«Ηξεύρω ότι ουδείς τολμά ποτέ ν’ ατενίσει εντός εαυτού,
ως εις βαθύ και απύθμενον φρέαρ,
προς ό ιλιγγιά η όρασις.» (1, 249)

 

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε άτομο θρησκευόμενο. Το μαρτυρούν η οικογενειακή του προέλευση και αγωγή, ο τρόπος της ζωής του, η σταθερά επαναλαμβανόμενη σχετική ομολογία του, καθώς βέβαια και το ίδιο του το έργο. Το ζήτημα είναι αν αυτή η θρησκευτικότητα πρέπει να αναχθεί στον αποκλειστικό πυρήνα της συγγραφικής του δημιουργίας, σε σημείο μάλιστα που κάποιοι να ισχυρίζονται πώς για τον Παπαδιαμάντη πρέπει να μιλάμε μόνο με τη γλώσσα της θεολογίας.

Κατά την άποψή μου, μια προσεκτική και χωρίς προκατάληψη ματιά στο έργο του αποκαλύπτει πώς η ελληνοκεντρική θρησκευτική αντίληψη του Παπαδιαμάντη είναι απαλλαγμένη από μεταφυσικές ανησυχίες ή την εναγώνια αναζήτηση του Θεού. Η υπαρξιακή του αγωνία δεν έχει τέτοιου είδους αφετηρία. Δεν προσφεύγει σε εσωτερικές λύσεις, δεν επαναπαύεται σε μεταφυσικές ελπίδες, δεν φαίνεται να τον απασχολεί η μεταθανάτια ζωή. Και αν οι αγνές ψυχές των ηρωίδων του γίνονται κάποτε πεταλούδες ή αν τα οστά κάποιων βασανισμένων ηρώων και ηρωίδων του ευωδιάζουν, αυτό συνδέεται με τις δοξασίες του νησιού του και με το περί δικαίου αίσθημα του. Διατηρώντας κάποια παγανιστικά, λαογραφικά στοιχεία στην πίστη του, ο Παπαδιαμάντης δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη του Θεού του. Αλλά είναι φανερό πώς τις πιο συναισθηματικές σχέσεις του τις διατηρεί με την Παναγία, προέκταση κάποτε ή και ταύτιση με την μητέρα του Γκιουλιώ.

Δεν υπάρχουν ανεξήγητα στη θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη. Απουσιάζει από αυτόν ο θεολογικός σπαραγμός του Ντοστογιέφσκι και ο δρόμος του ακολουθεί αντίθετη κατεύθυνση. Κι αν συναντιέται με κάποιον στο μέσον αυτού του δρόμου, αυτός είναι ο Τολστόι. Ο Παπαδιαμάντης πλησιάζει «ασύνειδα» τη θρησκευτικότητα του Τολστόι, από τον οποίο λείπει κάθε μεταφυσική που την αρνιέται με πολύ σαφή τρόπο. Η θρησκεία του Τολστόι είναι άποψη ζωής. Θέλει να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ο άνθρωπος και ποια πρέπει να είναι η στάση του απέναντι στον απέραντο κόσμο. Η θρησκεία, πιστεύει ο Τολστόι, οφείλει να δώσει κανόνες ζωής, εναρμονισμένους με την κοινωνική συνείδηση, η οποία χαρακτηρίζει κάθε εποχή, δεν είναι λοιπόν ούτε παρελθοντολογία, ούτε μυθολογία, ούτε πολύ περισσότερο θεολογία1. Χωρίς να αποφεύγει την ενασχόληση με το παρελθόν, ο Παπαδιαμάντης θεωρεί απαραίτητους τέτοιους κανόνες ζωής, που θα θωρακίσουν το νεοσύστατο βασίλειο από την επιζήμια ευρωπαϊκή επιρροή. Η θρησκευτικότητά του γίνεται όπλο υπεράσπισης των ελληνικών αξιών και παραδόσεων που πιστεύει πως αλλοιώνονται, καθώς ο ευρωπαϊκός πολιτισμός κατακτά σιγά-σιγά την ελληνική κοινωνία. Είναι πασίγνωστος ο τρόπος που διατυπώνει στο διήγημα του «Ο Λαμπριάτικος Ψάλτης» (τομ. 2, σελ. 517) ακριβώς αυτή την αλληλεξάρτηση ελληνικής θρησκείας, φύσης και παράδοσης.

Και είναι ίδιοι οι πιθανοί λόγοι που ωθούν έναν συγγραφέα, που στο κέντρο του έργου του βρίσκονται οι άνθρωποι του μόχθου και τα προβλήματά τους, να μην αποδεχθεί τα μηνύματα του διεθνισμού και του σοσιαλισμού που βρίσκονται στην εποχή του ήδη σε κυκλοφορία.

Έτσι, χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες και θεολογικές αναζητήσεις, ο Παπαδιαμάντης εξαντλεί το πάθος του με το εκκλησιαστικό τυπικό. Του αρέσει να ψάλλει, να συμμετέχει σε αγρυπνίες κ.λπ. με τον ίδιο τρόπο που του αρέσουν οι περίπατοι στην εξοχή και το κρασί. Ο Μ. Μαλακάσης το επισημαίνει από νωρίς: «είναι περισσότερο εκκλησιαστικός, παρά θρήσκος με την ευρύτητα της λέξεως. Όπου ο κανών δεν επιβάλλει κάτι τι αυτός ευχαρίστως το παρέρχεται, ακόμα και συγχωρεί, πολλάκις και ψεύδεται»2, ενώ ο Α. Καραντώνης πηγαίνει μακρύτερα: «Κατά βάθος ο Παπαδιαμάντης, και με όλους τους φραστικούς δογματικισμούς του, έκανε το Χριστιανικό του κέφι»3.

 

Ο μόνος καρπός που δεν έχει ανάγκη ούτε τη θερμότητα του ήλιου

 

Παράλληλα με τη θρησκευτικότητα, στο σύνολο του παπαδιαμαντικού έργου βρίσκεται διάχυτη η ερωτική του φύση. Εκδηλώνεται όχι τόσο με τις ίδιες ιστορίες αγάπης, γύρω από τις οποίες υφαίνονται πολλά από τα μυθιστορήματα ή διηγήματα του, όσο με εκδηλώσεις, όπως το ερωτικό παιχνίδι του Βελμίνη και της γοργόνας ή ο ανταγωνισμός των ερωτευμένων με την Πολύμνια εφήβων: «ο Έρως ηράσθη της ψυχής, η ένωσις αυτών παρήγαγε την ανθρωπότητα» (1, 356). Άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι, όμως, και τα σπαρακτικά ξεσπάσματα, σκέψεις, ανέκφραστες επιθυμίες, ακόμα και υποψίες και απαγορεύσεις. Προκαταλήψεις συγκρούονται με τις ανάγκες του σώματος που αναστατώνεται, όπως της Αυγούστας. Πίσω τους αναστατώνεται ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος δεν διστάζει να ομολογήσει: «Εξ όλων των παθών ο σαρκικός έρωτας είναι το τυραννικώτατον. Διότι έχει παγίδα, εις την οποίαν μας κρατεί το ίδιον σώμα μας» και «είναι ωσαύτως ο μόνος καρπός όστις δεν έχει ανάγκην ουδέ της θερμότητας του ηλίου, αλλ’ αναπτύσσει θερμότητα αφ’ εαυτού» (1, 160). Πρόκειται για δράμα που ο συγγραφέας ζει φαίνεται διαρκώς. Και που τελικά αποτελεί έναν άλλον κύριο άξονα του έργου του: Ό,τι κρύβει, οι συγκρούσεις, οι ενοχές, οι επιθυμίες του φανερώνονται στα λόγια και τις πράξεις των ηρώων και των ηρωίδων του. Ο καλόγερος Νεεμίας ερμηνεύει το πάθος του για την Αυγούστα σαν κυριαρχία από τον δαίμονα της λαγνείας και περιγράφει τη γυναίκα με την εικόνα αδηφάγου θηρίου «καταβιβρώσκοντος τας εις το ανοικτόν στόμα του ριπτωμένας αμαρτωλάς ψυχάς» (1, 334). Μπορούμε ακόμα να πούμε πως είναι ο ίδιος που παραληρεί με το στόμα της Καλόγριας Καρμήλης (1, 567), σε μια έκρηξη του ερωτόπαθου Παπαδιαμάντη, η οποία αποτυπώνεται με τρόπο ευθύ και λυτρωτικό ταυτόχρονα.

Κλείνοντας, αξίζει να επισημανθεί η αντίδραση μέρους των μελετητών του Παπαδιαμάντη, που προσεγγίζουν το έργο του θεολογικά ή αυστηρά ηθογραφικά, όταν γίνεται αναφορά στον αισθησιακό συγγραφέα, σαν να πρόκειται για ελάττωμα και μάλιστα ελάττωμα που του αποδίδεται με δόλο και αποσκοπεί στην καλλιτεχνική του μείωση. Όπως έχω ξαναπεί, ο αισθησιασμός του Παπαδιαμάντη αποτελεί πραγματικότητα η οποία λειτουργεί με τρόπο δημιουργικό και ενδυναμώνει την έμπνευσή του. Ο ίδιος θα παραδεχτεί στο διήγημα του «Ο Καλόγερος»: «Τις συγγραφεύς δεν υποκατέστησεν ενίοτε εαυτόν εις τας σκέψεις του ήρωός του;» (2, 329).

 

Σημειώσεις:

1. Αλεξανδροπούλου Μ. (1975), Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

2. Μαλακάσης Μ. (1992), «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Παπαδιαμαντικά Τετράδια 1 (αναδημοσίευση από Ελεύθερο Βήμα 20-4-1940)

3. Καραντώνης, Α.(1965), Από τον Σολωμό στον Μυριβήλη, Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Μαρία Γκασούκα Η Μαρία Γκασούκα είναι ομότιμη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet