Marc Chagall «Persecution», 1941

 

 

 

Ο Σαχτούρης εμφανίζεται στην ποίηση τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου με τρεις σημαντικές συλλογές: «Η Λησμονημένη» 1945, «Παραλογαίς» 1948, «Με το πρόσωπο στον τοίχο» 1952. Η τραυματική νεοελληνική Ιστορία τού αφήνει ανεπούλωτες πληγές κι ένα διαρκές αίσθημα φόβου για όλη του τη ζωή. («Μέσα στο φόβο, μέσα στο φόβο, πέρασε η ζωή μου», «Ο στρατιώτης ποιητής»). Την ίδια περίοδο διαμορφώνονται βασικοί πυρήνες και μοτίβα της ποίησης του που επανέρχονται συχνά στο ποιητικό του έργο: η μορφή της Λησμονημένης, το μοτίβο του ουρανού, χώρου ελπίδας κι αθωότητας σε επικοινωνία με τη γη, αλλά και οι γιορτές που πάντα είναι μεταμορφωμένες σε ένα σκηνικό λύπης, τρόμου ή φρίκης κι ο ίδιος εντελώς απόμακρος από αυτές.

Στη μεγάλη γιορτή της αγάπης και της προσφοράς, τα Χριστούγεννα, αφιερώνει δύο τίτλους ποιημάτων με χρονολογία: «Χριστούγεννα 1943» και «Χριστούγεννα 1948». Τα Χριστούγεννα υπάρχουν άμεσα ή υπαινικτικά σε πάρα πολλά ποιήματά του. Οι χρονολογίες καθόλου τυχαίες καθώς αντιστοιχούν στην Κατοχή και τον Εμφύλιο πόλεμο.

 

 

«Χριστούγεννα 1943»
(Η Λησμονημένη, 1945)

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες

Γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε

Κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του

Τρεις πεθαμένους κύκνους

Και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό

Οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο

Έναν μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης

ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες

ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της

 

 

Το ποίημα συνομιλεί με τη Λησμονημένη της ίδιας ποιητικής συλλογής. Εκεί η λησμονημένη παίρνει τα χαρακτηριστικά της Παναγίας, που μεταφέρεται από τη Γέννηση στη Σταύρωση, μητέρας του Χριστού αλλά και όλων των ανθρώπων που προδίδονται, πληγώνονται, σκοτώνονται.

Ωστόσο αυτά τα Χριστούγεννα της Κατοχής μάς απομακρύνουν απ’ τα σκληρά βιώματα. Το πρόσωπο των γιορτών είναι λείο, τα συναισθήματα ανάμεικτα, μια ήρεμη θλίψη συνδυάζεται με την αγάπη και τη στοργή, τα κλαδιά πράσινα και η ελπίδα δεν έχει πεθάνει, οι γυναίκες δεν κλαίνε, η πείνα δεν έχει λυγίσει την ψυχή των ανθρώπων και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό ίσως για να αναστήσουν τους τρεις πεθαμένους κύκνους του εθνικού κήπου.

Αυτές οι μέρες θα χαθούν και η συμβολική χαρμολύπη των Χριστουγέννων θα δώσει τη θέση της στα εφιαλτικά Χριστούγεννα της εμφύλιας αγριότητας, στα Χριστούγεννα του θανάτου.

 

 

«Χριστούγεννα 1948»
(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)

Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδερόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

 

 

Ο εορταστικός χρόνος της επαναλαμβανόμενης χαράς συναντά τον ιστορικό χρόνο για να μιλήσει, να «μαρτυρήσει» ο ποιητής για τη φρίκη της εποχής του. Με την τροπικότητα της μεταμόρφωσης των Χριστουγέννων αναδύεται ο άλλος θρησκευτικός χρόνος αυτός της Σταύρωσης, του αίματος και του θανάτου. Αυτή την ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη ο Δημήτρης Λαμπρέλλης την ονομάζει «ανακλαστική διαλεκτική των ματωμένων θραυσμάτων» (Δ. Λαμπρέλλης «Χριστούγεννα στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Η ανακλαστική διαλεκτική και τα ματωμένα της θραύσματα», εκδόσεις Ίκαρος, 2008).

Όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των Χριστουγέννων είναι παρόντα αλλά μεταμορφώνουν τη γιορτή σε εφιάλτη όπως ακριβώς και στο υπέροχο ποίημα «Η αποκριά» του Σαχτούρη.

Δόκανα και παγίδες, η ζωή εγκλωβισμένη στα σύρματα, τα καμένα σπίρτα με τα οποία το κοριτσάκι με τα σπίρτα συντηρεί το όνειρο μέχρι να πεθάνει, οι δισυπόστατες και γι’ αυτό πιο εφιαλτικές γυναίκες κρατούν το Σταυρό της ειρήνης και το τουφέκι, γίνονται οι ίδιες ποιμένες που βόσκουν καταραμένα πρόβατα, τα παιχνίδια της γιορτής για τα μικρά παιδιά, το τόπι και ο σιδηρόδρομος, φέρνουν τη λησμοσύνη και το θάνατο. Πάνω απ’ όλα στην ίδια τη φάτνη του Χριστού, το μεγαλύτερο σύμβολο ελπίδας, πέφτει μια οβίδα και ο κόσμος γεμίζει αίμα.

Το ποίημα στρέφει το βλέμμα των ανθρώπων στη Σταύρωση, στην άρση της λησμονιάς της οδύνης που φέρνει η χαρά των Χριστουγέννων, σε μια υπόμνηση του Σταυρού, που στην ποίηση του Σαχτούρη είναι σύμβολο του ανθρώπινου πόνου και όχι σωτηρίας, χωρίς την προσδοκία της θρησκευτικής λύτρωσης.

Αν θέλαμε να βρούμε ένα εικαστικό ανάλογο θα το εντοπίζαμε σε μία απ’ τις εκδοχές της Γέννησης του Μαρκ Σαγκάλ όπου δεξιά της φάτνης βρίσκεται η Παναγία με το Θείο βρέφος στην αγκαλιά της και αριστερά ο Εσταυρωμένος, άνδρας πια, στο Γολγοθά.

Η ελπίδα έχει χαθεί οριστικά. Τα «θωρακισμένα κάλαντα» και τα «σιδερένια έντομα που τρύπαγαν πτώματα» θα είναι οι μνήμες των Χριστουγέννων («Θα ερχόταν εποχή», Χρωμοτραύματα, 1980).

Χωρίς ελπίδες ο ποιητής κρατάει για την ποίηση και τους ποιητές μια ιδιαίτερη αποστολή, να «καρφώσουν», να καθηλώσουν τους ανθρώπους, να τους αναγκάσουν να στρέψουν το βλέμμα τους στον ουρανό. Στα «Δώρα» που είναι ένα ποίημα ποιητικής, όπως είθισται να τα λέμε, ο ποιητής φοράει ένα ζεστό αίμα, δέχεται δώρα, ένα κοχύλι από ένα κορίτσι κι ένα σφυρί από ένα αγόρι, για να γονατίσει να καρφώσει τα πόδια, τις ψυχές των ανθρώπων, να τους οδηγήσει στην ενατένιση του ουρανού. Η ποίηση που καρφώνει σταυρούς σε μνήματα και τραγουδάει τον πόνο, στο τέλος δυνητικά γίνεται η ίδια ανακούφιση απ’ τον πόνο της απελπισίας: «Όταν χτυπήσουν/ πάλι οι καμπάνες/ θα πεταχτούμε/ σαν τα πουλιά» («Οι καμπάνες», Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958).

Στη μετέπειτα μοναχική και περίκλειστη ζωή του Σαχτούρη, η ποίησή του γίνεται ένας προσωπικός οδηγός επιβίωσης στους ατομικούς και τους δημόσιους χώρους, όπως πολύ εύστοχα γράφει η Δώρα Μεντή («Τα λυπημένα Χριστούγεννα του Σαχτούρη ή γιατί οι γιορτές είθισται να μελαγχολούν τους ποιητές», Φιλολογική τχ.92) τα Χριστούγεννα επανέρχονται με τη συμβολική νεκρανάσταση στο ποίημα «Ο νεκρός τις γιορτές» (Εκτοπλάσματα, 1986): « Εδώ και πολλά χρόνια/ σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα/ (αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου/ δε θέλει δώρα/ δε θέλει χρήματα/ πάγο και χρόνια/ χιόνια και πάγο/ σκισμένα ρούχα/ αχνά παπούτσια/ ο χρυσός νεκρός/ θα βγει έξω/ δεν τον γνωρίζει κανένας/ τον αλήτη νεκρό/ θα κάτσει στο πικρό καφενείο/ να πιει τον καφέ του/ κι ύστερα πάλι/ σε λίγες μέρες/ ήσυχα θα πεθάνει…).

Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να ενταχθεί σε μια κοινότητα φασματικών προγόνων ομοτέχνων και συγχρόνων καλλιτεχνών, να συμπάσχει για τα λυπημένα Χριστούγεννα:

 

«Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών»
(Καταβύθιση, 1990)

Στὴν  Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ἄ! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Ἐγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.

 

Οι γιορτές των Χριστουγέννων, που τόση ανάγκη τις έχουν οι άνθρωποι, συνοδεύονται συνήθως από αυτή την αμφιθυμία, τη χαρμολύπη και τη μελαγχολία, που τώρα πια δεν οφείλεται στη φρίκη της Ιστορίας αλλά στη μοναξιά, τη διάψευση προσδοκιών και ελπίδων και στην αποξένωση που δημιουργεί το καταναλωτικό κλίμα των ημερών που εμπορευματοποιεί τη γιορτή. Οι ζεστές ανθρώπινες σχέσεις μόνο αντιμάχονται την ψυχική παγωνιά.

 

Σημείωση: Εκτός απ’ τα δοκίμια που αναφέρονται στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν αφιερώματα του περιοδικού «Λέξη», του «Διαβάζω», της «Φιλολογικής», οι «Δύσκολοι καιροί» μέσα απ’ ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, της Νόρας Αναγνωστάκη, απ’ τη συλλογή «Διαδρομή» και άλλα άρθρα από το διαδίκτυο.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet