παρουσιάζει την ελευθερία η υπάρχουσα πολιτική εξουσία.

Για το συγκεκριμένο ζήτημα ο Πολάνυι αναφέρει τα εξής: «Το προσπέρασμα της οικονομίας της αγοράς»-δηλαδή, η υπέρβαση της οικονομίας της αγοράς-«μπορεί να γίνει η αρχή μιας εποχής στην οποία θα υπάρχει μια άνευ προηγουμένου ελευθερία». Σήμερα είναι σοκαριστικό να πει κάποιος ότι η πραγματική ελευθερία αρχίζει από την στιγμή που θα αφήσουμε πίσω μας την οικονομία της αγοράς.

Και συνεχίζει: «[Όταν συμβεί αυτό] η δικανική και η πραγματική ελευθερία μπορούν να διευρυνθούν και να επεκταθούν περισσότερο από ποτέ. Η ρύθμιση και ο έλεγχος μπορούν να εξασφαλίσουν την ελευθερία όχι μόνο για τους λίγους, αλλά για όλους — την ελευθερία όχι ως παρεπόμενο κάποιου προνομίου, αλλά ως δεσμευτικό δικαίωμα που επεκτείνεται πολύ πέρα ​​από τα στενά όρια της πολιτικής σφαίρας, στην οργάνωση της ίδιας της κοινωνίας. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι παλιές ελευθερίες και τα δικαιώματα του πολίτη θα προστεθούν στη συσσώρευση των νέων ελευθεριών, που δημιουργούνται από τον ελεύθερο χρόνο και την ασφάλεια που προσφέρει σε όλους η βιομηχανική κοινωνία. Μια τέτοια κοινωνία μπορεί να είναι και δίκαιη και ελεύθερη».

                                               

Ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη

 

Η γνώμη μου είναι ότι η ιδέα μιας κοινωνίας που βασίζεται στη δικαιοσύνη και την ελευθερία ήταν η πολιτική ατζέντα του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του 1960 και της λεγόμενης γενιάς του ’68. Τότε υπήρξε ένα διάχυτο αίτημα τόσο για δικαιοσύνη, όσο και για ελευθερία: ελευθερία από τον καταναγκασμό του κράτους, ελευθερία από τον καταναγκασμό του εταιρικού κεφαλαίου, ελευθερία από τον καταναγκασμό της αγοράς, αλλά και ελευθερία που περιορίζεται από το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Η πολιτική απάντηση των καπιταλιστών σε όλα αυτά, που δόθηκε τη δεκαετία του 1970, ήταν ενδιαφέρουσα. Μελέτησαν προσεκτικά αυτά τα αιτήματα και ανταποκρίθηκαν με έναν τρόπο, που συνοψίζεται στο εξής: «Υποχωρούμε στα αιτήματά σας για τις ελευθερίες που θέλετε (αν και με κάποιες επιφυλάξεις), αλλά ξεχάστε τη δικαιοσύνη».

Η αποδοχή των ελευθεριών ήταν πολύ περιορισμένη. Αφορούσε κυρίως την ελευθερία επιλογής στην αγορά. Η ανταπόκριση στο αίτημα για ελευθερία ήταν η ελεύθερη αγορά και η ελευθερία από την κρατική ρύθμιση. Αλλά οι καπιταλιστές επέμειναν στην άρνησή τους να ανταποκριθούν θετικά στο αίτημα για δικαιοσύνη. Αυτήν θα την έφερνε ο ανταγωνισμός της αγοράς, η οποία υποτίθεται ότι είναι οργανωμένη με τρόπο που διασφαλίζει ότι όλοι είναι κερδισμένοι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στο όνομα των ενάρετων ελευθεριών ενεργοποιήθηκαν και πολλές από τις κακές ελευθερίες (π.χ. η εκμετάλλευση των άλλων).

Η διορατικότητα του Πολάνυι τόν βοήθησε να διακρίνει την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα. Αντιλήφθηκε ότι το πέρασμα στο μέλλον που οραματιζόταν εμποδίζεται από ένα ηθικό εμπόδιο, το οποίο αποκάλεσε «φιλελεύθερη ουτοπία». Κατά την γνώμη μου, σήμερα εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η φιλελεύθερη ουτοπία. Πρόκειται για μια ιδεολογία διάχυτη στα μέσα ενημέρωσης και στους λόγους των πολιτικών.

Η φιλελεύθερη ουτοπία, για παράδειγμα, του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος είναι ένα από τα πράγματα που εμποδίζουν την επίτευξη της πραγματικής ελευθερίας. «Ο σχεδιασμός και ο έλεγχος», έγραφε ο Πολάνυι, «δέχονται επίθεση επειδή θεωρούνται ως άρνηση της ελευθερίας. Η ελεύθερη επιχείρηση και η ιδιωτική ιδιοκτησία ανακηρύσσονται σε αναπόσπαστα στοιχεία της ελευθερίας». Αυτό υποστήριζαν οι σημαντικότεροι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού.

 

Πέραν της αγοράς

 

Θεωρώ ότι ένα από τα βασικά ζητήματα της εποχής μας είναι αν θα υπερβούμε τις περιοριστικές ελευθερίες της αγοράς και τη ρύθμιση της ζωής μας από τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, ή θα αποδεχτούμε αυτό που υποστήριζε η Μάργκαρετ Θάτσερ, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Απελευθερωνόμαστε από τον έλεγχο του κράτους, αλλά γινόμαστε σκλάβοι της αγοράς. Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στην αγορά, χωρίς αυτήν δεν υπάρχει ελευθερία. Αυτά διακηρύσσει η Δεξιά, και αυτό έχουν καταλήξει να πιστεύουν πολλοί άνθρωποι. Αυτό είναι και το παράδοξο της σημερινής κατάστασης: ότι στο όνομα της ελευθερίας έχει επικρατήσει η φιλελεύθερη ουτοπική ιδεολογία, που αποτελεί εμπόδιο για την επίτευξη της πραγματικής ελευθερίας. Δεν νομίζω ότι ζούμε σε έναν κόσμο ελευθερίας, όταν κάποιος που θέλει να μορφωθεί πρέπει να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων, και το χρέος των φοιτητών επεκτείνεται βαθιά στο μέλλον τους.

Στην Βρετανία, τη δεκαετία του 1960, ένα μεγάλο μέρος της παροχής στέγης ανήκε στο δημόσιο τομέα∙ είχαμε την κοινωνική στέγη. Όταν εγώ μεγάλωνα, η κοινωνική στέγη κάλυπτε μια βασική ανάγκη με ένα εύλογο, χαμηλό κόστος. Μετά ήρθε η Μάργκαρετ Θάτσερ και ιδιωτικοποίησε τα πάντα, χρησιμοποιώντας στην ουσία το εξής επιχείρημα: «Θα είσαι πολύ πιο ελεύθερος αν έχεις τη δική σου ιδιοκτησία, γιατί έτσι θα μπορέσεις να ενταχθείς στη δημοκρατία όσων έχουν ιδιοκτησία».

Και έτσι, από εκεί που το 60% των κατοικιών ήταν στο δημόσιο τομέα, βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια κατάσταση όπου αυτό ισχύει μόνο για το 20% - ή ίσως ακόμα λιγότερο – των κατοικιών. Η στέγη γίνεται εμπόρευμα, και ως εμπόρευμα γίνεται και αυτή αντικείμενο κερδοσκοπικής δραστηριότητας. Στο βαθμό που το ακίνητο γίνεται όχημα κερδοσκοπίας η τιμή του ανεβαίνει, με συνέπεια να αυξάνεται το κόστος της στέγης.

Χτίζουμε πόλεις, χτίζουμε σπίτια, παρέχοντας μια τεράστια ελευθερία στις ανώτερες τάξεις, αλλά την ίδια στιγμή δημιουργούμε συνθήκες ανελευθερίας στον υπόλοιπο πληθυσμό. Αυτό νομίζω ότι εννοούσε ο Μαρξ με τη διάσημη ρήση του ότι για να επιτευχθεί το βασίλειο της ελευθερίας, πρέπει να ξεπεραστεί το βασίλειο της ανάγκης.

 

Το βασίλειο της ελευθερίας

 

Είδαμε, λοιπόν, με ποιόν τρόπο οι ελευθερίες της αγοράς περιορίζουν τις ανθρώπινες ικανότητες. Γι’  αυτόν τον λόγο, υποστηρίζω ότι όσοι ενδιαφερόμαστε για τη σοσιαλιστική προοπτική πρέπει να κάνουμε αυτό που προτείνει ο Πολάνυι, δηλαδή να κολλεκτιβοποιήσουμε την πρόσβαση στην ελευθερία, την πρόσβαση στη στέγη. Να πάψει η στέγη να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά και να υπαχθεί στον δημόσιο τομέα∙ να την μετατρέψουμε από κάτι που απλώς υπάγεται στους νόμους της αγοράς σε κοινό κτήμα. Η στέγη είναι δημόσιο αγαθό∙ αυτό είναι το σύνθημά μας. Στο παρόν κοινωνικό σύστημα μια από τις βασικές σοσιαλιστικές διεκδικήσεις είναι κάποια αγαθά να γίνουν κτήμα της κοινωνίας.

Λέγεται συχνά ότι η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την απάρνηση της ατομικότητας. Λοιπόν, ναι, σε ένα βαθμό αυτό μπορεί να είναι αλήθεια∙ αλλά, όπως επέμενε ο Πολάνυι, όταν υπερβούμε την σκληρή πραγματικότητα των ατομοκεντρικών ελευθεριών της αγοράς θα κατακτήσουμε μια διαφορετική, μεγαλύτερη ελευθερία.

Ερμηνεύοντας τον Μαρξ, θεωρώ ότι αυτό που μας λέει είναι πως έχουμε το καθήκον να μεγιστοποιήσουμε το βασίλειο της ατομικής ελευθερίας, αλλά ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αφού πρώτα ασχοληθούμε με το βασίλειο της ανάγκης. Το έργο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι να ρυθμίζει όλα όσα γίνονται στην κοινωνία∙ δεν είναι καθόλου αυτό. Η υποχρέωση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι να διασφαλίζει ότι  καλύπτονται –και  παρέχονται ελεύθερα- όλες οι βασικές ανάγκες, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν στη συνέχεια να κάνουν, όταν θέλουν, ακριβώς αυτό που θέλουν.

Αν ρωτήσετε κάποιον σήμερα «Πόσο ελεύθερο χρόνο έχεις;» η τυπική απάντηση που θα πάρετε είναι «Δεν έχω σχεδόν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Μου τον τρώει το ένα, το άλλο, και το παρ’ άλλο». Εάν η πραγματική ελευθερία είναι ένας κόσμος στον οποίο έχουμε ελεύθερο χρόνο να κάνουμε ό,τι θέλουμε, τότε πρέπει να ξέρουμε ότι ο συγκεκριμένος στόχος είναι βασικό στοιχείο του σοσιαλισμού. Αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορούμε και πρέπει να εργαστούμε όλοι και όλες μαζί.

 

Μετάφραση:  Χάρης Γολέμης

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet