Σάββατο, 1 Μαΐου 2010.

Σύντροφοι,

Προτού προχωρήσω στην έκθεση των δεδομένων, των συμβάντων και των αντίστοιχων δικών μου ενεργειών, που συνδέονται με την επίδοση του παρόντος υλικού, όπως υποθέτω ότι οφείλει να πράττει κανείς στο πλαίσιο μιας συνοδευτικής, ας την αποκαλέσουμε έτσι, επιστολής, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν σκοπεύω καθ’ οιονδήποτε τρόπο να σας κοινοποιήσω ουδεμία πληροφορία ή κάποιο στοιχείο προσωπικού τύπου, με άλλα λόγια, ότι δεν προτίθεμαι να προβώ σε κανενός είδους αποκάλυψη σχετικά με την ταυτότητά μου. Αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, ότι η συγκεκριμένη επιλογή ενδεχομένως να οδηγήσει σε εσφαλμένες εικασίες ή σε παραπλανητικά συμπεράσματα σχετικά με τις προθέσεις μου και την προαίρεση η οποία με ώθησε στην οργάνωση της μεταφοράς και της παράδοσης σε εσάς του συγκεκριμένου υλικού. Μολαταύτα αρνούμαι να καταθέσω διαπιστευτήρια ή άλλου τύπου έγγραφα διακρίβωσης της ταυτότητάς μου∙ πράττω, και πάντοτε το έκανα, με βάση τη συνείδησή μου και μέσα στα όρια των δυνατοτήτων μου – αυτό ας σας αρκέσει.

Δεν σας κρύβω, εξάλλου, ότι τούτη η επιμονή μου ως προς τη διατήρηση της ανωνυμίας μου απορρέει και από έναν ενδόμυχο, αλλά επ’ ουδενί, θεωρώ, αβάσιμο, φόβο: ότι αντί επαίνων και επίσημων ευχαριστιών, που ούτε αυτά, ας το ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως, αποζητώ, ίσως βρεθώ ενώπιον μομφών, ακόμη και ένοχος επιλήψιμων παραλείψεων ή μη εγκεκριμένων πρωτοβουλιών. Διότι το τελευταίο που επιθυμώ ή θεωρώ σωστό είναι να βρεθώ σε θέση κατηγορούμενου για υφαρπαγή δημόσιας περιουσίας, μολονότι τούτη κρίθηκε άνευ αξίας, αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός ότι είχε διαταχθεί πάραυτα η καταστροφή της. Διόλου απίθανο, αναλογίζομαι, θα ήταν και το αντίθετο: να βρεθώ απολογούμενος, εξυπακούεται ενώπιον άλλων, πιο ανεπίσημων τιμητών, για την πλημμελή, λόγου χάρη, συντήρηση του υλικού, τη μερική, μονάχα, παράδοσή του, την επί μακρόν απόκρυψή του ή την υποτιθέμενη απροθυμία ή αμέλεια διάσωσης κι άλλων αρχειακών τεκμηρίων, πολύτιμων είτε για λόγους προσωπικούς, και άρα συναισθηματικούς, είτε για ψυχρά ερευνητικούς σκοπούς. Ούτε, σκέφτομαι πάλι, θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εντοπισμού, σε τούτη την πλήρως, σας διαβεβαιώ, ανιδιοτελή χειρονομία μου, κινήτρων σκοτεινών, σχετικών με κάποια συγκυρία παροντική, που εμένα, όμως, μου διαφεύγει.

Έκανα, όμως, μόλις λόγο για ανιδιοτέλεια κι έτσι τώρα δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω, όπως σκόπευα, τη λέξη «δώρο» για την περιγραφή αυτής μου της ενέργειας. Διότι, θα αντέτεινε κανείς, ουδείς προσφέρει το οτιδήποτε μη έχοντας κατά νου κάποιου είδους ηθική αναγνώριση ή πρακτική ανταμοιβή∙ κάποια, τελοσπάντων, μικρή ή μεγαλύτερη ευεργεσία. Μην άγχεστε, όμως, επ’ αυτού, θερμά σας παρακαλώ: δεν σας ζητώ παρά την καταρχήν αποδοχή του υλικού και δεν απαιτώ από μέρους σας οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια αποθήκευσης, συντήρησης, ανάδειξης ή προβολής. Μολονότι, θα αντέτεινε επίσης κανείς, και ομολογώ πως θα είχε δίκιο, η ίδια η ονομασία σας μάλλον με οδήγησε στην επιλογή σας ως αποδέκτη, κι έτσι απευθύνθηκα σε εσάς και όχι, λόγου χάρη, σε υπηρεσίες ανακύκλωσης ή αποκομιδής σκουπιδιών, επομένως σας επιβάλλω, τρόπον τινά, να φερθείτε αναλόγως του ονόματός σας, καθιστώντας σας υπεύθυνους για την τύχη του υλικού, απαντώ με τη σειρά μου πως, εναποθέτοντάς το στην είσοδο των γραφείων σας, το παραδίδω ουσιαστικά σε μια άτυπη υπηρεσία διαλογής, κι έτσι, μολονότι το δίλημμα είναι εκ των πραγμάτων προκαθορισμένο, καλείστε, όπως και νά ’χει, να κρίνετε ελεύθερα για την τύχη του, δέσμιοι μονάχα των δικών σας κριτηρίων. Ως προς τον έλεγχο συνειδήσεως, αν πρέπει, οπωσδήποτε κάτι να βρω να πω, η μόνη ωφέλεια αυτής μου της αγαθοεργίας.

Μίλησα, προηγουμένως, για προσπάθεια από μέρους ορισμένων δύσπιστων και αυτάρεσκα υποψιασμένων να ανιχνεύσουν στην πράξη μου σκοπιμότητες υστερόβουλες, και δη πολιτικές, και σκέφτομαι τώρα ότι θα προσπαθήσουν, ενδεχομένως, αυτοί οι κάποιοι να προσδώσουν στη χρονική συγκυρία επίδοσης του υλικού επετειακό χαρακτήρα, δικαιολογώντας, ίσως, την ημερολογιακή απόκλιση λίγων ημερών επικαλούμενοι τις προετοιμασίες, πρακτικού και επικοινωνιακού τύπου, για την, δίχως τυμπανοκρουσίες, πλην όμως, εικάζω, με τιμές, δημόσια παρουσίαση του υλικού∙ ποσώς, σας διαβεβαιώ, κάτι τέτοιο με ενδιαφέρει. Διότι οι κάθε λογής αριθμολάγνοι, οι λάτρεις των κρυμμένων αιτιωδών μηχανισμών, επιμένουν ηθελημένα να αγνοούν τις αμετάκλητες συνέπειες που μπορούν να επιφέρουν το τυχαίο προφανές και η μοιραία εμφάνιση μιας σύμπτωσης. Διότι αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι συντόμως είχε οριστεί η συλλήβδην καταστροφή του υλικού, όσου, δηλαδή, δεν είχε στο μεταξύ ατάκτως εκποιηθεί. Ας διευκρινίσω αυτοστιγμεί ότι δεν προτίθεμαι, ακόμη κι αν κάτι είχε υποπέσει στην αντίληψή μου, να προβώ σε περισσότερες επ’ αυτού αποκαλύψεις. Θεματοφύλακας της μνήμης κανενός δεν έχω οριστεί ούτε, ασφαλώς, φορέας της αμαύρωσης της εικόνας άλλων, που μετατρέπουν σε εμπορεύσιμο φετίχ τον γραφειοκρατικό χαρτοσωρό, καθιστώντας ιδιωτικό κειμήλιο τη δημόσια μνήμη. Στο μέτρο που ένιωσα ότι μου αναλογεί, και στον βαθμό που μπορώ να κρίνω με όρους άτυπης κυριότητας, αποδίδω, όπως θα λέγαμε, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι ή, αν προτιμάτε, τα του Θεού τω Θεώ.

Ούτε, όμως, η πρόχειρη γραφή πάνω στα χαρτοκιβώτια είναι δική μου. Κρίνω σκόπιμο να το αναφέρω αυτό σε περίπτωση που αναζητηθούν, με τη συνδρομή γραφολόγου, στοιχεία ταυτοποίησής μου. Κάποιο δαχτυλικό αποτύπωμα, ομοίως, δύσκολα θα μπορούσε να εντοπιστεί, καθώς χρησιμοποίησα κατάλληλο εξοπλισμό προκειμένου να προστατεύσω, αλλά και να προστατευθώ. Διαπίστωσα, όπως ασφαλώς θα συμβεί και σε εσάς, ιδίοις όμμασι την κάκιστη κατάσταση του περιεχομένου. Το πέρασμα των δεκαετιών, με τη μορφή της εποχιακής φυσικής αδηφαγίας, έχει αφήσει έντονα τα σημάδια του στο υλικό, σφραγίζοντάς το με τα ίχνη μιας κατά τόπους ασύμμετρης απουσίας. Θα επιχειρήσετε, υποθέτω, να σταματήσετε την επέλαση της φύσης στην ιστορία∙ θα αποπειραθείτε, με ηθικά ευγενή κίνητρα, να αντιστρέψετε τη φορά του χρόνου, να προσεγγίσετε μια κατάσταση κατά το δυνατόν παλαιότερη, ίσως, ακόμη-ακόμη, και πρότερη της φθοράς από τη φυσιολογική χρήση. Έχει, νομίζω, αυτή η πιθανότητα, κάτι το τραγικό ή το ειρωνικό στη βάση της και δεν θα ήθελα, το ομολογώ, να βρίσκομαι στη θέση σας.

Προσωπικά, σας ενημερώνω ότι δεν έχω επιφέρει την παραμικρή αλλοίωση, και προφανώς δεν έχω προβεί στην παραμικρή προσθήκη. Γνωρίζω, προφανώς, κάθε χαρτοκιβώτιο τι περιέχει∙ τα άνοιξα διότι −πώς αλλιώς;− έπρεπε να ξέρω. Πλην όμως, σας διαβεβαιώ ότι ο έλεγχος, από μέρους μου, του υλικού, δεν υπερέβη το αβλαβές επίπεδο της οπτικής εξέτασης και ότι ουδέποτε ενέδωσα στον πειρασμό μιας δια της αφής αναζήτησης εγγύτητας, μολονότι, όπως ίσως φαντάζεστε, η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη. Προσπάθησα, εφόσον δεν έχω τρόπο να το γνωρίζω, και σε τίποτε δεν υπήρξα συνεργός ή συμμέτοχος, να αναλογιστώ τις συνθήκες απόσπασης του κυρίως υλικού από τους νόμιμους κατόχους, κι έπειτα, μ’ ένα άλμα χρονικό, σαν σε κινηματογραφικό φλασμπακ, είδα εμπρός μου τους κατόχους αυτούς να αποκτούν το υλικό: ένα δώρο, ίσως, από πρόσωπο αγαπημένο, μια τυπική διαδικασία αγοραπωλησίας στα μαγαζιά, μια φιλική κουβέντα την ώρα μιας πιο χειροποίητης κατασκευής. Τη φροντίδα, έπειτα, από χέρια οικογενειακά ή στο πλαίσιο μιας οικιακής υπηρεσίας. Διερωτήθηκα αν είχε προϋπάρξει χρήση του υλικού σε περιστάσεις λιγότερο δραματικές, σε τυπικές συναναστροφές με επίσημους φορείς, σε ομιλίες ή ακόμη και σε φιλικές, σε κλίμα ευωχίας, συναντήσεις. Κι όπως, αφηρημένος, παρατηρούσα το υλικό, συνειδητοποίησα ότι πράγματα που αμφότεροι οι κάτοχοι του υλικού οπωσδήποτε διέθεταν, ίσως ό,τι θεωρήθηκε υπερβολικά ευτελές ή προσωπικό, τεκμήριο σωματικής αποτύπωσης της φρίκης και του τρόμου, από αιδώ ή από αυθαιρεσία, λείπουν.

Όσο προχωρώ με αυτή μου την επιστολή, που στόχο άλλο δεν έχει παρά να λειτουργήσει διαφωτιστικά, συσκοτίζοντας πτυχές των γεγονότων που αφορούν το άτομό μου και ίσως λειτουργούσαν παρελκυστικά, αισθάνομαι −αλίμονο!− πως αρχίζω να χρησιμοποιώ μονάχα σαν αφορμή το υλικό, αποκαλύπτοντας ίχνη ενός εαυτού, συλλογισμούς και αισθήματα δικά μου. Γι’ αυτό, κάπου εδώ, εγώ σταματώ και η επιστολή αυτή κλείνει. Ας μου επιτραπεί μονάχα αυτό: μια τελευταία σκέψη. Ίσως, ανοίγοντάς το ή μαθαίνοντας για την ύπαρξή του ως είδηση, μερικοί από εσάς ή κάποιοι από τους άλλους να θεωρήσουν πως το υλικό στερείται ουσιαστικής αξίας, πως δεν κομίζει κάτι νέο στις υπάρχουσες ιστορικές, πολιτικές ή άλλου τύπου διεργασίες, πως εξυπηρετεί μονάχα την εντυπωσιοθηρία και τον άκριτο συναισθηματισμό ή πως ανήκει σε ένα πλαίσιο ενθύμησης σαφώς πιο ιδιωτικό. Θα ισχυριστούν πως έχουμε σχεδόν ξεχάσει τους κατόχους τους, πως σχεδόν κανείς από τις νεότερες γενιές, και καλώς, δεν τους θυμάται. Θα βγουν, το δίχως άλλο, μερικοί να πουν πως, εξάλλου, το κάθε χαρτοκιβώτιο βρέθηκε σχεδόν αδειανό − να περιέχει ένα ασήμαντο κάτι. Σύμφωνοι, εγώ απαντώ. Πλην, όμως, κάτι.

 

Μετά τιμής,

 

Ανώνυμος.

 

Σύμφωνα με τον Τύπο, στις αρχές Μαΐου 2010, άγνωστος/οι παρέδωσαν στην Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων δύο χαρτοκιβώτια σε κακή κατάσταση, τα οποία περιείχαν ενδύματα που φορούσαν οι Γρηγόρης Λαμπράκης και Γιώργης Τσαρουχάς στις 22 Μαΐου 1963. Στα χαρτοκιβώτια, πάνω στα οποία ήταν γραμμένα πρόχειρα τα επώνυμα των δύο ανδρών, βρέθηκε το λευκό πουκάμισο, το μπλε σακάκι και παντελόνι και το ένα παπούτσι του Λαμπράκη και το καφετί σακάκι, το γιλέκο, το λευκό πουκάμισο, η γραβάτα, η μαύρη ζώνη και τα παπούτσια του Τσαρουχά. Τα ρούχα, που διέθεταν ίχνη αίματος, συνόδευαν τα διαβιβαστικά έγγραφα της εισαγγελίας, καθώς αποτελούσαν τεκμήρια της δίκης για τη δολοφονία του Λαμπράκη. Τα δύο χαρτοκιβώτια, που ήταν αποθηκευμένα στα υπόγεια του δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης μαζί με άλλο αρχειακό υλικό, θα καταστρέφονταν έπειτα από απόφαση της επιτροπής του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

 

* Το πιο πρόσφατο βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα είναι το «Δέντρο της υπακοής» (εκδόσεις Πόλις, 2019).

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet