Ζοφερό φαίνεται να είναι από την αρχή του το 2022 στο ζήτημα της έμφυλης βίας, καθώς νέα περιστατικά κακοποίησης και παρενόχλησης γυναικών έρχονται συνεχώς στη δημοσιότητα. Και ενώ η ορατότητα αυτών είναι σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση του φαινομένου, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται από αρκετά μέσα, κάθε άλλο παρά τον επιθυμητό στόχο φαίνεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα.

Συνοπτικά, τις τελευταίες μέρες ένας άνδρας στο Περιστέρι, θετικός στον κορονοϊό, ξυλοκόπησε τη σύζυγό του γιατί του ζήτησε να φύγει από το σπίτι μέχρι να αναρρώσει, προκειμένου να μην κολλήσει το παιδί τους και η ίδια. Στην Κέρκυρα, καταμεσής της πόλης, ένας άνδρας άρχισε ξαφνικά να χτυπάει τη σύντροφό του, με αποτέλεσμα η γυναίκα να χρειαστεί να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Στην Πάτρα δεκατετράχρονη αθλήτρια πυγμαχίας υπέστη σεξουαλική παρενόχληση από τον προπονητή της, ενώ καταγγελία για επίθεση κατέθεσε η σύντροφος του ποδοσφαιριστή Σεμέδο (υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος είχε κατηγορηθεί πρόσφατα και για συμμετοχή σε μαζικό βιασμό ανήλικης και αναμένεται το δικαστήριο), την οποία όμως απέσυρε έπειτα. Όχι γιατί δεν είχε γίνει το συμβάν, άλλωστε την αστυνομία κάλεσαν αρχικά οι γείτονες όταν άκουσαν τις έντονες φωνές από τον καυγά, αλλά γιατί, βάσει των δημοσιευμάτων, η ίδια δεν θέλησε να δώσει έκταση στο ζήτημα. Ένα φαινόμενο αρκετά συχνό σε τέτοιες περιπτώσεις, είτε λόγω φόβου, είτε λόγω ντροπής που καλλιεργείται στις επιζήσασες. Φαινόμενο, όμως, που φαίνεται ταυτόχρονα να σπάει σιγά–σιγά, αν αναλογιστούμε πως σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις που περιγράφθηκαν, οι δράστες θα οδηγηθούν σε δίκη.

 

Η αρρενωπότητα ως τοξικότητα

 

Όμοια θα συμβεί και με τον δράστη της απόπειρας γυναικοκτονίας που σημειώθηκε ανήμερα την Πρωτοχρονιά στον Άγιο Παντελεήμονα. Πιο συγκεκριμένα, ο άνδρας απήγαγε από το σπίτι της την 3οχρονη σύντροφό του, την οδήγησε στο δικό του και την χτυπούσε ασταμάτητα, κάνοντας live μετάδοση μάλιστα από τον λογαριασμό της στο facebook, ώστε να το δουν οι φίλοι και το παιδί της. Ενώ όταν ήρθε η αστυνομία, απειλούσε πως θα τινάξει όλη την πολυκατοικία στον αέρα, ανοίγοντας μια φιάλη υγραερίου. Ευτυχώς οι αστυνομικοί κατάφεραν να επέμβουν και να γλιτώσει και η γυναίκα και οι υπόλοιποι ένοικοι. Αφορμή για το περιστατικό στάθηκε το γεγονός πως η 30χρονη με την αδερφή της το περασμένο βράδυ είχαν πάει σε σπίτι φίλων για την αλλαγή του χρόνου και όχι στο δικό του, όπως ήθελε. Αλλά αυτός, όπως δήλωνε στο βίντεο που τράβηξε ενώ την χτυπούσε, «είμαι άνδρας, όχι γυναίκα», για να το ανεχθεί αυτό.

Και ακριβώς εκεί έγκειται το πρόβλημα! Στο πώς νοείται ακόμα από κάποιους η κοινωνική ταυτότητα του άνδρα και της γυναίκας: η αρρενωπότητα να είναι συνυφασμένη με την επιθετικότητα, τον αυταρχισμό, την απολυτότητα, την επιβλητικότητα κτλ, αποδίδοντας έναν ανώτερο κοινωνικό ρόλο στους άνδρες, και τη θηλυκότητα να γίνεται αντιληπτή σαν αδυναμία, πραότητα, ευαισθησία, ταπεινότητα, υποχωρητικότητα κτλ, κατασκευάζοντας το κατώτερο μέρος (θύμα) μιας ιεραρχικής σχέσης. Το οξύμωρο είναι ότι την ίδια ώρα που βλέπουμε την ακραία έκφραση αυτής της επικίνδυνης (τοξικής) αρρενωπότητας, αυτές οι συμπεριφορές συνεχίζονται να χαρακτηρίζονται σαν «άνανδρες», παρότι είναι ακριβώς «ανδρικές» –από την άποψη πως πρόκειται για αναμενόμενες πρακτικές μιας τέτοιας κοινωνικής κατασκευής του άνδρα και όχι από μια ουσιοκρατική οπτική των φύλων. Έτσι, η κυρίαρχη κατασκευή του ανδρισμού παραμένει στο απυρόβλητο και συνεχίζεται ο γλωσσικός (και πρακτικός) σεξισμός, που ταυτίζει τον άνδρα και τα παράγωγά του με θετικές αξίες, πχ το θάρρος με την ανδρεία κ.ο.κ., και τη γυναίκα αντίστοιχα με αρνητικές.

 

Δημοσιογραφία «αίματος και σπέρματος»

 

Τέτοια περιστατικά έμφυλης βίας σημειώνονται και σημειώνονταν δυστυχώς συνέχεια. Όμως τον τελευταίο χρόνο, χάρη στο ελληνικό κίνημα του #MeToo, φεύγουν από τη σιωπή του σπιτιού και έρχονται πιο συχνά στο φως της δημοσιότητας, αναγκάζοντας έτσι, σιγά–σιγά, ακόμα και τα κυρίαρχα ΜΜΕ να καταπιαστούν με το ζήτημα της έμφυλης βίας με διαφορετικούς όρους από τις μέχρι τότε αναπαραστάσεις του θέματος σαν «οικογενειακή τραγωδία». Με τον κατά τ’ άλλα φιλήσυχο σύζυγο, δηλαδή, που έφτασε σε αυτό το σημείο λόγω της παράφορης αγάπης για τη γυναίκα, που λίγο–πολύ της άξιζε η βία που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της.

Και ενώ, λοιπόν, πια παρατηρείται συχνά η κοινωνική καταδίκη τέτοιων συμπεριφορών χωρίς αστερίσκους ακόμα και στα κυρίαρχα μέσα, όπως και η αυξανόμενη χρήση του όρου της γυναικοκτονίας, η δημοσιογραφική κάλυψη γίνεται επίσης συχνά με όρους «αίματος και σπέρματος», μετατρέποντας σε θέαμα το ζήτημα, σαν να πρόκειται για μυθοπλαστικό θρίλερ, χάριν τηλεθέασης ή αναγνωσιμότητας, με κίνδυνο να καλλιεργηθεί και η αντίστοιχη αποστασιοποίηση/μούδιασμα στους θεατές και αναγνώστες, αντί της επιθυμητής ευαισθητοποίησης για το ζήτημα. Γιατί ποιο άλλον σκοπό μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί η προβολή του βίντεο του ξυλοδαρμού της 30χρονης γυναίκας από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ και στη συνέχεια από σειρά άλλες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες; Ενημερωμένο ήταν το κοινό και μόνο από την περιγραφή των γενικών διαστάσεων του γεγονότος. Με την προβολή του βίντεο το μόνο που επιτυγχάνεται είναι ο επανατραυματισμός, η θυματοποίηση και ο διασυρμός της γυναίκας, που και πάλι κάποιος τρίτος, όμοια με τον δράστη, αποφάσισε να δημοσιοποιήσει την επίθεση που δέχτηκε. Ταυτόχρονα, η συνεχόμενη θέαση της βίας υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει από την κανονικοποίησή της, μέχρι στη δημιουργία copycats (μιμητών), καθώς παρά τα όσα καταδικαστικά σχόλια μπορεί να ακουστούν μετά, η εικόνα έχει τη δική της, ξεχωριστή δυναμική ως μήνυμα.

Αντίστοιχη προσέγγιση παρατηρείται συχνά και στη δημοσιοποίηση από διάφορα μέσα των περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης ή βιασμών, όπου μεταφέρονται οι λεπτομέρειες λεπτό προς λεπτό και πράξη προς πράξη της επίθεσης, σαν να πρόκειται για ερωτική πεζογραφία, μετατρέποντας τους αναγνώστες σε ηδονοβλεψίες της κλειδαρότρυπας. Τελευταίο παράδειγμα η δημοσιοποίηση των λεπτομερειών της κατάθεσης της 14χρονης για τη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστη, σαν η ακριβής γνώση των πράξεων του προπονητή, πώς την έπιανε και πού, να είναι απαραίτητη για την ορατότητα και την κοινωνική καταδίκη του φαινομένου. Αντίθετα, αυτού του είδους ειδησεογραφική καταγραφή των συμβάντων, όπου εστιάζουν στις ιδιαιτερότητες του κάθε δράστη, θύματος, περιστατικού, χωρίς αναγωγή στο ευρύτερο ζήτημα, βοηθάει στο να αποσιωπούνται τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και να αντιμετωπίζονται σαν μεμονωμένα γεγονότα. «Η ανάγνωση του περιστατικού ως επεισοδικής κάλυψης, το απομακρύνει από τον κοινωνικό επιπολασμό του και από την αναγνώρισή του ως δυναμικού φαινομένου. Το γεγονός αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη συναισθηματική αποσύνδεση του αναγνώστη από το φαινόμενο και τις συνέπειές του»1.

 

Αναγκαία η επιμόρφωση και τα μέτρα στήριξης

 

Αυτά προφανώς δεν σημαίνουν πως πρέπει να σταματήσει η δημοσιοποίηση των περιστατικών έμφυλης βίας, αλλά ότι χρειάζεται προσοχή στους όρους με τους οποίους γίνεται και στις πλευρές που επιλέγεται να φωτιστούν. Άλλωστε, στόχος δεν είναι να αναπαραχθεί και πάλι η εικόνα των γυναικών σαν αδύναμων θυμάτων, αλλά να αναδειχθεί ο διεκδικητικός λόγος του φεμινιστικού κινήματος και να επιζητηθεί η λήψη των απαραίτητων πολιτικών μέτρων, προκειμένου κάποια στιγμή να μπει ένα τέλος στο φαινόμενο της έμφυλης βίας. Από την εισαγωγή της γυναικοκτονίας στο νομικό πλαίσιο, μέχρι την επιμόρφωση δημοσιογράφων, δικαστικών λειτουργών, αστυνομικών στο ζήτημα, τη δημιουργία σχετικού μαθήματος στα σχολεία, την ενίσχυση των κοινωνικών δομών του κράτους για τις επιζήσασες έμφυλης βίας κ.ά.

Ίσως έτσι, ακόμα και αν κάποια έμφυλα εγκλήματα παραγράφονται νομικά λόγω του χρόνου που έχει περάσει από την τέλεσή τους μέχρι την καταγγελία τους, αν μη τι άλλο να καταδικάζονται στην πράξη από την κοινωνία, οι δράστες να απομακρύνονται από τις θέσεις εξουσίας τους και να πραγματοποιείται μια σειρά ερευνών και αλλαγών. Και όχι απλά να συνεχίζουμε όπως πριν, σαν μην συμβαίνει τίποτα, όπως έγινε τώρα μετά από τις 28 καταγγελίες στον χώρο της ενόργανης γυμναστικής για κακοποιήσεις και παρενοχλήσεις, που τελικά τέθηκαν στο αρχείο λόγω χρόνου, χωρίς να γίνει καμία συντονισμένη προσπάθεια για αποτροπή νέων τέτοιων περιστατικών και προστασία των αθλητριών.

 

 

 

Σημείωση:

  1. Ερευνητικό έργο «Κοινωνικές Αναπαραστάσεις, Πεποιθήσεις και Στερεότυπα για την Eνδο-οικογενειακή Βία κατά των Γυναικών στην Ελλάδα», Αθήνα, 2021, σελ. 84. Την εκπόνησή του ανέλαβε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών για λογαριασμό του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet