Στις 16 Δεκέμβρη τα συνδικάτα Cgil και Uil κήρυξαν γενική απεργία οκτώ ωρών ενάντια στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης Ντράγκι με σλόγκαν «Μαζί για τη δικαιοσύνη», με διαδηλώσεις σε πέντε πόλεις από τον βορρά ως τον νότο, στην Ρώμη, στο Μιλάνο, στο Μπάρι, στο Παλέρμο και στο Κάλιαρι. Δεν συμμετείχε η δημόσια και ιδιωτική υγεία, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αγώνα κατά του κορονοϊού. Η συμμετοχή στην απεργία έφθασε το 85% σε κάποιους τομείς, πάνω από το 60% στις συγκοινωνίες, 80% στη μεταλλουργία, 60-80% στο εμπόριο και τις υπηρεσίες.

Το τρίτο μεγάλο συνδικάτο Cisl διαφώνησε, χαρακτηρίζοντας την επιλογή της γενικής απεργίας «λανθασμένη κίνηση» και κάλεσε σε συγκέντρωση για τις 18 Δεκέμβρη στη Ρώμη με σύνθημα «Η ευθύνη κατεβαίνει στον δρόμο».

Η πανδημία μείωσε τους μισθούς, έφερε σε δύσκολη θέση τους αυτοαπασχολούμενους και αύξησε το πρεκαριάτο. Η προσπάθεια απονομιμοποίησης της διαμαρτυρίας, παρά ταύτα, υπήρξε ισχυρή και σχεδόν ενιαία από την πλευρά των μέσων ενημέρωσης, με άλλοθι την πανδημία. Ακούστηκαν κραυγές περί «ανευθυνότητας», αλλά και «ασάφειας» των λόγων κήρυξης της γενικής απεργίας, μέχρι και «επικινδυνότητας».

Όμως, ο γραμματέας του συνδικάτου Cgil Μαουρίτσιο Λαντίνι μίλησε για την ανάγκη «καταπολέμησης μιας μισθολογικής και κοινωνικής πανδημίας χωρίς προηγούμενο», όπου «οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων έχουν σαφώς επιδεινωθεί και άρα τα μέτρα της κυβέρνησης πρέπει να αλλάξουν».

Το Δημοκρατικό Κόμμα, έπειτα από τις διακηρύξεις περί «ανασύστασης των κοινωνικών αγώνων», κατέληξε στη γνωστή διφορούμενη στάση: «Κατανοούμε την απεργία, αλλά δεν την συμμεριζόμαστε». Λίγοι βουλευτές, τελικά, την συμμερίστηκαν. Η άσκηση ενός δημοκρατικού δικαιώματος μοιάζει με απειλή κατά της κοινωνικής συνοχής.

Ένα άλλο σημαντικό θέμα διαφωνίας είναι η μείωση του «Εισοδήματος του Πολίτη», το οποίο χαρακτηρίζεται με διάφορους απαξιωτικούς τρόπους από τη δεξιά, που επιθυμεί την κατάργησή του, με την ακροδεξιά Mελόνι να το αποκαλεί «κρατική μεθαδόνη» και τον Ματέο Ρέντσι να το ονομάζει «εισόδημα εγκληματικότητας».

Η θεωρία του «τεμπέλη φτωχού», που δεν έχει διάθεση να σηκωθεί από τον καναπέ του για να αναζητήσει μια δουλειά και αρκείται στο πενιχρό κρατικό επίδομα, ανατρέπεται από την καταγραφή του 1,2 εκατομμυρίου νέων σχέσεων εργασίας που ενεργοποιήθηκαν από ωφελούμενους του επιδόματος, σε σύνολο 3,7 εκατομμυρίων ωφελουμένων, σύμφωνα με την υπηρεσία για τις ενεργές πολιτικές εργασίας. Το πρόβλημα δεν είναι η δυναμικότητα αυτών των ατόμων, αλλά αυτό που τους προσφέρει η αγορά, δηλαδή ότι τα δύο τρίτα των θέσεων εργασίας είναι πολύ μικρής διάρκειας, ακόμη και κάτω από ένα μήνα.

Η εύρεση μιας παρόμοιας εργασίας, επομένως, δεν σημαίνει αυτόματα και έξοδο από τη φτώχεια. Ανάμεσα στις αλλαγές που προβλέπονται από την κυβέρνηση υπάρχει και ο τιμωρητικός και παράλογος όρος που επιβάλλει την αποδοχή της δεύτερης προσφοράς εργασίας, ακόμη και αν βρίσκεται στην άλλη άκρη της χώρας.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων συνεχίστηκαν και τη Δευτέρα, 20 Δεκέμβρη, με θέμα τις φοροελαφρύνσεις, τις συντάξεις και την κοινωνική βιωσιμότητα του συστήματος εισφορών, καθώς και τις μετεγκαταστάσεις των επιχειρήσεων.

Όλα αυτά συμβαίνουν στη χώρα που ο Economist ονόμασε «Καλύτερη χώρα για το 2021», εξυμνώντας τον Μάριο Ντράγκι και εκφράζοντας την ευχή να παραμείνει στην πρωθυπουργία.

Από την άλλη, οι Financial Times, οι οποίοι θεωρούσαν μέχρι προσφάτως ότι «η προοπτική ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία ενέχει τον κίνδυνο της επιστροφής της πολιτικής αστάθειας», αλλάζουν άποψη και γράφουν ότι «ο Ντράγκι γνωρίζει τη θεωρία του 'second best', της δεύτερης καλύτερης λύσης». Δηλαδή, ότι εφόσον δεν είναι δυνατό ο Ντράγκι να μείνει πρωθυπουργός για τα πέντε χρόνια εφαρμογής του Σχεδίου Ανάκαμψης με τις ανάλογες δημόσιες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις, είναι καλύτερο να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας και για τα επόμενα επτά χρόνια της θητείας του να επιβλέπει αυτά τα θέματα ως επικεφαλής του κράτους.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, «ο Ντράγκι δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει τόσα «σημαντικά βήματα σαν αυτά που υπήρξαν τους πρώτους δέκα μήνες της θητείας του», γιατί αυτά «εξαρτήθηκαν από την ανακωχή» μεταξύ των κομμάτων ευρέος συνασπισμού που τον στηρίζουν. Μετά τον Γενάρη, αυτή η κατάπαυση πυρός θα μπορούσε να διαρκέσει το πολύ άλλους έξη μήνες πριν από τον προεκλογικό πυρετό. Αλλά, ακόμη και αν έπειθε τον Ματαρέλα να παραμείνει στην Προεδρία για δεύτερη θητεία, σύμφωνα με τους Ft, «αυτό θα ανέβαλε απλά το ζήτημα και θα μεγάλωνε τον κίνδυνο» να βρεθεί κάποιος άλλος στην Προεδρία και όχι ο Ντράγκι.

Μάλλον απίθανο ο «άλλος» να είναι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, παρότι ένα τμήμα της δεξιάς φαίνεται διατεθειμένο να τον προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στο μεταξύ, έχουν συγκεντρωθεί 180.000 υπογραφές κατά της υποψηφιότητάς του. Ελπίζουμε να μην το δούμε και αυτό στη ζωή μας.

Τόνια Τσίτσοβιτς Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet