Η τριβή

Η τριβή του βότσαλου στην όχθη

Η τριβή του ήλιου στην κόψη του βουνού

Η τριβή της καρδιάς στην άγρια επιφάνεια του καιρού

Η τριβή της στιγμής πάνω στην αιωνιότητα

Η τριβή του έρωτα πάνω σε νοικοκυρεμένα κρεβάτια

Η τριβή της συνύπαρξης

Η συντριβή

 

Αργύρης Χιόνης «Η Φωνή της Σιωπής»

 

 

ΠΡΙΝ: Χορεύεις σε ένα μικρό κλαμπ, στον πρώτο όροφο ενός ρημαγμένου νεοκλασικού στου Ψυρρή. Σε κοιτάζει πίνοντας το ποτό του με μικρές γουλιές. Λίγο μετά τις τρεις φιλιέστε στις σκάλες που βγάζουν στην έξοδο. Του κρατάς το χέρι μέχρι το ταξί να σταματήσει μπροστά στην πολυκατοικία που νοίκιαζες στο Βύρωνα. Ξημερώνουν Χριστούγεννα του 2005.

 

ΜΕΤΑ: Τα χαρτιά για το διαζύγιο τα ετοιμάζει ο ίδιος άνθρωπος που υπέγραψε ως μάρτυρας του γάμου σας στο δημαρχείο. Την ειρωνεία του γεγονότος δεν την συνειδητοποιείς παρά μόνο χρόνια μετά – αυτή τη στιγμή θέλεις απλά να «τελειώσει όλο αυτό· ό,τι κι αν ήταν αυτό».

 

ΠΡΙΝ: Λείπει σε συνέδριο. Κάνεις το τεστ πρωί πρωί: θετικό. Το ακουμπάς στο νιπτήρα, κάνεις καφέ. (Περιμένεις.) Επιστρέφει μεσημέρι. Ακουμπάει το σακ-βουαγιάζ δίπλα στην πόρτα, σε χαιρετάει από το διάδρομο και μπαίνει στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια του. (Περιμένεις.) Βγαίνει με το τεστ στο χέρι, περνάει το χέρι του γύρω από τη μέση σου και σε φιλάει στα χείλη. Ο ήλιος διαλέγει τη σωστή στιγμή για να φωτίσει το μικρό σαλόνι.

 

ΜΕΤΑ: Ο πατέρας του πεθαίνει ξαφνικά από καρδιά. Σου ζητάει να πας μαζί του στην Αθήνα για την κηδεία. «Ξέρεις πως σε αγαπούσε πολύ», σου λέει. (Ενώ θέλει να πει: περισσότερο κι από μένα.) Επιβιβάζεστε στην ίδια πτήση, μα κάθεστε σε διαφορετικές σειρές: 19Α εκείνος, 21C εσύ. Ανάμεσα από καθίσματα και γερμένα κεφάλια τον παρακολουθείς να κλαίει γυρισμένος προς το παράθυρο κι ενώ έξω χαράζει πίσω από τα σύννεφα. Έπειτα, έξω από το πατρικό του, τον παρακολουθείς ανάμεσα από τα σκυφτά κεφάλια συγγενών και φίλων να κλαίει χωρίς ήχο με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι της νεκροφόρας. Για πολύ λίγο, καθώς κατέβαζαν το φέρετρο στο σκαμμένο μνήμα, σφίγγεις το χέρι του στις παλάμες σου.

 

ΠΡΙΝ: Ο τοκετός οξύς· η μαία σου εξηγεί πως δεν προλαβαίνει πια να σου κάνει επισκληρίδιο. Αιμορραγείς όσο εκείνος κόβει αδέξια τον λώρο, όσο το μωρό κουρνιάζει στο στήθος σου, όσο σε μεταφέρουν στο χειρουργείο και το δωμάτιο γύρω σου θολώνει. Ξυπνάς και τον βλέπεις να αλλάζει το μωρό. Έχει περάσει πολύς χρόνος ή και όχι. Φοράει το πουλόβερ που το είχες κάνει δώρο για τα γενέθλιά του. Σου λέει πως θέλει να δώσετε στο μωρό το όνομα της μητέρας του – ένα όνομα που είχε δεκάδες φορές δηλώσει πως απεχθανόταν. Του γνέφεις εντάξει. Καθώς σηκώνει εκείνο το τόσο δα κορμάκι στην αγκαλιά του, χαμογελάς.

 

ΜΕΤΑ: Εκείνος μετακομίζει· σε ένα διαμέρισμα πέρα από το ποτάμι που χωρίζει την πόλη στα δύο. Εσύ γνωρίζεις κάποιον. Είναι ο παιδίατρος της μικρής: μιλάει σπαστά αγγλικά (εσύ καθόλου γερμανικά), μα σου χαϊδεύει τα μαλλιά με τρόπο τέτοιο που το κρύο μαλακώνει. Για χρόνια η μικρή θα τον φωνάζει «Ντόκτορ Ντίτρηχ».

 

ΠΡΙΝ: Ξυπνάς ένα πρωί δίπλα στον άντρα με τον οποίο πίστευες πως θα γερνούσατε μαζί· αν όχι ερωτευμένοι, τουλάχιστον μαζί. Έχει πυρετό, μα δεν θέλεις καν να του αγγίξεις το μέτωπο ή να τον ρωτήσεις πώς νιώθει. Περνάς την υπόλοιπη μέρα στη μικρή αυλή. Δεν απαντάς ούτε όταν πια νυχτώνει κι εκείνος χτυπάει με την παλάμη του το τζάμι της μπαλκονόπορτας να σου πει να μπεις μέσα, «έχει βάλει κρύο». Δεν είσαι βέβαιη για τίποτα πια. «Έχει μικρύνει η μέρα», λες χωρίς να απευθύνεσαι σε κανέναν.

 

ΜΕΤΑ: Κάθε Κυριακή έρχεται και παίρνει τη μικρή. Σου λέει πως θέλει περισσότερο χρόνο μαζί της· του λες πως με το ζόρι ξοδεύει και αυτό το τρίωρο που συμφωνήσατε εξωδικαστικά. Σου λέει πως δεν το συνεχίζει επειδή δεν θέλει να «ακούσει το παιδί»· του λες πως «είναι τόσο βολικό αυτό». Φιλάς τη μικρή στο κεφάλι και της λες πως θα σου λείψει. Τους παρακολουθείς να κατεβαίνουν το κλιμακοστάσιο κρατημένοι χέρι-χέρι. Τον πρώτο καιρό, μόλις κατέβαιναν έναν όροφο, εκείνος γυρνούσε το κεφάλι να κοιτάξει αν κοιτάς. Δεν το κάνει πια.

 

ΠΡΙΝ: Παίρνεις τη μητέρα σου τηλέφωνο να της πεις πως θέλεις να χωρίσεις. Σε ρωτάει αν θα πάτε Αθήνα για τις γιορτές, «θα είναι κι ο αδερφός σου με την Θάλεια εδώ». Της λες πως δεν γίνεται, μα δεν ρωτάει γιατί. «Όσο γερνάνε οι γονείς», σου λέει, «τα παιδιά πρέπει να κάνουν έναν κόπο παραπάνω. Ειδικά στις γιορτές. Οι γιορτές είναι για την οικογένεια». «Συγγνώμη, μαμά», της λες, «πρέπει να κλείσω. Δεν έχω μονάδες».

 

ΜΕΤΑ: Σε παίρνει τηλέφωνο από την εφημερία. «Δεν έχω πάψει να σ’ αγαπάω», σου λέει. Δεν απαντάς. «Δεν έχω πάψει να είμαι εκείνος που αγαπάς», σου λέει. Δεν έχεις τι να πεις. Η σιωπή μοιάζει να παγώνει τον χρόνο. Ήδη έξι χρόνια χωρισμένοι. «Οι εφημερίες είναι δύσκολες τώρα με την πανδημία. Πες της μικρής πως θα έρθω να την δω το συντομότερο». Άθελά σου τον αποχαιρετάς στα γερμανικά.

 

ΠΡΙΝ: Λείπει ξανά σε συνέδριο. Η μικρή έχει πυρετό και πρέπει να ακυρώσεις τη συνέντευξη για δουλειά που είχες. Στο κάτω κάτω ράφι της βιβλιοθήκης τα Φοβερά Ντοκουμέντα: «Η βόμβα της Χιροσίμα», «Οι Καμικάζε», «Η δίκη της Νυρεμβέργης», «Η σφαγή των Ρομανώφ», «Η δολοφονία του Ρασπούτιν», «Η Κου Κλουξ Κλαν», «Το έγκλημα Ματεότι», «Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», «Η τραγωδία του Ντάλας», ονόματα άγνωστα σε σκληρά, πολύχρωμα εξώφυλλα που εκείνος κουβαλάει μαζί του σε κάθε μετακόμιση και μια στο τόσο ξεφυλλίζει. Μέσα σε έναν τόμο βρίσκεις μια παιδική του φωτογραφία κι ένα από εκείνα τα δελτία Λόττο που αγόραζε κάθε Σάββατο στο σούπερ μάρκετ. Η μικρή δεν του μοιάζει σε τίποτα, σκέφτεσαι, αν εξαιρέσεις αυτά τα γαμημένα γαλανά του μάτια.

 

ΜΕΤΑ: Πλησιάζει το σπίτι σας στη Μαντεσάιντερπλατς διασχίζοντας το πάρκο με τα πόδια. Έχεις στολίσει την αυλή με φωτάκια και την εξώπορτα με ένα στεφάνι από κλαδιά έλατου και κόκκινες κορδέλες. Κρατάει ένα μεγάλο κουτί, φοράει το παλτό που του είχες κάνει δώρο όταν πήρε την υποτροφία. (Πάνε δέκα και βάλε χρόνια.) Πριν χτυπήσει το κουδούνι στέκεται λίγες στιγμές ακίνητος μπροστά στην πόρτα. Αναρωτιέσαι αν μαζεύει δύναμη για να διασχίσει το κατώφλι σας ή αν κοιτάζει την αντανάκλασή του στο τζάμι για να βεβαιωθεί πως δείχνει (ακόμα) όμορφος.

 

ΠΡΙΝ: Η μικρή κοιμάται ανάμεσα σε τέσσερα μεγάλα μαξιλάρια. Την αγκαλιάζουν όπως αγκαλιάζουν κι εσένα τα βράδια που κοιμάσαι μόνη. Ακούς κλειδιά στην πόρτα· βάζεις για σελιδοδείκτη το ασημόχαρτο από τα Κάμελ σου στο βιβλίο σου (εδώ και μια βδομάδα άρχισες ξανά το κάπνισμα). «Μην πας στο μπάνιο», του λες πριν προλάβει καν να πει γεια, «θέλω να σου μιλήσω». Δεν μπορείς πια να θυμηθείς τι ειπώθηκε από εκεί και πέρα. Όλο αυτό είναι πλέον κάτι που έζησε κάποια άλλη, κάποια που σε τίποτα δεν σε θυμίζει.

 

ΜΕΤΑ: Οι θείοι και οι θείες του Ντόκτορ Ντίτρηχ έχουν ήδη φύγει, τα φιλιά στα μάγουλα έχουν ήδη δοθεί, τα λερωμένα πιάτα και ποτήρια από το καλό σερβίτσιο έχουν ήδη πάρει θέση στο νεροχύτη – «ο Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ περιμένει, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, στο παράθυρο ενός πολυώροφου κτιρίου», λέει η μικρή στον μπαμπά της. Κρατάει το βιβλίο ανοιχτό στα πόδια της: στην αριστερή ολοσέλιδη φωτογραφία ο Κένεντι ζωντανός να χαιρετάει το πλήθος με τη Τζάκι δίπλα του χαμογελαστή· στη δεξιά νεκρός, με το κεφάλι ριγμένο πίσω και το πρόσωπο της Τζάκι παγωμένο. Ο αέρας κλείνει με δύναμη την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Στο νου σου το όπλο εκπυρσοκρότησε.

 

ΠΡΙΝ: Δυο βράδια όλα κι όλα κοιμήθηκε στον καναπέ. Το τρίτο απλώς δεν επέστρεψε σπίτι. Δεν τον ρώτησες ποτέ που έμεινε. Ερχόταν μέρα παρά μέρα να δει τη μικρή, να πάρει μερικά ακόμα ρούχα, τα χαρτιά του πεταμένα εκεί κι εδώ, έναν έναν τους πολύχρωμους τόμους των Φοβερών Ντοκουμέντων. Το τελευταίο βράδυ πριν σε ρωτήσει «είναι οριστικό;» κι εσύ γνέψεις ναι με το κεφάλι, είχε φέρει ένα σακ-βουαγιάζ μα το μόνο που είχε μείνει να πάρει ήταν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες του από το λύκειο κι ένα μισοάδειο αφτερσέιβ. (Αργότερα το ίδιο βράδυ επιχείρησες να κάνεις σεξ με έναν γείτονα.)

 

ΜΕΤΑ: Περασμένα μεσάνυχτα: τα Χριστούγεννα παρελθόν ήδη, ο Ντόκτορ Ντίτρηχ χαμένος ήδη στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας, ο θάνατος του Τζον Φ. Κένεντι επιβεβαιωμένος ήδη με ανακοινωθέν του νοσοκομείου Πάρκλαντ του Ντάλας, ο Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ νεκρός ήδη από τον πυροβολισμό κάποιου Τζακ Λέον Ρούμπι. Ο σκληρόδετος τόμος αναπαύεται στο ράφι της παιδικής βιβλιοθήκης. Ανοίγεις την μπαλκονόπορτα κι ανάβεις τσιγάρο. Ο κρύος αέρας σε χτυπάει στο πρόσωπο, η ανοιχτή τηλεόραση σε φωτίζει στην πλάτη. Στον τοίχο, πάνω από το τραπέζι που πριν από λίγο τρώγατε, κρέμεται ένας καθρέφτης. Ξεφυσάς τον καπνό και παρακολουθείς την αντανάκλαση του προσώπου σου μια να κρύβεται και μια να ξεπροβάλει μέσα από τη λευκή αχλή. Στα περισσότερα παιδιά αλλάζουν καθώς μεγαλώνουν, η μικρή όμως έχει ακόμα καταγάλανα μάτια.

 

* Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορούν τα βιβλία του Άκη Παπαντώνη: «Καρυότυπος» (2014, Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Αναγνώστης), «Ρηχό νερό», «σκιές» (2019) και «bildungsroman» (2021).

Άκης Παπαντώνης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet