Πώς φτάσαμε στο σημείο η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Λατινική Αμερική να δικαιολογείται ως «πόλεμος» ενάντια στο ναρκεμπόριο, την σωματεμπορία και την επέκταση της δήθεν τρομοκρατίας; Έτσι δικαιολογούν τη συνεχή στρατιωτική επέκταση των βάσεων τους στην ήπειρο. Η αλήθεια βρίσκεται στην πολιτική επιστήμη, όπου η Αριστερά, οι ιδέες της συνεχίζουν να εξαπλώνονται από την Γη του Πυρός μέχρι το Ρίο Γκράντε.

Οι στρατιωτικές βάσεις που κατασκεύασε η κυβέρνηση των ΗΠΑ τον 20ο αιώνα στην Λατινική Αμερική σχετίζονται, κυρίως, με την πρόθεσή της να έχει παρουσία σε πιθανές συγκρουσιακές και στρατηγικές κινήσεις (είτε εγχώριες είτε από δυνάμεις εκτός του δυτικού ημισφαιρίου), όπως η κατασκευή της Διώρυγας του Παναμά, που ξεκίνησε το 1903, η ανεξαρτησία της Κούβας από την Ισπανία, το 1902 και αυτή του Πουέρτο Ρίκο το 1898.

Το αρχιτεκτονικό γεωπολιτικό σχέδιο, γνωστό ως δόγμα Μονρόε, παραμένει η βασική επιλογή, με αλλαγές και προσαρμογές όταν χρειάζονται. Στον 21ο αιώνα, από τη στιγμή που μειώνεται η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, η Λατινική Αμερική αναδεικνύεται σε στρατηγικό ζήτημα για το «Ιμπέριουμ». Στο σημείο αυτό έχει σημασία να εξετάσουμε τις νέες αντιφάσεις και ερωτήματα που προκύπτουν.

 

Η στρατηγική των βάσεων

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συνδέουμε αυτή τη στρατηγική των ΗΠΑ με σπουδαία ιστορικά φαινόμενα. Το δίκτυο των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων αναπτύχθηκε ως μέρος ενός αποικιοκρατικού σχεδίου, στις αρχές του 20ου αιώνα, και συνεχίστηκε με το ανανεωμένο δόγμα Μονρόε, ιδιαίτερα με τον Ψυχρό Πόλεμο, οπότε το ενδιαφέρον των ΗΠΑ επικεντρώθηκε στην πρόληψη της εξάπλωσης επαναστατικών ιδεών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών θεωριών στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα στην Λατινική Αμερική.

Ο βασικός λόγος που η Κούβα παραμένει ο βασικός «εχθρός» των βόρειοαμερικανικών συμφερόντων, εδώ και επτά δεκαετίες, είναι διαπιστωμένος. Οι δολοφονικές κυρώσεις σε βάρος της Κουβας και του λαού της, τόσο από την κυβέρνηση Τραμπ όσο και από την κυβέρνηση Μπάιντεν συνεχίζονται. Προστίθενται δε και από την ιδιαίτερα «πειθαρχημένη ΕΕ» προς τα αμερικανικά συμφέροντα, που ενσωματώνονται σε μια ανελέητη ιμπεριαλιστική πολιτική ενάντια στον κουβανικό λαό, εν μέσω μιας πρωτόγνωρης πανδημίας σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Καθώς η διατήρηση και ο εκσυγχρονισμός των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων δικαιολογείται πλέον από τον πόλεμο κατά των «ναρκωτικών» και της «τρομοκρατίας», αντί του «κομμουνιστικού κινδύνου», η Αριστερά συνεχίζει να εξαπλώνεται στην κεντρική Αμερική, Καραϊβική και Νότια Αμερική, όπως δείχνουν οι τελευταίες 14 εκλογικές αναμετρήσεις τα τελευταία δυο χρόνια, με τα πιο πρόσφατα ελπιδοφόρα παραδείγματα στην Χιλή και την Ονδούρα. Τα προηγούμενα χρόνια, η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ έγινε δεκτή από ορισμένες κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής (κυρίως δικτατορίες και καθεστώτα ελεγχόμενα από τις ΗΠΑ). Αυτά συνέβησαν με την άνοδο του ακραίου ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμού, των εγκλημάτων και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με ανύποπτες τραγωδίες για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σε πολλές χώρες της Ηπείρου.

 

Απώλειες

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν την αεροπορική βάση Howard στον Παναμά το 1999 και η Μπολιβαριανή Βενεζουέλα τούς αρνήθηκε τη χρήση του εναέριου χώρου της, γεγονός που άφησε ανοιχτό μέτωπο στις δυνατότητες επιτήρησης στην περιοχή που συνδέει την Κεντρική Αμερική με τη Νότια Αμερική, μία περιοχή κλειδί για την παρακολούθηση της διακίνησης ναρκωτικών και της μαζικής μετανάστευσης χωρίς έγγραφα, που λαμβάνει μαζικότατες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια.

Έχασε επίσης μία από τις βάσεις της στον Ισημερινό το 2009. Ο αριθμός των στρατευμάτων στις βάσεις των ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική μειώθηκε και συρρικνώθηκε περαιτέρω όταν ο Ισημερινός τερμάτισε τη μίσθωση αυτής της βάσης επί κυβερνήσεων Ραφαέλ Κορέα.

Από τότε, πολλές διαπραγματεύσεις για την επέκταση της στρατιωτικής επιρροής των ΗΠΑ απέτυχαν σε αρκετές χώρες. Για παράδειγμα, το Περού και ο Παναμάς ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Από την πλευρά της, η Κολομβία συμφώνησε να φιλοξενήσει βάσεις, αλλά αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν αντισυνταγματικό. Το ζήτημα αυτό θεωρείται κορυφαίο θέμα στις επερχόμενες εκλογές στην χώρα που θα πραγματοποιηθούν το δεύτερο εξάμηνο του 2022.

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, όταν το Μεξικό, η Κολομβία και η Βενεζουέλα υιοθέτησαν πολιτικά καθεστώτα που τείνουν προς τη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, παγιώθηκε ένα δίκτυο κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, που αντιτάχθηκαν στην παρουσία των ΗΠΑ και στον ακραίο παρεμβατικό μιλιταρισμό στις όχθες τους. Επομένως, αν και υπάρχουν κυβερνήσεις στην Λατινική Αμερική που θέλουν να φιλοξενήσουν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, δεν το κάνουν λόγω της αύξησης της εγχώριας αντιπολίτευσης και των μεγάλων κοινωνικών αντιδράσεων.

 

Πολιτική δύο επιπέδων

 

Ποιοι άλλοι λόγοι μπορούν να εξηγήσουν γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν να εγκαταστήσουν νέες στρατιωτικές βάσεις στην Λατινική Αμερική, για να αντικαταστήσουν αυτές που είχαν στον Ισημερινό; Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πίεσαν ή δεν ανάγκασαν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής να δεχτούν νέες στρατιωτικές βάσεις;

Η απάντηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι βάσεις είναι ένα παιχνίδι σε δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά, η διαπραγμάτευσή τους συνεπάγεται αλληλεπίδραση μεταξύ της κυβέρνησης υποδοχής και μιας ξένης κυβέρνησης. Αφετέρου, περιλαμβάνει μια διαπραγμάτευση της κυβέρνησης υποδοχής της βάσης με τοπικούς θεσμούς και ομάδες. Εδώ οι ιθαγενικοί πληθυσμοί, η προστασία του περιβάλλοντος στον Αμαζόνιο, η νεολαιίστικες δράσεις σε κινηματική εναρμόνιση  με την πατροπαράδοτη αντί ιμπεριαλιστική αριστερά σε ολόκληρη την ήπειρο ανακύπτουν ως μια ισχυρή εξίσωση που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αντιμετωπίσει.

Κεντρικό στοιχείο για να εξηγηθεί η αποτυχία των διαπραγματεύσεων για την εγκατάσταση νέων βάσεων είναι η απώλεια σχετικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών ως παγκόσμιας ηγεμονικής δύναμης, αν και εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς μέσω των οποίων συνεχίζει να παρεμβαίνει, όπως ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, η Δια- Αμερικανική Τράπεζα για την Ανάπτυξη και συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και το ΔΝΤ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει την ισχύ τους στον κόσμο λόγω φαινομένων όπως η παγκόσμια ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας, η επάνοδος της Ρωσίας ως μια παγκόσμια στρατιωτική και γεωπολιτική οντότητα. Οι νέες διεθνείς στρατιωτικές, νομισματικές, ενεργειακές και περιβαλλοντικές ανισορροπίες ανατρέπουν με δυναμισμό την «παγκόσμια αμερικανική αυτοκρατορία». Οι συστημικές και φίλο-ευρωατλαντικές πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα δεν φαίνονται να αντιλαμβάνονται αυτές τις νέες διεθνείς πολύπλοκες συγκυρίες. Μένουν προσκολλημένες  στο παρακμασμένο, ανιστόρητο  δόγμα «ανήκουμε στην Δύση».

 

Οι νέες συνθήκες

 

Την ίδια στιγμή, διαδικασίες όπως η προβλεπόμενη στροφή προς τα αριστερά στην Βραζιλία μέσα στο νέο έτος και η πιθανή ήττα της Ακροδεξιάς στην Κολομβία στις επερχόμενες εκλογές, η οικονομική ανάκαμψη στην Βενεζουέλα, η ανεξαρτησία της εξωτερικής πολιτικής του Μεξικού και της Αργεντινής εντείνονται, αφού έχουν σπάσει στην πράξη τις κυρώσεις εναντίων της Κούβας, ενώ η Βολιβία, το Περού, η Χιλή, η Νικαράγουα έχουν συρρικνώσει την επεκτατική δύναμή της Ουάσιγκτον, στην «πίσω αυλή των ΗΠΑ».

Εάν κανείς προσμετρήσει τις πρόσφατες ιστορικές ήττες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, στην κεντρική Ασία, τη μείωση της επιρροής τους στην Αφρική και την νοτιοανατολική Ασία, τότε η ΕΕ βρίσκεται όλο και πιο εγκλωβισμένη, πιο απομονωμένη, πιο συρρικνωμένη σε πολλαπλά επίπεδα (ενεργειακά, οικονομικά, παραγωγικά) σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Η Αριστερά στην ΕΕ δείχνει ανήμπορη να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά και κοινωνικά την κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού αδιεξόδου. Ο μεταμοντερνισμός σε ιδέες και πρακτικές βρίσκονται εντός του συστημικού πλαισίου, έτσι σε μεγάλο βαθμό, η ευρωπαϊκή αριστερά κατατάσσεται ως ακίνδυνη δύναμη, χειραγωγείται, ενσωματώνεται.

Στην Λατινική Αμερική, η Αριστερά δείχνει ικανή μέσα από δυσκολίες να μπορεί να κερδίζει μικρές και μεγάλες μάχες. Ανανεώνεται με νικηφόρο τρόπο εναρμονίζοντας την ιστορική πατριωτική και διεθνιστική της κληρονομιά με τα νέα δεδομένα της εποχής.

Ωστόσο, η διάβρωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ δεν εξηγεί πλήρως και δεν απαντά πειστικά σε νέα ερωτήματα και νέες αντιφάσεις που προκύπτουν. Ο κίνδυνος του πολλαπλασιασμού περιφερειακών πολέμων και με τη χρήση πυρηνικών όπλων και άλλων όπλων μαζικής καταστροφής είναι υπαρκτός όσο ποτέ.

Η σημερινή διεθνής συγκυρία γεμάτη κινδύνους αλλά και υποκρισία, εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Ενώ στην ΕΕ παρουσιάζονται σε γραφήματα τα ποσοστά των εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων πολιτών, ποτέ δεν θα δούμε στα κυρίαρχα ΜΜΕ, ότι το ποσοστό εμβολιασμένων στην Αφρική δεν ξεπερνά το 15%. Ένα ισχυρό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, φιλειρηνικό αλληλέγγυο, ένα ισχυρό, νεανικό,  μαζικό κοινωνικό μέτωπο, κατά των πολέμων και των βάσεων μπορεί να αποτελέσει μια νέα αρχή για μια αριστερά που δεν είναι ανάγκη να περιθωριοποιηθεί. Η κοινωνική ανισότητα, οι ταξικές αντιθέσεις διευρύνονται, τα ερωτήματα, η απόγνωση ιδιαίτερα της νεολαίας εντείνονται. Δεν αρκούν οι περιγραφές , αναζητούνται πρακτικές λύσεις και απαντήσεις . Οι αγώνες εγγυώνται τον δρόμο της ελπίδας.

Κώστας Ήσυχος Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Λατινική Αμερική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet