Μαρούλα Κλιάφα «Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο», εκδόσεις Πατάκη, 2021

 

«Είναι 1947. Καλοκαίρι… Ο αέρας μυρίζει χαμομήλι». Κι ενώ το καλοκαίρι προβλέπεται χαλαρό «ο κόσμος που γνώριζα ως τότε θρυμματίστηκε». Γεγονότα σαν μπερδεμένο κουβάρι κατακλύζουν την ζωή της Αντριάνας. Ανάμεσα σε παιχνίδια και ψαγμένες αναγνώσεις αναρωτιέται αν γίνονται λύκοι τα σκυλιά, αν οι δάσκαλοι είναι αγράμματοι και ΕΑΜοβούλγαροι, αν ο μπαμπάς της είναι κομμούνι και είναι φυλακή, αν οι νομοταγείς πολίτες πρέπει να ψωνίζουν από συγκεκριμένα μαγαζιά και γιατί πρέπει να αποχαιρετίσουν τους καλύτερους λουκουμάδες της πόλης λόγω «οικονομικού αποκλεισμού». ‘Υποψιάζομαι πως τον έχουν στην μπούκα λόγω του Σωτήρη που ήταν στην ΕΠΟΝ» κι έκανε αντίσταση στους Ιταλούς με σαμποτάζ, μα οι Ιταλοί ήταν εχθροί… Ουφ, τι μπέρδεμα! Κι εκείνος ο αντάρτης που χαστούκισε τη θεία ενώ του έδωσε ό,τι είχε από τρόφιμα με όλη της την καρδιά, κι έπειτα, όταν ο πόλεμος τούτος τελείωσε, της έστειλε λουλούδια κι ένα συγγνώμη. Και τι είναι οι ΜΑΥδες που στα χέρια τους καλύτερα να μην πέσεις;

Η Μαρούλα Κλιάφα, μία από τις μεγάλες κυρίες της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας, καταπιάνεται μ’ ένα δύσκολο θέμα. Δεν έχουμε και πολλά δείγματα σε τούτο το είδος που να πραγματεύονται τον Εμφύλιο Πόλεμο. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, της ίδιας της συγγραφέως που τον έζησε, ξεδιπλώνεται ένα κράμα ιστορικών γεγονότων και μυθοπλασίας, στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τα Τρίκαλα. Η συγγραφέας δεν εξευμενίζει καμιά πλευρά. Τοποθετείται ιδεολογικά με τη δημοκρατία και το δίκιο. Όταν «μακελεύονται οι μισοί Ελληνες με τους άλλους μισούς κι οι ταχαμ’ εθνικόφρονες δεν αφήνουν σε χλωρό κλαρί όσους στην Κατοχή ήταν γραμμένοι στο ΕΑΜ», μα «τον Μάρκο τον έφαγε το μαύρο φίδι» και «το κόμμα έχει πάντα δίκιο», είναι φανερό πως κομματικές αγκυλώσεις δεν υπάρχουν σε τούτο το ανάγνωσμα. Λέγονται ενοχλητικές αλήθειες και δεν αποκρύπτονται οι τραγικές απώλειες. «Άκουσα πως για να βρεις δουλειά πρέπει να διαθέτεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και «εκτέλεσαν τη μαμά μου στο Γουδί… Ο βασιλιάς είχε αρνηθεί να της δώσει χάρη». Λίγες οι ανάλαφρες στιγμές μα παρούσες σαν «το πιο ωραίο αγόρι που είχα γνωρίσει στη ζωή μου».

 

«Έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, ο Εμφύλιος ήταν αναπόφευκτος (…) όμως ήταν ένας πόλεμος παράλογος (…) που ήμασταν όλοι θύματα και θύτες». Να το επιμύθιο του βιβλίου, που τελειώνει, μαζί με τον Εμφύλιο, με την αισιόδοξη ματιά της ηρωίδας: «Αύριο θα ΄ναι μια καλύτερη μέρα». Που ήταν, αλλά όχι για όλους. Την ιστορία, το ξέρουμε, την γράφουν οι νικητές.


 

Αγγελική Δαρλάση «Από μακριά», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2021

 

Η Άλη ήρθε από μακριά. Τόσο μακριά, που κανείς δεν ήξερε από πού. Ήρθε την ώρα που έφτανε στην πόλη και το Λούνα Παρκ που «είχε ρόδα και καραμελωμένα μήλα και φυσικά ένα καρουζέλ με αλογάκια, λαμπιόνια, καθρέφτες και μουσική». Η Άλη πάλι δεν είχε τίποτα «ούτε καν γονείς». Κι ήταν αλλιώτικη. Στα ρούχα, στα μαλλιά, στη φάτσα. Κι ούτε παπούτσια φορεί και τραγουδάει και γελάει μόνη της. Την φοβούνται τα παιδιά. Κι οι μεγάλοι. Μάγια μπορεί να τους κάνει. «Δεν θα της μιλάτε. Δεν θα την πλησιάζετε» λένε. Τα παιδιά έτσι «αρχίσαμε να την κοροϊδεύουμε. Να την βρίζουμε (…) να την κυνηγάμε. Να της πετάμε πέτρες. Να μην την αφήνουμε σε χλωρό κλαρί». Δωρεάν διασκέδαση, την επέτρεπαν οι γονείς διότι το λούνα παρκ κοστίζει και λεφτόδεντρα δεν έχουν. Μα η Άλη με το φωτεινό σαν αστεράκι πρόσωπο γέμιζε μαγεία τις νύχτες. Σαν τραγουδούσε, το λούνα παρκ ζωντάνευε και γέμιζε χρώματα και η Άλη, που ξέρει να μοιράζεται, άνοιξε τον κόσμο της στα παιδιά που, αίφνης, καταλάβαιναν το παράξενο τραγούδι της: «στους μεγάλους δρόμους που προχωρούσα ευτυχισμένους Ρομά συναντούσα» και «το καρουζέλ όπως πάντα άρχισε να γυρίζει».

Η Αγγελική Δαρλάση, γνωστή και βραβευμένη, τάσσεται με σαφήνεια υπέρ των κατατρεγμένων του κόσμου τούτου, γράφει ένα τραγικά επίκαιρο, όπως αποδείχτηκε, θέμα, ένα βιβλίο σχεδόν προφητικό.

Για τους Ρομά ο λόγος. Αυτούς που γοητεύουν κι εμπνέουν μα και τους αποδίδονται χίλια μύρια κακά. Το σύστημα δεν τους αφομοιώνει και τους κυνηγά. Από τη θηριωδία των Ναζί που θανάτωσαν 500.000 Ρομά ως τις μέρες μας που η ζωή τους δεν λογίζεται ίσης αξίας με αυτήν των μπαλαμό. Ποιητικός ο λόγος της συγγραφέως, διάχυτος ο μαγικός ρεαλισμός, αλλά και με ωμές περιγραφές εκεί που χρειάζεται, σ’ ένα βαθιά αντιρατσιστικό ανάγνωσμα το οποίο δεν αφορά μόνο παιδιά. Αφορά και κάποιους «θυμωμένους μεγάλους» που «εξαγριωμένοι άρχισαν να βρίζουν και να κυνηγούν την Άλη ως υπαίτια...» για ό,τι κακό συμβαίνει «σ’ αυτή την γκρίζα, ανόητη και άκαρδη πόλη».

Δίχως να φαντάζεται την πρόσφατη καταδίωξη του νεαρού Ρομά από αστυνομικούς και την τραγική κατάληξή της, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, διότι οι προκαταλήψεις και ο ρατσισμός καλά κρατούν. Λίγες βδομάδες αργότερα, ο θάνατος της μικρής Όλγας από την καγκελόπορτα του εργοστασίου, ήρθε να δείξει πως πολλές φορές η ζωή ξεπερνά και την πιο σκληρή φαντασία. Φαίνεται πως το «κάποιοι μεγάλοι έκλαιγαν μετανιωμένοι μαζί μας» δεν συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Απενοχοποιημένα και αλληλέγγυα είναι τα παιδιά στο βιβλίο, όπως και στην πραγματική ζωή άλλωστε.

Τη νυχτερινή εικονογράφηση με το καρουζέλ, φωτεινές κουκίδες στη σκοτεινιά, φιλοτεχνεί ο Βασίλης Κουτσογιάννης.


 

Μανώλης Νικόλτσιος «Ησυχία, ο παππούς κοιμάται!», εκδόσεις Καστανιώτη, 2021

 

Λοιπόν, τώρα σιωπή! Ο παππούς κοιμάται και μην τον ενοχλείτε. «Από τότε που ο παππούς ήρθε στο σπίτι για να μείνει μαζί μας, όλα έχουν αλλάξει». Για τον τσαχπίνη μας μικρό δηλαδή. Ούτε τους φίλους του καλεί πια ούτε τη γάτα που μαθαίνει ακροβατικά, ακόμα και πώς τρώει προσέχει κι αλίμονο αν χτυπήσει καμιά μπάλα στο πάτωμα. Αφήστε που ο παππούς του κοιμάται όπου βρει και στο παγκάκι του πάρκου και στην μπανιέρα ακόμη, ανάμεσα σε μυρωδάτους αφρούς. Φταίει μετά που του κάνει πλάκες; Του αλλάζει κανάλια στην τηλεόραση, το βιβλίο του που, και καλά, διαβάζει όσο κοιμάται, τον ζωγραφίζει ως σούπερ ήρωα σε κόμικ. Μα ο παππούς δεν θυμώνει. Παρεάκι με τον εγγονό, ξεκαρδίζονται στα γέλια και απολαμβάνουν κάθε στιγμή. Και πιο πολύ εκείνη τη συγκινητική όταν τρυφερά μυστικά αποκαλύπτονται.

Ο Μανώλης Νικόλτσιος άφησε για λίγο τα δικόγραφα, αφού ως δικηγόρος βιοπορίζεται, για να μας μυήσει σε μια ιστορία αγάπης απ’ τις λίγες. Μια αγάπη που αφορά όλα τα μέλη μιας παραδοσιακής οικογένειας μα εστιάζεται στη σχέση παππού - εγγονού. Εκεί όπου συναντιούται τα νιάτα, η ζωντάνια, η διάθεση για ζωή. Απλές, καθημερινές στιγμές μιας συνηθισμένης ζωής περιγράφει ο συγγραφέας. Τις κάνει όμως να μοιάζουν πολύχρωμες και μαγικές η καλοσύνη –δες παππούς–, ο αυθορμητισμός κι η φαντασία –δες εγγονός. Η μαεστρία κι ο συναισθηματισμός αφορούν τον συγγραφέα. Μαθήματα ζωής για το πώς απολαμβάνουμε ακόμα και τις πλέον δύσκολες συγκατοικήσεις επιστρατεύοντας χιούμορ κι αγκαλιές, αλλάζοντας ρόλους ενίοτε.

Στην εικονογράφηση, που όλα τα αποτυπώνει, από την πράσινη πολυθρόνα του παππού έως τους σκουπιδοτενεκέδες στο κόμικ του εγγονού, η Ευτυχία Ηλιάδου.

Πρόσφατα άρθρα ( Βιβλίο )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet