Αυτό που φαινόταν να πρυτανεύει --υποσυνείδητα ίσως, ανομολόγητα σίγουρα-- στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς σχεδόν όλο το 2021, ανατρέπεται άρδην τις τελευταίες εβδομάδες. Η προσδοκία ότι η πανδημία Covid-19, ελεγχόμενη στα όρια του ανεκτού, θα διαρκέσει όσο χρειαστεί για να εφαρμόσει η κυβέρνηση το πολιτικό της πρόγραμμα, μεταμορφώνεται σε πολιτικό εφιάλτη. «Ήταν εύκολο για την κακομαθημένη ιθύνουσα τάξη της χώρας να ξεχνάει τη σημασία του δημόσιου συστήματος υγείας στα εύκολα και να μπερδεύει την άνεση της ξενοδοχειακής υποδομής με το σύστημα που δίνει την πραγματική μάχη της πρώτης γραμμής στα πολύ δύσκολα…»*

Και τα πολύ δύσκολα ήλθαν. Τα καθημερινά ρεκόρ κρουσμάτων, διασωληνωμένων και θανάτων, οι προβλέψεις για ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων το επόμενο διάστημα προδιαγράφουν εξελίξεις που ξεπερνούν την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η τροχιά εκλογών στην οποία βρίσκεται η χώρα ξεκίνησε νωρίτερα, όμως πολιτική ταυτότητα απέκτησε όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κάλεσε την κυβέρνηση να παραιτηθεί και τον πρωθυπουργό να προκηρύξει εκλογές. Η επίκληση του Αλέξη Τσίπρα στους πολίτες να αντισταθούν σε μια πολιτική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης επικίνδυνη, υπεύθυνη για χιλιάδες θανάτους, απρόθυμη να εμποδίσει νέες εκατόμβες ενισχύοντας το ΕΣΥ, έδωσε πολιτική στόχευση στη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Έτσι γινόταν από καταβολής πολιτικής, έτσι θα γίνεται. Αρκεί συχνά μια φράση ειπωμένη την κατάλληλη στιγμή. Κι εδώ η στιγμή αυτή ήταν όταν ο Μητσοτάκης, για να υποβαθμίσει την ανάγκη πρόσθετων ΜΕΘ, είπε στη Βουλή ότι δεν έχει υπόψη του καμιά μελέτη που να δείχνει ότι η θνησιμότητα εκτός ΜΕΘ είναι μεγαλύτερη από την εντός ΜΕΘ, για να συλληφθεί ψευδόμενος σε χρόνο μηδέν, όταν έγινε γνωστή η μελέτη Τσίοδρα – Λύτρα και η πληροφορία ότι ο πρωθυπουργός γνώριζε αλλά συνέχισε να πράττει τα αντίθετα.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης αιφνιδιάστηκε. Είχε επαναπαυθεί στην ιδέα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα σέρνεται μουδιασμένος μέχρι το συνέδριό του τουλάχιστον; Ίσως. Σε κάθε περίπτωση, αρνήθηκε να απαντήσει στην πρόκληση. Επικαλέστηκε την πανδημία και τις επενδύσεις, αλλά είναι τα ποσοστά που του δίνουν και οι πιο φιλικές δημοσκοπήσεις που του στερούν τον «αέρα» να το κάνει. Πρόσφατη έρευνα δημοσκοπικής εταιρείας της εμπιστοσύνης της κυβέρνηση κατέγραψε πρόθεση ψήφου 27,5% για το κυβερνών κόμμα. Παρά τις «εκτιμήσεις» και τις αναγωγές των δημοσκόπων, το ποσοστό εμπιστοσύνης δεν ξεπερνά το 34%, όταν ο εκλογικός νόμος Μητσοτάκη-Βελόπουλου, ο οποίος θα ισχύσει μετά τις εκλογές με απλή αναλογική, απαιτεί ποσοστό 38% για να σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αλλά και τότε θα πρόκειται για οριακή αυτοδυναμία 151 ή 152 εδρών, κάτι που μάλλον προκαλεί ρίγη στον υιό Μητσοτάκη, στην ενθύμηση της τύχης που επιφύλαξε ανάλογη αυτοδυναμία στην κυβέρνηση του πατρός Μητσοτάκη το 1993.

Υπάρχουν στο κυβερνητικό επιτελείο σκέψεις ακόμη και για αλλαγή του εκλογικού νόμου, στα πρότυπα της προηγούμενης, όταν με τις ψήφους των βουλευτών της και εκείνων της Ελληνικής Λύσης, η κυβέρνηση επανέφερε, πριν ακριβώς έναν χρόνο, το σύστημα ενισχυμένης αναλογικής που θα ισχύσει μετά την απλή αναλογική. Σκέψεις που ερωτοτροπούν με ποσοστά κοντά στο 36%.

Θα πρόκειται για αντικατάσταση εκλογικού νόμου πριν καν αυτός εφαρμοστεί. Εκτιμάται, και σωστά, ότι αυτό θα εξέπεμπε μήνυμα πανικού και ηττοπάθειας. Προς το παρόν, παραμερίζεται στην αναμονή. Παραμένει ωστόσο η πρόκληση Τσίπρα, με την οποία συντάσσεται το 44% της κοινής γνώμης. Στο εξής θα την επαναφέρει διαρκώς η φθορά γενικά της κυβέρνησης και ειδικά του πρωθυπουργού, χρίζει συνεπώς μιας απάντησης.

Ανατέθηκε στο κ. Γεραπετρίτη να τη δώσει. Και εκείνος το έκανε επιστρατεύοντας στο άρθρο του παραμονή Χριστουγέννων στην «Καθημερινή» όλο το φλέγμα –άλλοι θα το έλεγαν κομπασμό-- που τον διακρίνει ως διαπρεπή συνταγματολόγο και ως περιστασιακό πολιτικό. Εγκάλεσε ο κ. υπουργός Επικρατείας τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για ελλιπή γνώση του Συντάγματος: «Όταν δεν γνωρίζουμε, ενημερωνόμαστε και συζητούμε. Ιδιαίτερα σε θέματα κομβικά για το πολίτευμα και τους θεσμούς. Όσοι δοκησίσοφοι ερμηνεύουν από πολιτική ιδιοτέλεια το Σύνταγμα εκ του προχείρου και a la carte, ας αναλογισθούν τι σημαίνουν πολιτικές εκπτώσεις στον θεμελιώδη νόμο του κράτους».

Αλλά από ποιο άρθρο του θεμελιώδους νόμου της Δημοκρατίας συνάγεται ότι η κατάθεση μιας πολιτικής πρότασης συνιστά έκπτωση από τον νόμο αυτό;

Δεν ήταν όμως αυτό το μόνο ολίσθημα του κ. Γεραπετρίτη. Στην ίδια φράση συμπεριέλαβε μια παρατήρηση που θα τροφοδοτήσει ερμηνείες: «Εκλογές δεν είχαμε ούτε το 2011, όταν η παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου οδήγησε στον σχηματισμό της (πολιτικής) κυβέρνησης Παπαδήμου». Αν δεν είναι αβλεψία, τότε πρόκειται για σοβαρό υπαινιγμό που επιτρέπει υποθέσεις για σενάρια περί κυβέρνησης με τεχνοκράτη πρωθυπουργό, σαν απάντηση στην αυξανόμενη ανεπάρκεια του Μητσοτάκη.

Ο οποίος έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Κάθε λόγο να προχωρήσει ίσως και σε πρόωρες εκλογές, έχοντας εξασφαλίσει ένα περιβάλλον από πρόσωπα που θα τον στηρίξουν για να επανεκλεγεί πρωθυπουργός, και που θα συνεχίσουν και όταν θα πρέπει να αρκεστεί στην αρχηγία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η πρόσφατη αλλαγή στις θέσεις δεκατριών γενικών και ειδικών γραμματέων συνδέθηκε με τα παραπάνω, δίνοντας τροφή στην εκλογολογία, ειδικά η περίπτωση της Σοφίας Νικολάου, που παραιτήθηκε για να πολιτευτεί, αλλά και της Βίκυς Λοΐζου και της Αθηνάς Καλύβα, για τον ίδιο λόγο.

Προκειμένου να διεκδικήσουν βουλευτική έδρα, όφειλαν να παραιτηθούν από κάθε δημόσιο αξίωμα 18 μήνες πριν από τις επόμενες εκλογές, όπως και έκαμαν. Πράγμα που, όπως διαβεβαιώνει γνωστός συνταγματολόγος, τους εξασφαλίζει το δικαίωμα να καταθέσουν υποψηφιότητα «ακόμη και αν προκηρυχθούν εκλογές αύριο». Έχει τη σημασία του, ιδωμένο υπό το πρίσμα της εκλογολογίας όλο το 2022. Ιδίως αν υπάρξει συνέχεια με πρόσωπα από το περιβάλλον Μητσοτάκη.

 

*Αλέξης Παπαχελάς, «Τεστ επαφής με την πραγματικότητα», kathimerini.gr, 25 Δεκ. 2021.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet