Κάποιοι χάρηκαν όταν έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Δεν εννοώ τους ακραίους εθνικόφρονες, αλλά τους μαθητές που γλίτωσαν δύο ημέρες σχολείου, τις δύο τελευταίες πριν τις διακοπές του Πάσχα. Και ίσως να μη χάρηκαν μόνο οι μαθητές, αλλά και κάποιοι αλλοπαρμένοι έφηβοι που είδαν τη σκλαβιά της πατρίδας σαν ευκαιρία για να γίνουν οι ίδιοι κάτι σαν τον Ρήγα Φεραίο ή τον Μπολιβάρ, τον ελευθερωτή της Νότιας Αμερικής. Mikros Antonakis Εl Libertador.

Σε ένα γυμνάσιο θηλέων στην Πάτρα οι μαθήτριες πήγαν κανονικά για μάθημα όμως πριν καλά-καλά αρχίσει η πρώτη ώρα, έφτασε η εντολή να κλείσει αμέσως το σχολείο. Τότε δεν υπήρχε κάποια Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας για να διαχειριστεί την κρίση και να στείλει μηνύματα στα κινητά των πολιτών: ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ. ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΡΧΩΝ. Εξάλλου οι περισσότεροι ούτε σταθερό τηλέφωνο δεν είχαν στο σπίτι τους. Το περίπτερο ή το μπακάλικο της γειτονιάς τούς εξυπηρετούσε.

Για τη 14χρονη Έλλη και την αγαπημένη συμμαθήτριά της, την Τιτίκα, η μέρα ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Οι μαθήτριες συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο, στοιχήθηκαν και ο γυμνασιάρχης τούς μίλησε από το μικρόφωνο:

«Αγαπητά μου παιδιά, δεν θα κάνουμε μάθημα σήμερα. Πάρτε τις τσάντες σας κι επιστρέψτε κατευθείαν στα σπίτια σας. Κατευθείαν!

Κανείς δεν ρώτησε γιατί. Αφού το λέει ο κύριος διευθυντής… Ποιος να φανταστεί ότι το σχολείο έπρεπε να αδειάσει για να μεταφερθούν προσωρινά εδώ οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι από την πόλη και τα γύρω χωριά προτού τους στείλουν στα νησιά της εξορίας.

Σιγά που θα πάμε σπίτι, είπαν με μια φωνή, μια καρδιά η Έλλη και η Τιτίκα. Η βόλτα, οι δρόμοι ήταν το δεύτερο σχολείο τους. Και τα ενδιαφέροντά τους ήταν τα αγόρια, το φαγητό και τα βιβλία, τα εξωσχολικά εννοείται. Και όχι πάντα με αυτή τη σειρά. Όρεξη ακόρεστη, όρεξη ναυαγού σε ερημονήσι, όπως συχνά συμβαίνει με τους εφήβους που βρίσκονται στην ανάπτυξη και όχι μόνο τη βιολογική. Η πείνα δεν εκδηλωνόταν στο οικογενειακό τραπέζι, αλλά στο διάλειμμα και στο σχόλασμα. Το μακρόστενο φρατζολάκι, το πιο φτηνό μετά το κουλούρι προϊόν του κυλικείου, δεν τρωγόταν ποτέ σκέτο. Γινόταν σάντουιτς, μια ευρεσιτεχνία των πεινασμένων κοριτσιών, που το παραγέμιζαν με μια σοκολάτα ή με πατατάκια τσιπς ή με ένα παγωτό κρέμα ξυλάκι. Έτσι το ψωμί κέρδιζε σε όγκο και διάρκεια. Η Τιτίκα και η Έλλη δεν ήξεραν τι σημαίνει street food, αλλά όταν έβγαιναν –λάθος, όταν ξεχύνονταν– στον δρόμο, τιμούσαν τα σιροπιαστά κρουασάν, τις τυρόπιτες, το σάμαλι, εφόσον το χαρτζιλίκι τους το επέτρεπε. Και οι εφηβικές αναγνώσεις πολυσυλλεκτικές και ατσούμπαλες σαν τα αυτοσχέδια σάντουιτς, με την Πολυάννα να διαδέχεται τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι, τον Ιβανόη να πολιορκεί τον Πύργο του Κάφκα, τον αστυνόμο Μπέκα πλάι στο Παιδί που Μετράει τ’ Άστρα, ό,τι υπήρχε στην οικογενειακή βιβλιοθήκη το άλεθε ο καλός ο μύλος. Όσο για τα αγόρια, αυτά ήταν μακρινά και δυσεύρετα αφού τα σχολεία δεν ήταν μεικτά και οι ευκαιρίες συνάντησης ήταν περιορισμένες.

Δεν ήταν μια μέρα σαν τις άλλες. Τα μαγαζιά είχαν κατεβάσει ρολά, ενώ στον κεντρικό δρόμο, στο νυφοπάζαρο, οι νύφες ήταν λιγοστές. Στις δύο πλευρές της Αγίου Νικολάου, στρατιώτες ήταν παρατεταγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, με την πλάτη στραμμένη στο πεζοδρόμιο και το βλέμμα καρφωμένο στον άδειο δρόμο σαν να περίμεναν να σκάσει η άσφαλτος και να ξεπροβάλουν πολεμιστές, Βούλγαροι ή Τούρκοι κατά προτίμηση. Σιδερένια κράνη και οι ξιφολόγχες να γυαλίζουν στον ήλιο, όπου υπήρχε ήλιος. Περίμεναν επίθεση από εχθρό; Μπα, ποιος να μας επιτεθεί στα καλά καθούμενα. Ίσως τους είχαν βγάλει στην Αγίου Νικολάου για βόλτα, μόνο που η δική τους βόλτα ήταν ένοπλη και πειθαρχημένη, όχι χύμα σαν την κοριτσίστικη.

Ίσως κάνουν πρόβα για την παρέλαση. Μα η 25η Μαρτίου πέρασε, μήπως περιμένουμε κάποιον επίσημο επισκέπτη; Ο Κωνσταντίνος και η Άννα Μαρία έρχονται με άμαξα βασιλική να προσκυνήσουν τον Άγιο Ανδρέα; Την κάρα και το δαχτυλάκι του; Το δαχτυλάκι που, όπως έλεγε ο τοπικός μύθος, σώθηκε γιατί το έκοψε με τα δόντια της μια καλόγρια που ήταν μαθημένη να δαγκώνει και να ξεκοκαλίζει ψητά ή και ωμά γουρουνόπουλα; Πολύ θα θέλαμε να είχαμε γνωρίσει αυτή την καλόγρια με την ατσάλινη μασέλα.

Γραμμή για το λιμάνι, τον σιδηροδρομικό σταθμό. Σαν να ζωντανεύει το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης. Δεμένα τα καράβια, κανένα φουγάρο δεν σφυρίζει, πουθενά επιβάτες με βαλίτσες, μπόγους και καλάθια. Ο πέτρινος φάρος, αυτός που αργότερα θα γκρέμιζε η χούντα, έρημος.

Η σχολική τσάντα βαριά, το στομάχι άδειο και αγόρια πουθενά. Άδεια τα καφενεία και στα Ψηλαλώνια. Τα κορίτσια παίρνουν τον κατήφορο για το σπίτι. Κάποιος καταράστηκε την πόλη, κάποιος μάτιασε τη βόλτα τους.

Η Τιτίκα μένει στο κέντρο, η Έλλη σε μια εργατική συνοικία, μια γειτονιά αυθαιρέτων, στα ανατολικά της πόλης. Συνήθως πηγαινοέρχεται με το λεωφορείο όμως σήμερα, ενώ περιμένει μισή ώρα στη στάση, το λεωφορείο δεν έρχεται. Για συμπαράσταση περιμένει μαζί της και η Τιτίκα. Για να περάσει η ώρα παίζουν κάποιο από τα ιδιωτικά παιχνίδια τους: Το Φαλακρό Τέρας της Ανδαλουσίας ή τον Κατάσκοπο των Πέντε Θαλασσών; Βαριούνται. Η Έλλη θα γυρίσει με τα πόδια, αφού κανονίζει να συναντηθεί με τη φίλη της το απόγευμα. Ξανά για βόλτα, ίσως για σινεμά και λουκουμάδες. Ίσως τα μαγαζιά να ανοίξουν και τα λεωφορεία αρχίσουν να κινούνται.

Αν οι δύο μαθήτριες περνούσαν μπροστά από το σχολείο τους, θα έβλεπαν στρατιωτικά τζιπ να ξεφορτώνουν αγουροξυπνημένες ψυχές, θα έβλεπαν χακί στολές, σπρωξίματα, κλωτσιές, ίσως θα άκουγαν βρισιές και ουρλιαχτά. Τίποτα από όλα αυτά. Τα δέντρα καταπράσινα, η άνοιξη παντού.

Οι γονείς της Τιτίκας ήξεραν τι είχε συμβεί. Πριν κοπούν οι γραμμές, τους είχε τηλεφωνήσει ένας συγγενής από την Αθήνα. «Βγήκαν τα τανκς. Πάρτε τα μέτρα σας».
«Πού ήσουν τόσες ώρες;» ρώτησαν την κόρη τους όταν εκείνη έφτασε στο σπίτι κατάκοπη και απογοητευμένη.

«Βόλτα».

«Βρήκες τη μέρα!»

«Γιατί, τι σας έκανε η μέρα;»

«Όλα αλλάζουν από σήμερα».

Είκοσι λεπτά αργότερα, αρκετά μέτρα πριν από το σπίτι της, η Έλλη είδε τη μάνα της ανεβασμένη στην ταράτσα να απλώνει ρούχα. Από μακριά την είδε κι αυτή, την χαιρέτησε κουνώντας το χέρι, παράτησε το άπλωμα, κατέβηκε βιαστικά τη μεταλλική στριφογυριστή σκάλα, τα δάχτυλα σφιγμένα γύρω από ένα μανταλάκι.

«Έγινε Κίνημα!» ανακοίνωσε θριαμβευτικά.

«Κίνημα, τι κίνημα;»

«Άκουσα τα τραγούδια στο ραδιόφωνο. Τα θυμάμαι απ’ το Βουνό».

Γιατί η μάνα είχε κάνει ένα πέρασμα από το Βουνό. Ήταν νοσοκόμα στον Ευαγγελισμό, στον τρίτο χρόνο της Κατοχής, όταν την ειδοποίησαν να πάει στην Κρήτη και να ανέβει στα Λευκά Όρη, εκεί όπου ο αδελφός της, ο αντάρτης, είχε τραυματιστεί, ευτυχώς ελαφρά. Πήγε για να περιθάλψει τον αδελφό και έμεινε μέχρι που φύγανε οι Γερμανοί.

Όμως τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο ήταν στρατιωτικά εμβατήρια, καμία σχέση με τα αντάρτικα. Και το Κίνημα δεν ήταν αυτό που θα έφερνε «λαοκρατία και όχι βασιλιά».

Κίνημα, δηλαδή κάτι σαν κομουνιστική επανάσταση; Η Ελλάδα θα γινόταν Ρωσία; Η Έλλη δεν ήξερε, όμως ο πατέρας, που γύρισε το μεσημέρι από τη δουλειά, ήξερε. Πελιδνός, εκνευρισμένος, σαν να είχε χάσει στην πρέφα. Ήταν ο μοναδικός υπάλληλος στο γραφείο του εργοστασίου ψεκαστήρων που εργάστηκε εκείνη τη μέρα. Τους εργάτες τούς είχαν διώξει από νωρίς όπως και τους μαθητές. Τράβα σπίτι και μη ρωτάς γιατί.

«Πραξικόπημα έγινε, Κατίνα», διόρθωσε αυστηρά τη μάνα όταν εκείνη μίλησε ξανά για Κίνημα. «Δικτατορία. Μαύρες μέρες έρχονται».

Στο σόι, αν εξαιρέσει κανείς τον αντάρτη αδελφό, θρυλικό δραπέτη των φυλακών του Ιτζεδίν, δεν υπήρχαν σεσημασμένοι αριστεροί, δεν ήξεραν από φυλακές κι εξορίες. Εξάλλου, τον θείο τον αντάρτη τον προστάτευαν τα δελφίνια. Παντού και πάντα. Αυτά τον πήραν στη ράχη τους και τον έβγαλαν με ασφάλεια στη στεριά όταν το έσκασε από το ιστορικό φρούριο-κάτεργο στα χρόνια του Εμφυλίου. Κι όταν κουραζόταν, όταν λαχάνιαζε το ένα δελφίνι, τον έπαιρνε το άλλο.

Τα δυο κορίτσια μίσησαν τα κλαρίνα και τα εμβατήρια, μίσησαν τη δικτατορία, αρχικά επειδή τους απαγόρευσε τις βόλτες. Δεν ήξεραν πολλά από πολιτική, όχι όμως να σου λένε πότε θα βγεις από το σπίτι, τι τραγούδια θ’ ακούσεις, τι βιβλία θα διαβάσεις. Όταν είσαι δεκατεσσάρων χρονών και δεν κρυώνεις, δεν πεινάς, δεν έχεις γνωρίσει αρρώστιες και θανάτους, εύκολα γίνεσαι το χαϊδεμένο παιδί της ζωής. Και η ζωή γίνεται μια γιγάντια τούρτα που περιμένει να την καταβροχθίσεις. Έτσι τα δύο κορίτσια δεν ζώστηκαν τα άρματα αλλά είδαν την 21η Απριλίου σαν ευκαιρία για έναν επικό και άλλο τόσο άδοξο περίπατο.

Εκείνη την ηλιόλουστη μέρα του Απρίλη, η Έλλη έμαθε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες. Η πρώτη είναι αυτή που υπάρχει χωρίς να μας ρωτάει, ενώ τη δεύτερη την κατασκευάζουμε και, μερικές φορές, κατοικούμε μέσα σ’ αυτήν. Τα αντάρτικα της μάνας, τα δελφίνια στον κόλπο της Σούδας, η βόλτα στην Αγίου Νικολάου υπήρξαν, μόνο που από λάθος γωνία τα έβλεπαν, τα άκουγαν.

Κι όταν ξαναγύρισαν στο σχολείο, μετά τις διακοπές του Πάσχα, μετά την απομάκρυνση των κρατουμένων, μετά την απολύμανση των αποχωρητηρίων, τα δυο κορίτσια αναζητούσαν στα ξύλινα θρανία και χαμηλά στους τοίχους κάποιο σημάδι ότι από εδώ πέρασαν παλιοί αντάρτες και ωραίοι νεαροί Λαμπράκηδες, αναζητούσαν σημαδιακές φράσεις και λέξεις χαραγμένες στον ασβέστη ή στο ξύλο: «Δημοκρατία» ή «με λένε Νίκο». Ή, ακόμα καλύτερα, «Θέλεις να γίνεις το κορίτσι μου;» και «Ραντεβού στα Ψηλαλώνια την πρώτη μέρα της Λευτεριάς».

 

* Το πιο πρόσφατο βιβλίο της Μαριάννας Τζιαντζή είναι η συλλογή διηγημάτων «Το αηδόνι του τρένου και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2021).

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet