Φέτος στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβηκε η «Βαβυλωνία». Η παράσταση ήταν αρκετά καλή, οι ηθοποιοί παίζανε με κέφι και διάθεση παρά το ότι ήμασταν περίπου 10 θεατές σε μια τεράστια αίθουσα. Αν ήταν πιο ορεξάτος ο πρωταγωνιστής, ο επτανήσιος αστυνομικός, θα είχαμε μια ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα παράσταση στο δύσκολο είδος του λαϊκού θεάτρου. Για μένα, βέβαια, η «Βαβυλωνία» είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα σημαντική μιας και με ταξιδεύει πολλά χρόνια πίσω, καλοκαίρι στην πλατεία του χωριού μου όπου είχα μαζί της την πρώτη μου κινηματογραφική εμπειρία.

 Το μεγάλο λευκό σεντόνι είχε ήδη κρεμαστεί και κάλυπτε τη μια πλευρά του λεωφορείου που έκανε κάθε πρωί τη γραμμή από το χωριό στο λιμάνι του Πρίνου. Εξ αιτίας του μεγάλου αυτού του λεωφορείου κι επειδή δε μπορούσε να πάρει εύκολα τη στροφή, έκοψαν κάποια φωτεινά πνεύματα το τεράστιο, αιωνόβιο πλατάνι που στην κουφάλα του παίζαμε κρυφτό κι η σκιά του κάλυπτε σχεδόν ολόκληρη την πλατεία. Ακόμα παραμένει στο μυαλό μου η εικόνα των δύο ανδρών, να κρατούν από τις δυο μεριές το μεγάλο πριόνι και με συντονισμένες κινήσεις να κόβουν τον τεράστιο κορμό που κουβαλούσε τόσες και τόσες μνήμες.

 Όταν ήταν έτοιμα. Οι στρατιώτες της ΜΟΜΑ είχαν ήδη στήσει την παμπάλαια μηχανή προβολής πάνω στο τζιπ και περίμεναν να σουρουπώσει. Το ανυπόμονο βουητό των πιτσιρικάδων που ήταν καθισμένοι οκλαδόν στα τσιμέντα της πλατείας, μπροστά από τις καρέκλες που είχε διαθέσει το καφενείο για να κάθονται οι μεγάλοι, κάλυπτε κάθε άλλο θόρυβο. Ήταν καλοκαιράκι και νύχτωνε αργά, το σχολείο είχε κλείσει και μαζί είχε εκλείψει ο φόβος να μας τσακώσει ο δάσκαλος για υπέρβαση του επιτρεπτού ωραρίου. Στη διάρκεια, όμως, της σχολικής χρονιάς δεν ήταν το ίδιο. Μετά τις επτά το απόγευμα απαγορευόταν η κυκλοφορία των μαθητών σε δημόσιους χώρους κι ο δάσκαλος έκανε συχνές περιπολίες για να σημειώσει στο τεφτέρι του τυχόν παραβάτες, τους οποίους περίμενε η τιμωρία της επόμενης μέρας. Πολλές φορές έπαιρνε μαζί του κι έναν από τους χωροφύλακες του χωριού και περιπολούσαν καμαρωτοί, επιδεικνύοντας την εξουσία τους. Αυτό που απολάμβαναν περισσότερο ήταν να μας πιάνουν στα πράσα, να παρακολουθούμε ποδοσφαιρικό αγώνα στο καφενείο του «Μαραγκού».

 Αυτοσχέδιο, πρωτότυπο θερινό σινεμά και μάλιστα χωρίς το φόβο της περιπολίας του δάσκαλου και του μπάτσου. Μόλις, λοιπόν, έσβησαν τα φώτα της πλατείας κι ακούστηκε ο θόρυβος της παμπάλαιας μηχανής προβολής, έπεσε απόλυτη σιωπή. Οι φασαριόζοι πιτσιρικάδες, μαγεμένοι από τις πρωτόγνωρες εικόνες, παρακολούθησαν με θρησκευτική ευλάβεια την υπέροχη «Βαβυλωνία» που περιέγραφε απολαυστικά το γλωσσικό, κοινωνικό και πολιτικό αλαλούμ της πολυπολιτισμικής Ελλάδας, που έκανε τα πρώτα βήματά της ως κράτος μετά τη επανάσταση του 1821. Χωρίς να καταλαβαίνουμε και πολλά πράγματα, κυριάρχησε το γέλιο κι η συγκίνηση κι ήταν για κάποιους από μας η αφετηρία της μεγάλης μας αγάπης για τον κινηματογράφο. Κάτι που μελλοντικά έγινε ευχάριστη συνήθεια, απαραίτητη επιλογή των βραδινών εξόδων, αφορμή για τα πρώτα ραντεβού και τα δειλά αγγίγματα στη σκοτεινή αίθουσα, ένα παράθυρο στον κόσμο, η ψυχαγωγία και η γνώση που κρατά μια ζωή και συνοδεύει τις μοναχικές μας στιγμές.

Ο δικηγόρος του διαβόλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet