Time, time, time
See what’s become of me
While I looked around for my possibilities

 

Δεν κράτησε περισσότερο από 2 λεπτά και 57 δευτερόλεπτα, όσο και το «Hazy shade of winter» από τις Bangles, το τραγούδι που, όπως ανήγγειλε η φωνή στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, βρισκόταν στη δεύτερη θέση των τσαρτ το 1987, το ίδιο που ακουγόταν, παράξενη σύμπτωση, στο ασανσέρ της εταιρείας, όπου είχα μπει εξαντλημένη από την ατελείωτη εβδομάδα για να κατέβω στο υπόγειο γκαράζ, όταν στον τρίτο όροφο άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο χέαντ οφ ντιπάρτμεντ, με στρίμωξε με τον χαλαρό ιστό της παραφουσκωμένης από το ουίσκι κοιλιάς του και την αποφορά του ιδρώτα ανακατεμένη με αποσμητικό, λες και δεν με είδε καν (ή με είδε και δεν αρνήθηκε τη στιγμιαία αναγκαστική επαφή της ανοικονόμητης σάρκας του με τη δική μου), πάτησε το κουμπί και ως διά μαγείας ο θάλαμος, εκεί που κατέβαινε, σταμάτησε απότομα με ένα τράνταγμα, κι έπειτα άρχισε να ξανανεβαίνει προς τον έκτο, ώς το γραφείο του, τη μικρή πανοπτική του κόγχη, απ’ όπου επόπτευε τα πάντα, χωρίς να επιτρέπει σε κανέναν να παρεκκλίνει από τους στόχους, πρωτίστως τους δικούς του, μην αφήνοντας κανείς να πάρει ανάσα, όπως ασφυκτικά με είχε καθηλώσει κι εμένα στο ενάμισι τετραγωνικό του ανελκυστήρα και σε μια θέση υφιστάμενης για όλες τις δουλειές (εμένα και όλους σαν κι εμένα) μέχρι να βγει αυτός στη σύνταξη, ευλογημένη μέρα που όλο ερχόταν και όλο την ανέβαλλε, είχε πολλά ακόμη να δώσει, ποιος θα μπορούσε να το αρνηθεί.

Το μεταχειρισμένο φιατάκι κατέβαινε πάντως τώρα με εκατό τη μεγάλη λεωφόρο. Οι τέσσερις φαρδιές λωρίδες της ήταν άδειες και το οδόστρωμα γλιστρούσε ελαφρά μετά τη βραδινή νεροποντή. Ο πρωινός ήλιος που μόλις είχε βγει, η καθαρή ατμόσφαιρα και ένα ντεπόν μετρίαζαν τη ζάλη μου, είχα τα παράθυρα ανοιχτά και οι μάζες ζεστού αέρα που έρχονταν από τη θάλασσα έκαναν τα μαλλιά μου να ανεμίζουν καθώς βύθιζα το πόδι στο γκάζι και έτρεχα πατητή στα γραφεία για κάτι επείγουσες δουλειές που δεν μπορούσαν να περιμένουν, φέρνοντας κάθε τόσο τα δάχτυλα στη μύτη να τα μυρίσω, μυρωδιά από καπνό, ποτά και κολόνια. Παράξενα που έρχονται τα πράγματα, εδώ οι χαρές, εδώ και οι φουρτούνες.

«Κυριακή σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου. Σοφίας και των θυγατέρων αυτής, Αγίας Αγαθοκλείας μάρτυρος, Οσίου Ολβιανού», διέκοψε το τραγούδι η φωνή. «Οι ειδήσεις σε τίτλους:

–άσε να ακούσουμε το τραγουδάκι–

»Τραγικός ο απολογισμός της σφαγής στο Μπεσλάν, πάνω από τριακόσια τα θύματα, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά,

–πότε έγινε πάλι αυτό–

»νέα υποχώρηση του δολαρίου έναντι του ευρώ,

–κοίτα να δεις–

»ισόπαλη 1-1 στο χθεσινό παιχνίδι η Εθνική Ελλάδος, το γκολ ο Άγγελος Χαριστέας.

Είχαμε βγει να γιορτάσουμε οι τέσσερίς μας, Σοφία και οι φιλενάδες αυτής, Αρετή, Μαρία και Γκρέτα, να πούμε τις τετριμμένες ιστορίες μας, έτσι που βρισκόμαστε μια φορά τον χρόνο, χωρίς να ξέρουμε αν το ξημέρωμα θα μας έβρισκε αγκαλιασμένες ή σφαγμένες, γιατί θα πίναμε μέχρι να γίνουμε λιώμα, όπως παλιά. Είχαμε χωθεί στη ζεστή φωλιά μας, στο προσωρινό καταφύγιο του μπαρ, σαν τρομαγμένα μεταναστευτικά πουλιά που έχασαν τον δρόμο τους, ένα διαλυμένο σμήνος. Όπως και άλλοι συνομήλικοί μας, περιπλανιόμασταν στα λεκανοπέδια του νότου σαν τον Μπόγκαρτ στην Καζαμπλάνκα· είδαμε ό,τι ήτανε να δούμε, κουραστήκαμε πρόωρα από την ιστορία και όλες αυτές τις εχθροπραξίες και βρήκαμε ένα ωραίο μικρό καταγώγιο στην άκρη της ερήμου, το τελευταίο φυλάκιο ενός κόσμου που αποτρελάθηκε, το τελευταίο φως στο τελευταίο μαγαζί στην πιο σκοτεινή νύχτα του χρόνου. Μετά, ξημέρωσε.

»Πέθανε χθες σε ηλικία 74 ετών ο γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά,

–νόμιζα ότι–

Κοίταξα το ρολόι και πάτησα ακόμη πιο βαθιά το γκάζι. Δυνάμωσα τη φωνή σηκώνοντας λίγο το παράθυρο, οι μεταπτώσεις του καιρού έχουνε γίνει ασυνήθιστα συχνές, μέσα σε ένα λεπτό το γλυκό φθινοπωρινό αεράκι είχε γυρίσει σε έναν παγωμένο βορινό άνεμο που ερχόταν κατευθείαν από τα βουνά μαζεύοντας λευκά και γκρίζα σύννεφα στον ουρανό πάνω από την πόλη. Η φωνή στο ραδιόφωνο συνέχιζε να διακόπτει το τραγούδι:

»Ολοκληρώνονται οι εργασίες στο υπερσύγχρονο γήπεδο Skoda Ξάνθη Αρένα, με χωρητικότητα 7.300 θέσεις καθημένων,

–τι λες ρε παιδί μου–

»πτώση του στρατιωτικού ελικοπτέρου Σινούκ στα ανοιχτά του Αγίου Όρους. Νεκροί όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ αυτών και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας»

–μια στιγμή, τι χρονιά έχουμε, αυτό το θυμάμαι, πολύ καλά μάλιστα, πάει πολύς καιρός, πώς γίνεται, μήπως κάποιο μηχάνημα κράσαρε και παίζει παλιές εκπομπές, ήταν ακριβώς τη μέρα που έπιασα την πρώτη μου δουλειά, έτρεχα πάλι σαν την τρελή με το αυτοκίνητο για να είμαι στην ώρα μου, στο νούμερο 427 της ίδιας λεωφόρου, στο ψηλό μεταλλικό κτίριο με τα δεκάδες γραφειάκια κλεισμένα μέσα στα κυβικά κουτιά τους, με έναν υπολογιστή και ντοσιέ εισερχομένων-εξερχομένων, η κακοπληρωμένη μαθητεία μου που τράβηξε πέντε χρόνια παρά κάτι μήνες, αλλά τι χαρά, τι προσδοκία, η λεωφόρος ανοιγόταν μπροστά μου σαν αεροδιάδρομος, ήμασταν όλοι τότε ρωμαλέα παιδιά, το κορμί μας μονίμως εν κινήσει, κάθε μυς τεντωμένος έτοιμος να σπάσει, τα 100 χιλιόμετρα την ώρα τα βρίσκαμε πολύ φρόνιμη ταχύτητα, ήμασταν αποφασισμένοι να μη χάσουμε τον καιρό μας, να βρούμε την ομορφιά, κάτι βαθύ, εντατικό, μια έξαρση που ούτε η απόλυση άνευ αποζημίωσης δεν μπορούσε να την κάμψει, μεταφέρθηκα απτόητη λίγα νούμερα πιο κάτω, στο 332 της λεωφόρου, που την ανέβαινα και την κατέβαινα κάθε μέρα, από το σπίτι στο καινούριο γραφείο, χωρίς κουτιά αλλά με τους ανοιχτούς φωτεινούς χώρους και τη μεγάλη οικογένεια της εταιρείας, ακόμη πιο κακοπληρωμένη, είχαν αρχίσει τα πράγματα να σφίγγουν, αλλά δεν υπήρχε dress code, σκέψου, είχαμε κι ένα ωραίο δωμάτιο για χαλάρωση και βιντεογκέιμς…

Look around
Leaves are brown
And the sky is a hazy shade of winter

…ύστερα καινούρια μετακόμιση, τρία χρόνια μετά, στο 117 της λεωφόρου που συνέχιζε να κυλάει μέρα και νύχτα προς τη θάλασσα, ένα πλατύ ασφάλτινο ποτάμι που χυνόταν στον μεγάλο κόλπο, πολλή ομορφιά στη μεγάλη αρχή του αιώνα μας που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο αχνή, ακόμα τρία χρόνια εκεί και μετά ξανά σε άλλο γραφείο, μοντέρνο κι αυτό και φωτεινό, όλα λευκά, αλλά από ένα σημείο και μετά όλα τα γραφεία αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, το προηγούμενο με το επόμενο, δύο χρονάκια στο νούμερο 280, κι έπειτα άλλα τέσσερα κολλημένη στην εργονομική καρέκλα του γυάλινου πύργου που τώρα τρέχω προς τα πάνω του με 110 την ώρα, μια όχι πολύ συνετή ταχύτητα, και κανένα αεροπλάνο δεν πετάει στον ουρανό πάνω από τον Παρθενώνα, καμιά καινούρια αρμονία σαν αυτή που μας έταξαν οι δάσκαλοί μας δεν…

όταν ξαφνικά

ΦΛΑΠ

ο σφοδρός άνεμος που είχε σηκωθεί στροβιλίζοντας τα σκουπίδια των πεζοδρομίων στον αέρα κόλλησε στο παρμπρίζ, μπροστά στο οπτικό μου πεδίο, ένα κιτρινισμένο φύλλο χαρτί, που στα κλάσματα δευτερολέπτων που μεσολάβησαν συνειδητοποίησα ότι πρέπει να ήταν το εξώφυλλο κάποιου παλιού ιλουστρασιόν περιοδικού, κι αντί για τον φαρδύ άδειο δρόμο έβλεπα μπροστά στα μάτια μου μια γκόμενα καλυμμένη με τη σημαία, πρόλαβα να διαβάσω «Ας αρχίσει το πάρτι» και «Με το δάχτυλο στο στρινγκ», προτού αρχίσει το φιατάκι να τσαλακώνει τις λαμαρίνες του στις πλευρικές μπάρες της λεωφόρου με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο και προτού το αμάξι ντελαπάρει, προτού οι ρόδες του μπλοκάρουν πάνω στο υγρό οδόστρωμα και χάσω εντελώς τον έλεγχο,

σκέφτηκα την πρώτη φορά που κατέβαινα με ταχύτητα τη λεωφόρο,

σκέφτηκα τη Σοφία και τις φιλενάδες αυτής σαν τις Bangles με τα χτενίσματα του ογδόντα,

σκέφτηκα τον εκτυπωτή που του τελείωνε το έγχρωμο μελάνι,

σκέφτηκα ότι είμαστε φτιαγμένοι από αυτό το στραβό κι αβέβαιο υλικό που μας κάνει να επιθυμούμε την ευτυχία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, όμως τελικά να δυστυχούμε, από αυτές τις έμφυτες και αντιφατικές τάσεις που κονταροχτυπιούνται μέσα μας και που μας κάνουν να θέλουμε και να μη θέλουμε, να είμαστε ελεύθεροι και ταυτόχρονα σκλάβοι,

σκέφτηκα πώς διάολο βρέθηκε κολλημένο στο παρμπρίζ ένα περιοδικό,

σκέφτηκα δεν είναι τρόπος να πεθάνω αυτός,

κι ύστερα αφέθηκα, καθώς το αμαξάκι έπεφτε με φόρα πάνω στον στύλο του ηλεκτρικού, και πριν χάσω εντελώς τις αισθήσεις μου συνειδητοποίησα με τρόμο –κι αυτό θα ήταν το μόνο πράγμα που θα θυμόμουν όταν λίγες ώρες αργότερα θα ξυπνούσα καλωδιωμένη, αλλά ζωντανή, σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου–, αν και όχι χωρίς μια κάποια ευχαρίστηση, ότι το χαρτί που καρφώθηκε στο τζάμι μου δεν ήταν κίτρινο αλλά γυαλιστερό, ότι είναι δυνατό να διασχίσεις δυο φορές την ίδια λεωφόρο, και ότι εκείνος ο φριχτός ήχος από κόκκαλα που άκουσα να σπάνε δεν ερχόταν από μένα αλλά από το παχύ, το γυμνασμένο, το λιπαρό, το μαυρισμένο από το σολάριουμ, το λιγδιασμένο κορμί του ανθρώπου που στο μέλλον θα γινόταν ο προϊστάμενός μου, ο οποίος την ώρα εκείνη έβγαινε από το κλαμπ Babylon όπου περνούσε καμιά φορά τα σαββατόβραδά του, χωρίς να πάρει είδηση τη μεταλλική μάζα που ερχόταν ανεξέλεγκτη και ορμητική καταπάνω του λες κι ήταν η φράση «ποτέ δεν ξέρουμε από τι θα είναι φτιαγμένο το χτες».

 

* Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Μπαλαμπανίδη «Largo» (εκδόσεις Πόλις 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου «Μένης Κουμανταρέας» 2021, της Εταιρείας Συγγραφέων.

Γιάννης Μπαλαμπανίδης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet