Ο Γρηγόρης Καραντινάκης σκηνοθετεί τη συγκλονιστική ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» για ιστορικά γεγονότα τα οποία σημάδεψαν τη συλλογική μας μνήμη. Ταινία με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια ώστε η αναπαράσταση της εποχής να αγγίζει την τελειότητα. Κατορθώνει, με μια άνευ προηγουμένου σκηνοθετική μαεστρία, να γυρίσει τις πολύπλοκες εκείνες σκηνές της καταστροφής, με την κάμερα να κινείται διαρκώς μέσα στο πλήθος θυμάτων και θυτών, αποτυπώνοντας τη φρίκη. Ταινία-γροθιά την οποία παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα και η οποία υπερέβη κατά πολύ τα προσδοκίες μου. Μια υπερπαραγωγή διεθνών προδιαγραφών.

Όμως περισσότερη σημασία, για μένα, έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Καραντινάκης διαχειρίστηκε το θέμα του. Μιλώντας για την προσφυγιά του 1922, για τους κυνηγημένους Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, μεγάλος αριθμός των οποίων βρήκε άσυλο στις ακτές της Λέσβου, την συνδέει με τη σύγχρονη προσφυγιά. Ο σκηνοθέτης βλέπει το θέμα με νηφαλιότητα και θάρρος, υπενθυμίζοντας πως τίποτε δεν είναι δεδομένο πως ο καθένας μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μετατραπεί σε πρόσφυγα. Επίσης γυρίζοντας μια ταινία για την ιστορική μνήμη, κράτησε τις απαραίτητες αποστάσεις από τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία. Δεν κάνει μια ταινία στην οποία οι Έλληνες είναι οι αδικημένοι του κόσμου που όλοι θέλουν το κακό τους. Αλλά μια ταινία για τους ανθρώπους οι οποίοι υπήρξαν θύματα, έχασαν τις ζωές και τις περιουσίες τους, εξαιτίας κάποιων πολιτικών επιλογών και κάποιων γεωπολιτικών συμφερόντων. Με ιδιαίτερη τόλμη αναδεικνύει και την άλλη πλευρά, στο πρόσωπο του Τούρκου οδηγού της οικογένειας Μπαλτατζή, την πλευρά των Τούρκων, οι οποίοι θεωρούν πως κάνουν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο και θέλουν να σταματήσουν να είναι υποτελείς. Βέβαια, δεν δικαιώνει τις σφαγές, αλλά αντίθετα δείχνει τα γεγονότα όπως συνέβησαν, με τους αιμοσταγείς Τσέτες να δολοφονούν και να λεηλατούν τους ανυπεράσπιστους Έλληνες και τους Αρμένιους. Την ίδια ώρα τα πληρώματα στα πλοία των «συμμάχων» χωρών, δεν σπεύδουν να βοηθήσουν τους αμάχους που σφαγιάζονται στην προκυμαία της Σμύρνης, κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια τους, υπακούοντας στις διαταγές των κυβερνήσεών τους. Μια ταινία για την ιστορική μνήμη η οποία πρέπει να διατηρηθεί και να λειτουργήσει ως σκαλοπάτι φιλίας των ανθρώπων. Τέλος, μια ταινία για μια πόλη η οποία υπήρξε ο φάρος της Ανατολής, πόλη πολυεθνική η οποία μετά το 1922 δεν ξανάγινε ποτέ εκείνη που ήταν. Γιατί μια πόλη είναι οι άνθρωποί της.

Σε μερικές μέρες μπαίνουμε στο 2022 και συμπληρώνονται 100 χρόνια από τότε. Χρόνια πολέμων, προσφυγιάς, εθνικού και θρησκευτικού μίσους. Η ταινία αυτή, αν κάτι έχει να προσφέρει, είναι να υπενθυμίσει πως ο αέναος αυτός κύκλος του αίματος συνεχίζεται. Και μόνον όταν η μνήμη λειτουργήσει ως αποτροπή και όχι ως αφορμή εκδίκησης, ίσως ο κόσμος αρχίσει να αλλάζει.

Βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση, η ταινία αποτελεί δείγμα καλού ελληνικού κινηματογράφου, ζωντανού, δυναμικού, ανθρωποκεντρικού που παίρνει θέση. Τεχνικά και αισθητικά άρτιο, με σκηνοθετικό ρυθμό, με αξιοπρόσεκτες ερμηνείες και με ιδιαίτερα λειτουργική μουσική που έγραψε ο Ανδρέας Κατσιγιάννης.

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet