Ντίνα Βαΐου «Η αθέατη εργασία των γυναικών στη συγκρότηση της πόλης, Όψεις της Αθήνας μετά την μεταπολίτευση», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2021

 

Στις πόλεις συναντώνται άνθρωποι, αγαθά και πληροφορίες. Είναι τόποι κατοικίας και κίνησης, εργασίας και σχόλης, επενδύσεων, παραγωγής και κατανάλωσης. Είναι τόποι πολλαπλότητας. Εκεί συνυπάρχουν, συναντώνται, αλληλεπιδρούν και συχνά συγκρούονται διαφορετικοί κόσμοι. Χώροι ντόπιων και μεταναστριών, αστών κι εργατριών, αντρών και γυναικών. Από αυτούς τους χώρους άλλοι είναι πολυμελετημένοι και πολυσυζητημένοι, είναι αντικείμενα του δημόσιου λόγου και της πολιτικής αντιπαράθεσης – ενώ άλλοι μοιάζουν καταδικασμένοι στην αφάνεια: είναι οι πόλεις των «άλλων», αυτών που δεν ανήκουν στο κυρίαρχο αφήγημα. 

Με αυτές τις πόλεις έχει αποφασίσει να ασχοληθεί η Ντίνα Βαΐου εδώ και πολλά χρόνια, και αυτό κάνει και στο τελευταίο της βιβλίο Η αθέατη εργασία των γυναικών στη συγκρότηση της πόλης, Όψεις της Αθήνας μετά την μεταπολίτευση που κυκλοφόρησε μέσα στο φθινόπωρο του 2021 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Αθέατη εργασία γιατί άλλοτε δεν αμείβεται καθόλου, άλλοτε δεν αμείβεται αρκετά κι άλλοτε δεν θεωρείται καν εργασία. Αθέατη γιατί αθέατη είναι συχνά και η καθημερινότητα των γυναικών – τουλάχιστον αθέατη για τις μεγάλες αφηγήσεις, αυτές που θέλουν να βλέπουν την κοινωνία και την πόλη από δυσθεώρητα ύψη. Για την Βαΐου, αντίθετα, η πόλη είναι σε πρώτο επίπεδο οι καθημερινότητές της, καθημερινότητες που εμπλέκουν σώματα· σώματα με φύλο, επιθυμίες και όνειρα· σώματα με προέλευση και τάξη.

Το βιβλίο, που καλύπτει μισό αιώνα από την ιστορία της Αθήνας, μας πηγαίνει πίσω, στα πρώτα χρόνια μετά τη δικτατορία (με μια πολύ ενδιαφέρουσα σύντομη πραγματεία για τη Μεταπολίτευση). Γιατί η ιστορία της πόλης, γράφεται διαρκώς, όπως διαρκώς αλλάζει και η ταυτότητά της, κρατώντας πάντοτε μέσα της ψήγματα του παρελθόντος. «Οι καινούργιες ιστορίες που μένει να ειπωθούν για την πόλη, και για τούτη την πόλη, εγγράφονται στο παλίμψηστο των χωρικών σχέσεων και αποτυπωμάτων από παλαιότερες διαδικασίες», με τα λόγια της Βαΐου. Και μετά μας παίρνει από το χέρι. Μας περνάει μέσα από τις γειτονιές της πόλης: το Πέραμα, την Ηλιούπολη και την Κυψέλη – και περπατάει παρέα μας μέχρι το σήμερα.

 

Οι νέες δυναμικές

 

Η δεκαετία του 1970 μας βρίσκει στο Πέραμα: στους αγώνες για την επιβίωση, την εξασφάλιση της στέγης, στην αγωνία για τη διαμόρφωση μιας υποφερτής καθημερινότητας. Στην εργασία των ανδρών στην ναυπηγοεπισκευή και τη βαριά χειρωνακτική εργασία των γυναικών στο σπίτι και τον περίγυρό του. Και στην αυθαίρετη εκτός σχεδίου δόμηση που έφτιαξε τόσες και τόσες πόλεις της Ελλάδας.

Η δεκαετία του 1980 μας πηγαίνει στη σχεδιασμένη κηπούπολη της Ηλιούπολης, μιας περιφερειακής συνοικίας της Αθήνας που τη δεκαετία της «Αλλαγής» γίνεται αντικείμενο εντατικής ανοικοδόμησης και πύκνωσης. Σε μια περιοχή με περιορισμένες ακόμη τεχνικές και κοινωνικές υποδομές, όπου στους ώμους των γυναικών συσσωρεύεται ο όγκος της αναγκαίας οικιακής εργασίας και φροντίδας. Σε μια εποχή όπου οι άντρες αρνούνται να μοιραστούν τις οικιακές υποχρεώσεις και όπου οι επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις τους δικαιώνουν.

Από τη δεκαετία του 1990, η εγκατάσταση μεταναστριών και μεταναστών, αλλάζουν την ταυτότητα των ελληνικών πόλεων. Η Βαΐου εδώ μας οδηγεί σε μια κεντρική γειτονιά της πόλης, στην Κυψέλη. Μελετά την (επανα)κατοίκηση του κέντρου (το «επαν-» σε παρένθεση, γιατί, όπως δείχνει στο βιβλίο, το κέντρο δεν έμεινε ποτέ ακατοίκητο) και τους τρόπους που αλλάζει η οικιακή εργασία και φροντίδα, καθώς σ’ αυτήν εμπλέκεται σημαντικός αριθμός μεταναστριών. Η γεωγραφική εγγύτητα δημιουργεί αλληλεπιδράσεις. Επιτρέπει τις τυχαίες συναντήσεις και τη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων. Η πόλη συγκροτείται (και) από την αθέατη εργασία γυναικών διαφορετικών εθνοτήτων. Οι νέες δυναμικές που προκαλεί η εγκατάσταση μεταναστευτικών νοικοκυριών στις γειτονιές, θέτουν και ζητήματα ένταξης κι αποκλεισμού στην ίδια τη μελέτη της πόλης.

 

Αμεσότητα και αφηγηματική ροή

 

Προφανώς δεν υπάρχει μόνον ένας τρόπος να αφηγηθεί κανείς την πόλη. Όπως λέει και η Βαΐου: «Kάθε ανάγνωση της πόλης θα είναι ταυτόχρονα επιλεκτική, μέσα από μια πληθώρα δυνατών αναγνώσεων». Καμιά από αυτές δεν θα είναι πλήρης ούτε ουδέτερη – ό,τι κι αν ισχυρίζονται οι μελετητές. Κι εδώ θα έρθουμε σε μια από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου: τον τρόπο που αρθρώνεται ο λόγος, αποφεύγοντας την αυθεντία της μεγάλης αφήγησης, του ενός και μοναδικού, του τελικού κειμένου για την πόλη. Η αμεσότητα της γραφής βοηθάει ακόμη και αναγνώστριες/αναγνώστες με λιγότερη εξάσκηση στα ζητήματα της πόλης. Αυτή η αμεσότητα έχει πολλαπλά επίπεδα:

Η συγγραφέας όχι απλώς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το πρώτο πρόσωπο (το «εγώ») κάτι που συχνά αποφεύγεται στα επιστημονικά κείμενα, αλλά γύρω από το εγώ εισάγει ψήγματα της δικής της βιογραφίας στο κείμενο, όπως π.χ. μια σύντομη συγκινητική αφήγηση από τα δικά της παιδικά χρόνια στον Κολωνό. Αυτό της επιτρέπει μάλιστα να πάρει θέση, να τοποθετηθεί η ίδια στο κείμενό της, αποφεύγοντας την ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας που συναντούμε αλλού. Ανοιχτές εκφράσεις όπως «πιστεύω», «υποστηρίζω» κ.λπ. αφήνουν χώρο στην αμφιβολία –και τη δική της και της αναγνώστριας / του αναγνώστη– και προτρέπουν σε έναν νοητό διάλογο μαζί της και με το κείμενο. Η αποφυγή περιττής τεχνικής ορολογίας (όσο αυτό είναι δυνατόν) ακόμη και στο κεφάλαιο που αναπτύσσει τα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιεί παρακάτω, καθώς και η αφηγηματική ροή που δένει μεταξύ τους τα κομμάτια του βιβλίου, κάνουν την ανάγνωση να ρέει. Η γλωσσική επιμέλεια του Στρατή Μπουρνάζου έχει σίγουρα παίξει καταλυτικό ρόλο εδώ.

Την Ντίνα Βαΐου δεν χρειάζεται να την συστήσουμε στην Εποχή. Πέρα από τις έρευνες και τις δημοσιεύσεις της, έχει συγγράψει κι επιμεληθεί έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων μόνη της, αλλά και με τον Κωστή Χατζημιχάλη (για την εργασία και τις θεωρίες του χώρου), με την Μαρία Στρατηγάκη (για το φύλο και τη μετανάστευση) και πιο τελευταία με την Ειρήνη Μίχα (για τις εναλλακτικές αναγνώσεις της πόλης). Αρκετές γενιές αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων αναγνωρίζουν στο πρόσωπό της μια εμπνευσμένη δασκάλα και μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Αυτό που μένει τελειώνοντας το βιβλίο – πέρα από την ενασχόληση με την πόλη και το φύλο, τις θεωρητικές διατυπώσεις για τον χώρο, το βλέμμα μέσα από την εργασία και την καθημερινότητα – είναι κάτι άλλο. Είναι μια «ηθική» δημόσιου λόγου, επιστημονικής και ανθρώπινης ακεραιότητας. Ή για να το πούμε με τα λόγια που κλείνουν το βιβλίο: «Το διακύβευμα παραμένει πάντα, όπως υποστήριζε με τη ζωή και το έργο της η Doreen Massey, πώς "ζούμε" τις θεωρητικές μας προτάσεις, υπερβαίνοντας βεβαιότητες και βολικές συμβάσεις.»

Άρης Καλαντίδης O Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδόμος, καθηγητής αστικής διαχείρισης στο Μάντσεστερ. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet