Ένας απολογισμός της χρονιάς που πέρασε σχεδόν επιβάλλεται τις τελευταίες μέρες του χρόνου, ώστε να τεθούν και οι στόχοι για τη χρονιά που έρχεται. Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής μέσα από αυτόν τον απολογισμό μιας χρονιάς «που αποκάλυψε μια στασιμότητα και ανέδειξε τα όρια των κυρίαρχων πολιτικών, κοσμοθεωριών και αντιλήψεων», τονίζει ότι απαιτούνται «λύσεις που έχουν έναν μεσοπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, αλλά αναδεικνύουν και την ανάγκη για έναν ριζικό, ιστορικό και πολιτικό αναπροσανατολισμό».

 

 

 

Αν επιχειρούσες έναν πολιτικό απολογισμό για τη χρονιά που πέρασε, ποια γεγονότα θα έβαζες ως «σταθμούς»;

Ήταν μία χρονιά που, από τη μια, αποκάλυψε μία στασιμότητα, αφού δεν είχαμε ραγδαίες θετικές εξελίξεις στην αντιμετώπιση της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής και, από την άλλη, ανέδειξε τα όρια των κυρίαρχων πολιτικών, κοσμοθεωριών και αντιλήψεων. Νομίζω ότι πλέον βαθαίνει η επίγνωση των τελμάτων και ακυρώνεται η ιδέα πως θα μπορούσαμε να γυρίσουμε σε μία κατάσταση προ κρίσης. Ωστόσο, έχουμε κάποιες σημαντικές αναλαμπές σε επίπεδο κινημάτων. Εμβληματική για την ιστορία του νεοφιλελευθερισμού είναι η περίπτωση της Χιλής. Επίσης, έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε τι συμβαίνει στην Ισπανία, όπου η συμμαχική κυβέρνηση Ποδέμος - Σοσιαλιστών φέρνει κάποια απτά αποτελέσματα, ενώ αναδεικνύονται νέες μορφές ηγεσίας, πιο συλλογικές και πιο φεμινιστικές, από ό,τι με τον Πάμπλο Ιγκλέσιας. Ακόμα, την χρονιά που πέρασε, η οικολογική κρίση ήταν αυτή που αναδείχθηκε ως το πιο κρίσιμο δίλημμα της εποχής μας. Τα προηγούμενα χρόνια επικεντρώναμε στην οικονομική κρίση. Πλέον δεν είναι οι πολιτικές λιτότητας αυτές που μας απασχολούν, αλλά και οι σχέσεις με το περιβάλλον, η μορφή του πολιτικού συστήματος, που είναι αλλοτριωτική, αφού συστηματικά αποδυναμώνεται ο ρόλος των πολιτών στη διακυβέρνηση, και οι κοινωνικοί δεσμοί, η σημασία των οποίων αναδείχθηκε στην πανδημία και αφορά ταυτόχρονα τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνική αλληλεγγύη, τους δημόσιους θεσμούς που λειτουργούν για το κοινό καλό. Νομίζω ότι αυτά τα ζητήματα, που είναι ιστορικά, υπαρξιακά, πολιτιστικά, έχουν αρχίσει να βαθαίνουν ευρύτερα στις συνειδήσεις. Επομένως, απαιτούν λύσεις μεν που έχουν έναν μεσοπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, αλλά αναδεικνύουν και την ανάγκη για έναν ριζικό, ιστορικό και πολιτικό αναπροσανατολισμό.

 

Τα ζητήματα των ανισοτήτων και του συστημικού ρατσισμού προκάλεσαν αναταράξεις και ανατροπές στην Λατινική Αμερική και τις ΗΠΑ. Βλέπουμε αυτό το κύμα να φτάνει και στην Ευρώπη;

Δεν μπορούμε, προφανώς, με βεβαιότητα να κάνουμε καμία πρόβλεψη, ωστόσο υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να εμφανιστούν και εδώ τέτοιες κοινωνικές κινητοποιήσεις, με δεδομένο το βίωμα σε κάθε επίπεδο, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικολογικό. Δεν μπορούμε, όμως, να μην αναγνωρίσουμε πως στην Ελλάδα ξέσπασε η πανδημία των τοπικών αντιστάσεων στην αιολική ενέργεια. Είναι εντυπωσιακή η διασπορά και ταχύτητα αυτών των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Τα τοπικά αυτά κινήματα δεν εξαντλούνται στο αίτημα ακύρωσης των εγκαταστάσεων ανεμογεννητριών. Αναδεικνύουν τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Και οι αντιστάσεις δεν αφορούν τις ΑΠΕ γενικά, αλλά τη μορφή που παίρνουν αυτές οι επενδύσεις και τον αντίκτυπο που έχουν στο φυσικό περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες. Είναι επίσης μια έκφραση ευρύτερης κοινωνικής δυσφορίας και δυσανεξίας με το πολιτικό σύστημα. Αναδεικνύουν ότι πλέον έχει αφαιρεθεί ο λόγος από την κοινωνία, σε όσα κάνει η κεντρική κυβέρνηση. Διαμορφώνεται έτσι ένα αίτημα στοιχειώδους δημοκρατίας, το οποίο συνδυάζεται με μία άλλη αντίληψη για τη σχέση μας με το περιβάλλον και για το τι παρεμβάσεις απαιτούνται, ώστε να έχουμε βιώσιμες μορφές οικονομίας.

 

Αυτό το κίνημα που διαμορφώνεται, θα μπορέσει να πάει παρακάτω, πέρα από την αντίδραση και στη δράση; Για παράδειγμα, να συναντηθεί με ένα κίνημα οικοδόμησης ενεργειακών κοινοτήτων;

Αυτό είναι το αιτούμενο, μία πρόταση οικοδόμησης και όχι μόνο αντίστασης. Δεν έχουμε φτάσει εκεί. Από είναι ένα πεδίο παρέμβασης από θεσμικούς φορείς και θεσμικές πολιτικές, διότι απαιτεί τεχνογνωσία, χρηματοδότηση, κοινωνική υποστήριξη, πολλές παραμέτρους. Χρειαζόμαστε νέες μορφές συνεταιρισμών. Γνωρίζουμε την πικρή εμπειρία που είχαν αντίστοιχες κοινότητες, και για να ξεπεραστεί ο δισταγμός θα χρειαστεί οργανωμένη υποστήριξη, είτε από ένα οργανωμένο –υπερτοπικό- κίνημα είτε από θεσμικούς πολιτικούς φορείς.

 

Η ΝΔ έχει επενδύσει στο να χτίσει ένα προφίλ «πράσινης κυβέρνησης», ενώ την ίδια στιγμή περνά νόμους ή εφαρμόζει «σχέδια ανάπτυξης» περιβαλλοντοκτόνα. Γίνεται ορατή στην κοινωνία αυτή η υποκρισία;

Η «πράσινη ανάπτυξη» είναι ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για τα μεγάλα επιχειρηματικά κεφάλαια. Έχει γίνει πια σαφές ότι οι επενδύσεις αυτές δεν θα γίνονταν στην Ελλάδα αν δεν υπήρχαν ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Όπου εφαρμόζεται η κυβερνητική πολιτική, με το «πράσινο» περίβλημα, γίνονται αισθητές οι προθέσεις από τις τοπικές κοινωνίες. Γι’ αυτό και αντιδρούν. Συνολικά δεν νομίζω ότι η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία έχει κατανοήσει το βαθμό της περιβαλλοντικής καταστροφής που προκαλούν τα νομοθετήματα της κυβέρνησης. Προς το παρόν, λειτουργούν ως μεσοπρόθεσμη ή βραχυπρόθεσμη σπέκουλα.

 

Τα υπόλοιπα κόμματα έχουν καταφέρει να εντάξουν στα προγράμματά τους μια περιβαλλοντική πολιτική, που θα εντάσσει όσα αναφέρεις;

Σε καμία περίπτωση. Μόνο ένας πολιτικός χώρος έχει κάνει δουλειά σε αυτή την κατεύθυνση, γιατί έχει κατανοήσει τη σημασία αυτού του πεδίου παρέμβασης, που είναι από τα πιο κρίσιμα για τις αριστερές πολιτικές του 21ου αιώνα. Απαιτείται δουλειά βάθους και διαμόρφωση συγκεκριμένων προτάσεων, για το πώς θα συνυπάρχει η παραγωγή ανανεώσιμων μορφών ενέργειας με τον σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες.

 

Στην αρχή της κουβέντας μας αναφέρθηκες στο αλλοτριωτικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος. Η νεολαία αντιδρά σε αυτό ή έχει γυρίσει την πλάτη ολοκληρωτικά στην πολιτική, σαν να μην την αφορά;

Ακόμα δεν έχει εκφραστεί, νομίζω. Ας μην ξεχνάμε ότι έγινε μία σειρά από κινητοποιήσεις και εξεγέρσεις στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία που ήταν τελείως απρόβλεπτες. Μεθαύριο μπορεί να ξανασυμβεί. Αίσθησή μου είναι ότι η νεολαία είναι πολύ πιο ενημερωμένη, συνειδητοποιημένη και ευαισθητοποιημένη από όσο νομίζουμε ή από τις προηγούμενες γενιές.

 

Ωστόσο, παρατηρείται μια αποπολιτικοποίηση, γενικότερα, στην κοινωνία. Χάνεται το ενδιαφέρον για την πολιτική;  

Πράγματι, συμβαίνει αυτό τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αποχή από την πολιτική προέρχεται από τα πιο κριτικά σκεπτόμενα μέρη αυτής της κοινωνίας, ενώ αντίθετα το μπλοκ της εξουσίας –της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς- είναι συνεκτικό, οργανωμένο, και για αυτό κρατά ακόμα τα ηνία. Διότι, από την άλλη, υπάρχει απογοήτευση, πολυδιάσπαση και το στοιχείο της παραίτησης.

 

Στις έρευνες κοινής γνώμης καταγράφεται πως τα κυρίαρχα συναισθήματα είναι η οργή, η απογοήτευση, η ντροπή. Όταν συνέβη ξανά αυτό, ακολούθησε μία δεκαετία κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων, όπως ανάφερες. Που βλέπεις να διοχετεύονται αυτά τα συναισθήματα;

Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο σήμερα. Πώς θα μπορέσουν να εκφραστούν αυτά τα συναισθήματα, με έναν προοδευτικό και εποικοδομητικό τρόπο. Η αποξένωση που νιώθουν μεγάλες κοινωνικές μερίδες από το πολιτικό σύστημα, την τωρινή μορφή της δημοκρατίας, την οικονομία, την εργασία, οδηγεί στην αποξένωση από την κοινωνική ζωή. Αυτό το πεδίο της αλλοτρίωσης μπορεί να κατευθυνθεί σε δύο ριζικά διαφορετικούς προσανατολισμούς. Από τη μία, στην άκρα Δεξιά. Άλλωστε, αυτή είναι η τροφή της τα τελευταία τριάντα χρόνια, και φέτος είδαμε και πάλι να παρεισφρέει στα σχολεία. Από την άλλη, είναι ζητούμενο πώς θα προκύψει μία θετική πρόταση που θα αποτελέσει πρόταση ελπίδας. Είχαμε εξελίξεις στην Ελλάδα που δεν ευοδώθηκαν σε μία τέτοια κατεύθυνση. Είναι ζητούμενο το ποιες θα είναι οι νέες μορφές οργάνωσης που θα ανασυγκροτήσουν τους κοινωνικούς δεσμούς. Η γνώμη μου είναι πως πέρα από οτιδήποτε μπορεί ή θα έπρεπε να γίνει στο κομματικό σύστημα και σε νέες κυβερνητικές, προοδευτικές, κεντροαριστερές συμμαχίες, χρειαζόμαστε νέες μορφές οργάνωσης μέσα στην κοινωνία των πολιτών και μέσα στην οικονομία. Χρειαζόμαστε πρωτοβουλίες και οργάνωση σε τοπικό επίπεδο, που θα έχουν δυνατότητες δημοκρατικής συμμετοχής και ελέγχου, και χρειαζόμαστε νέα σχήματα και νέες πρωτοβουλίες στην κοινωνική οικονομία. Αυτά κυοφορούνται τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμα δεν έχουν συγκροτήσει έναν ισχυρό εναλλακτικό πόλο μέσα στη σημερινή οικονομία που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο της πολιτικής οργάνωσης, της εκτόνωσης των αρνητικών συναισθημάτων και της αντιμετώπισης της επισφάλειας. Είναι μια νέα μορφή οργάνωσης, που βλέπουμε να αναπτύσσεται παγκόσμια.

 

Υπάρχουν θαρρείς πολιτικά αποθέματα –και όχι μόνο κοινωνικά- που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν αυτήν την πρόταση ελπίδας;

Από τους σημερινούς κομματικούς σχηματισμούς, νομίζω ότι δεν έχουμε τα τελευταία χρόνια μια ανανέωση που θα αντιμετώπιζε τα κενά αξιοπιστίας ενός εναλλακτικού, προοδευτικού προγράμματος σήμερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί αν συμβεί αύριο, αλλά για να συμβεί χρειάζεται μια σημαντική αλλαγή ρότας σε διάφορα επίπεδα. Ένα παράδειγμα είναι η διεύρυνση των συμμαχιών, δεδομένου ότι το μπλοκ της δεξιάς είναι συμπαγές. Ένα δεύτερο είναι εάν θα πρέπει οι δυνάμεις της αριστεράς, όπως και κάποια στοιχεία της κεντροαριστεράς, να συγκροτήσουν ένα συνολικό, εναλλακτικό πειστικό πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα. Το πώς θα οργανωθεί κάτι τέτοιο είναι σίγουρα μια μεγάλη πρόκληση, αλλά μόνο μέσα από μια τέτοια δράση θα μπορούσε να συμβεί ουσιαστική ανανέωση και ανάκτηση των δεσμών εμπιστοσύνης με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

 

Αυτό δεν απαιτεί και ένα άλλο μοντέλο κόμματος, με συλλογική ηγεσία, μέσα και από μια ανανέωση του πολιτικού προσωπικού;

Αυτή είναι μια παγκόσμια κοινωνική εξέλιξη. Για αυτό παρατηρείται η αμφισβήτηση της ηγεσίας και η ανάπτυξη κινημάτων με οριζόντιο χαρακτήρα και δικτυακή οργάνωση. Τούτο οφείλεται και στη μαζικοποίηση της εκπαίδευσης στο ανώτατο στάδιο και στην πρόσβαση στην πληροφορία που υπάρχει και με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών. Δεν περιμένει σήμερα ένας νέος άνθρωπος έναν φωτισμένο ηγέτη, όπως συνέβαινε πριν από πενήντα χρόνια γιατί δεν είχε αυτό το επίπεδο μόρφωσης και ενημέρωσης. Από την άλλη, θα πρέπει να δούμε τη μορφή πολιτικής οργάνωσης που απαιτείται στον 21ο αιώνα, αν μας ενδιαφέρει ακόμα ένας ριζικός, κοινωνικός μετασχηματισμός που θα έχει τα χαρακτηριστικά του βαθύτερου εκδημοκρατισμού και της ανάκτησης της ισότητας. Μία κοινή συνισταμένη του προβληματισμού γύρω από το ποιο θα μπορούσε να είναι το νέο αυτό συλλογικό υποκείμενο και τι μορφή οργάνωσης θα έχει, είναι ότι θα πρόκειται για ένα σύνθετο οικοσύστημα κοινωνικών και πολιτικών δρώντων και όχι για ένα ενιαίο κόμμα. Για την ανάγκη ανανέωσης, ας δούμε το παράδειγμα του Ποδέμος. Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εκφραστής μιας μερίδας, τουλάχιστον, του κόσμου που συνδέθηκε με τα κοινωνικά κινήματα στην Ισπανία από το 2003 και μετά, αν το κόμμα είχε άλλη μορφή οργάνωσης και δεν ήταν αρχηγοκεντρικό, όπως αποδείχθηκε, δημιουργώντας σε πολλές φάσεις μεγάλη απογοήτευση. Είχαμε έναν αναχρονισμό σε ό,τι αφορά τη δημοκρατική λειτουργία, ο οποίος απέκοψε το κόμμα από την κοινωνική και πολιτική του βάση. Ακόμα και αν φανταστούμε ότι το Ποδέμος, που διεκδικούσε την κυβέρνηση το 2015, την κατακτούσε. Τι δύναμη θα είχε ως κυβέρνηση να προωθήσει ριζικές μεταρρυθμίσεις σε ένα κράτος όπως η Ισπανία; Πάρα πολύ μικρή, αν δεν είχε την πραγματική εμπλοκή των μελών του και των ευρύτερων κινημάτων, που θα πίστευαν ότι είναι ο εκφραστής τους, και θα υποστήριζαν τις νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες που θα έπαιρνε ως μία κυβέρνηση ρήξης και όχι μία κυβέρνηση συνέχειας. Για αυτό λέω ότι χρειαζόμαστε άλλες μορφές ηγεσίας, που θα εξασφαλίζουν την οργανική σύνδεση και δεν θα οδηγούν σε αποξένωση.

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet