Η ιστορία του κλέφτικου συνδέεται οπωσδήποτε με το ακριτικό τραγούδι, κρατάει από εκεί. Για το ακριτικό οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε είναι από τον επίσκοπο Καισαρείας Αρέθα, μαθητή του Πατριάρχη Φωτίου. Είχε την εξαιρετική ιδέα, στις αρχές του 10ου αιώνα, να δώσει εντολή να τα καταγράψουν, χρηματοδοτώντας μάλιστα το εγχείρημα από την τσέπη του.

Ο Αρέθας, λοιπόν, αναφέρεται στους Παφλαγόνες αγύρτες που παίζοντας ένα όργανο γυρνάνε από χωρίου εις χωρίον, στα ταπεινά μέρη κάθε πόλης, και παίζουν τραγούδια, πάντα έναντι οβολού. Δεν θέλανε δηλαδή να ζητιανεύουν, θέλανε να δίνουν το τραγούδι τους και έναντι του τραγουδιού τους να έχουν ένα κομμάτι ψωμί. Αν τους έδιναν και κάποιο κέρμα, ακόμα καλύτερα. Συμβαίνει αυτό ανέκαθεν με την ποίηση, και σε επίπεδο κορυφαίων ποιητών. Ας θυμηθούμε τον Σιμωνίδη τον Κείο και τον Πίνδαρο, που έγραφαν επί πληρωμή, επί παραγγελία. Μολαταύτα ο Πίνδαρος επιτίθεται στον Σιμωνίδη και τον καυτηριάζει επειδή πληρώνεται για να γράφει. Ωραίοι αυτοί οι καβγάδες. Μακάρι να είχαμε καβγά και για τα 200 χρόνια, δηλαδή τι στην πραγματικότητα εορτάζουμε, τι θα θέλαμε να γιορτάσουμε καλύτερα, τι δεν θα θέλαμε να γιορτάσουμε έτσι όπως ήδη γιορτάζεται. Το «Ας κρατήσουν οι χοροί» δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γιορτάσουμε. Και πρώτα-πρώτα, θα ’πρεπε να θυμόμαστε ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η επίσημη Εκκλησία δεν επέτρεπε τα τραγούδια των Ελλήνων, δηλαδή τα δημοτικά τραγούδια, της αγάπης κυρίως. Ούτε τα λαϊκά μουσικά όργανα τα εκτιμούσε, τα αναθεμάτιζε σαν όργανα του Σατανά. Τα τραγούδια τα απαγόρευε και τα καταριόταν σαν πορνικά. Αυτό, πάντως, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να μηδενίσουμε εντελώς τον ρόλο των κληρικών στην Επανάσταση, και ιδίως του κατώτερου κλήρου.

 

Εθνοποιητική «εκκαθάριση»

 

Το κλέφτικο δεν μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε σαν αποκλειστική πηγή για να αντλήσουμε στοιχεία ιστορίας. Δεν μας περιγράφει παρά περιστατικά ακρότατου ηρωισμού, συχνά θανάσιμου, όταν πεθαίνει ο ήρωας και δίνει τη στερνή παραγγελιά του, να μην αφήσουν οι σύντροφοί του να πάρουν το κεφάλι του οι Τούρκοι και το πομπέψουν. Η πρώτη καταγραφή κλέφτικου έγινε το 1694, μια πολύ βιαστική καταγραφή από έναν Κερκυραίο νοτάριο ενός τραγουδιού για κάποιον αρχικλέφτη-αρχικαπετάνιο ονόματι Νάννο, που βγήκε στα βουνά «και παλικάρια μάζωνε Βουργάρους κι Αρβανίτες». Αυτό το τραγούδι είχε και μιαν ολόκληρη εκδοτική περιπέτεια, αφού οι περισσότεροι εκδότες αντί της παραλλαγής με τους Βούλγαρους και τους Αρβανίτες, προτιμούν την εκδοχή που ο Νάννος μαζεύει «κλέφτες και παλικάρια», ουδέτερα, ή «Μοραϊτόπουλα». Πάντα όταν μιλάμε για το δημοτικό τραγούδι, και κατεξοχήν για το κλέφτικο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας και τη νόθευσή του, η οποία δεν είναι τυχαία, δεν είναι ασήμαντη. Είναι καθαρά ιδεολογική και εθνοποιητική. Τα τραγούδια υποχρεώθηκαν να ανταποκρίνονται στην «κανονική» εθνική αφήγηση, την επίσημη, να συμφωνούν απολύτως μαζί της. Έτσι, τα κλέφτικα με αναφορές σε εθνικά ή θρησκευτικά μεικτές κλέφτικες ομάδες παραμερίστηκαν, αποσιωπήθηκαν ή καθαρίστηκαν.

Ο ήρωας του κλέφτικου τραγουδιού δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο ήρωας του ακριτικού, γιατί δεν έχει υπερφυσικές δυνατότητες. Κάνα δυο τραγούδια ξεφεύγουν. Όποιος περιμένει να βρει στα κλέφτικα τραγούδια διακηρύξεις απελευθέρωσης του έθνους, του γένους, του λαού, της φυλής, δεν θα βρει. Αν είναι προετοιμασμένος από το σχολείο, από την εκκλησία, από τον στρατό, από τις εφημερίδες και τα λοιπά ΜΜΕ ότι εκεί θα βρει την καρδιά της Ρωμιοσύνης, θα την βρει, αλλά θα βρει την ατομική καρδιά, την ατομική ψυχή του γενναίου, του λεβέντη, ο οποίος βρίσκεται πάντα σε πολύ δυσχερή θέση σε σχέση με τον αντίμαχο, που δεν είναι αποκλειστικά ο Τούρκος δυνάστης, μπορεί να είναι και ο Έλληνας πρόκριτος. Το κλέφτικο τραγούδι μπορεί να ιστορεί απλώς μια επιχείρηση να πάνε να κλέψουνε της Νικολούς τα σπίτια. Η Νικολού είναι Ελληνίδα βέβαια. Ο αντίμαχος, λοιπόν, του κλέφτη δεν είναι πάντα ο Τούρκος. Μπορεί να είναι και ο αρματολός που σε καταδιώκει όταν είσαι κλέφτης, και που αργότερα ενδέχεται να τον καταδιώξεις εσύ, αν αλλάξουν οι ρόλοι σας, όπως συνέβαινε συχνά.

 

Η συνολική ελευθερία και η πατρίδα

 

Μην περιμένουμε να βρούμε κήρυγμα εθνικής ελευθερίας στα κλέφτικα. Ο σκοπός είναι η ατομική ελευθερία από τον ζυγό και η ελευθερία της κλέφτικης ομάδας, η οποία δεν είναι πάντα αμιγώς ελληνική, ας το ξαναπούμε. Στα κλέφτικα μπουλούκια υπάρχουν και Αρβανίτες, έχουμε αρκετές μαρτυρίες περιηγητών. Υπάρχουν και Τούρκοι, οι οποίοι διώχθηκαν από τη δική τους εξουσία για τον έναν ή τον άλλο λόγο και χρειάστηκε να βγούνε στα βουνά. Στις κλέφτικες ομάδες μετέχουν κυρίως αγροτοποιμένες, που ανεβαίνουν στα βουνά, διότι δεν αντέχουν άλλο. Δεν αντέχουν άλλο τη φτώχεια, την ανελευθερία, τη σκλαβιά, τα χαράτσια.

Αφού, λοιπόν, στα τραγούδια δεν υπάρχει αίτημα ομαδικής, συνολικής ελευθερίας, δεν υπάρχει και κατονομασία της πατρίδας. Τη λέξη πατρίδα δεν την βρίσκουμε καμία φορά σε κλέφτικο τραγούδι. Αρχίζουμε να την συναντάμε στα τραγούδια που δημιουργούνται μέσα στην Επανάσταση, για να περιγράψουν επεισόδια του Αγώνα, πολιορκίες πόλεων, ηρωικές στιγμές και θανάτους. Αλλά το κύριο θέμα παραμένει ο θάνατος, του Καραϊσκάκη, του Μπότσαρη, του Διάκου, του Ανδρούτσου. Και δεν την συναντάμε μόνο σε τραγούδια που φτιάχνει ο Μακρυγιάννης τη λέξη πατρίδα, αλλά και σε τραγούδια άγνωστων, ανώνυμων λαϊκών ποιητών. Γιατί έχει αρχίσει να γίνεται η συζήτηση μέσα στην Επανάσταση τι είναι αυτό ακριβώς που θέλουμε. Δεν θέλουμε πια το τσιφλίκι του ο καθένας, το αρματολίκι του ο καθένας. Θέλουμε να φτιάξουμε πατρίδα. Θέλουμε έναν τόπο που να τον πούμε πατρίδα.

 

Οι παραλλαγές, διασφάλιση της αυθεντικότητας

 

Να πω εδώ λίγα λόγια για τη νοθεία του κλέφτικου τραγουδιού, που επιχειρήθηκε από αρκετά νωρίς. Λέμε ότι τα δημοτικά τραγούδια είναι το γνησιότερο κάτοπτρο της ελληνικής φυλής. Είναι ένας ορισμός του Νικόλαου Πολίτη, στον οποίο με το πέρασμα των δεκαετιών έχουμε υποκλιθεί όλοι. Όμως, για να είναι γνήσιος αυτός ο καθρέφτης, για να είναι αυθεντικό το απείκασμα πάνω στον καθρέφτη, πρέπει να δούμε ότι ο καθρέφτης έχει τις ραγισματιές του σχεδόν από την αρχή. Δεν μας έχουν παραδοθεί στην αυθεντική, γνήσια μορφή τους όλα τα κείμενα από αυτούς που τα κατέγραψαν. Επιχειρήθηκε ο ευπρεπισμός τους, όχι μόνο γλωσσικός.

Τα περισσότερα τραγούδια τα διαθέτουμε σε παραλλαγές. Όσο περισσότερες είναι οι παραλλαγές ενός τραγουδιού, τόσο μεγαλύτερη είναι η βεβαιότητά μας ότι είναι αυθεντικό. Αν είναι σε μία και μόνη, αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι ίσως το χέρι κάποιου λογίου έφτιαξε κατιτίς λαϊκότροπο. Αν είναι δύο οι παραλλαγές από δύο διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, τότε ναι, αρχίζουμε και λέμε ότι είναι αυθεντικό το τραγούδι, μεταδόθηκε από τόπο σε τόπο και πιθανόν αναπλάστηκε. Πώς μεταδίδονταν τα κλέφτικα τραγούδια, πώς κυκλοφορούσαν; Ξέρουμε από τους περιηγητές ότι τα τραγουδάγανε και οι κλέφτες πάνω στο βουνό πριν από τη μάχη ή μετά, πίνοντας ρούμι, ρακί και κρασί. Αρκετοί καπεταναίοι είχαν την προσωπική τους κομπανία. Εκτός από τον προσωπικό τους γραμματέα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχαν και τον προσωπικό τους στιχοδημιουργό ή τραγουδιστή.

Έφτιαχνε άραγε ο ίδιος ο καπετάνιος τραγούδια; Υπάρχουν τρεις-τέσσερις που ξέρουμε ότι φτιάξανε. Ένα όλο κι όλο έχει φτιάξει ο Κολοκοτρώνης, γιατί το χρειάστηκε για να εγκαρδιώσει τα παλικάρια του σε προεπαναστατική περίοδο, για να επιτεθούν σε ένα πολύ μεγάλο τούρκικο στράτευμα που έσερνε Έλληνες αιχμαλώτους.

Τραγούδια έφτιαχνε και ο Μακρυγιάννης. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό που έφτιαξε για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, είναι σαν να περνάει σε στίχους όσα έχει γράψει στα Απομνημονεύματά του. Γι’ αυτό μπορούμε εν μέρει να χρησιμοποιήσουμε τα δημοτικά τραγούδια και σαν ιστορική πηγή, αλλά μόνο επικουρικά και πάντα σε συσχετισμό με μιαν άλλη γραπτή πηγή. Ο Μακρυγιάννης είχε το ταλέντο, ακριβώς ό,τι έγραψε στα Απομνημονεύματα τα στιχούργησε σε ένα αρκετά εκτενές μοιρολόι, ηρωικό μοιρολόι να το πω, για τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Ένας άλλος που έφτιαχνε τραγούδια ήταν ο Θοδωράκης Γρίβας. Και γελάμε πάντα όταν οι ακροδεξιοί και οι βασιλόφρονες εν Ελλάδι τραγουδάνε το «Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς», νομίζοντας ότι εννοείται ο Διγενής Γρίβας. Αλλά το τραγούδι μιλάει για τον Θεόδωρο Γρίβα. Και η απάντηση για τον βασιλιά είναι η μόνη που θα μπορούσε να δώσει ο Γρίβας: «Τι να με θέλει ο κερατάς». Να πω παρεμπιπτόντως ότι η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, και κατεξοχήν των κλέφτικων, είναι απολύτως απελευθερωμένη, δεν ντρέπεται, δεν ορρωδεί προ ουδενός.

Οι καπεταναίοι, οι «γνωστοί ποιητές δημοτικών ασμάτων», όπως τους λέει ο Νικόλαος Πολίτης, έφτιαχναν τραγούδια ανασχηματίζοντας το δεδομένο υλικό, διότι δεν υπήρχε ιδιοκτησία. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε το τραγούδι σε κάποιο χωριό ή πάνω στο βουνό μπορεί να ήταν λίγο πιο γραμματιζούμενος από τους άλλους. Έθετε τους στίχους του στη δοκιμασία της παρέας, που μπορεί να ’τανε το επόμενο πανηγύρι ή λίγο πριν από τη μάχη, και το τραγουδούσαν ξανά και ξανά, δουλεύοντάς το συνεχώς. Τα κλέφτικα τα φτιάχνανε άντρες. Τα υπόλοιπα τραγούδια σε πολύ μεγάλο ποσοστό τα συνέθεταν οι γυναίκες. Αλλωστε, κατά τον Στίλπωνα Κυριακίδη, το δημοτικό τραγούδι είναι το βασίλειο των γυναικών. Ούτε μοιρολόγια φτιάχνανε οι άντρες, ούτε της ξενιτιάς, ούτε νανουρίσματα, ούτε πολλά ερωτικά. Οι γυναίκες τα φτιάχνανε και τα ερωτικά και τα υιοθετούσαν οι άντρες. Άλλαζαν απλώς το γένος.

 

Ποιοι ζουν στον κόσμο των κλέφτικων

 

Αν θυμηθούμε τι γράφει ο Μακρυγιάννης για τον Κατσαντώνη, δηλαδή ότι πολλοί Έλληνες τον φοβόντουσαν περισσότερο και από τους Τούρκους, θα καταλάβουμε ότι οι κλέφτικες ομάδες δεν ήταν πάντα αγαπητές στον ελληνικό πληθυσμό. Ο Κολοκοτρώνης στη Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής, περιγράφει εξαιρετικά το κυνήγι που υπέστησαν οι κλέφτες, στα προεπαναστατικά χρόνια, το 1805, μετά τον αφορισμό τους από τον Πατριάρχη, όταν πήγαιναν στα χωριά να ζητήσουν τρόφιμα ή να μπαρούτι. Τους έπαιρναν στο κυνήγι ή προλάβαιναν να ειδοποιήσουν τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό, λοιπόν, είναι ένα τραγούδι για το κυνήγι των Κολοκοτρωναίων, που δεν θα το ακούσουμε να τραγουδιέται ποτέ ολόκληρο, γιατί είναι τραγούδι προδοσίας. Το 1806 ένα κομμάτι της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων, ο Γιαννάκης, ο αδελφός του Θοδωράκη, που είχε και το παρατσούκλι Ζορμπάς, μαζί και ένας ξάδερφός του, ο Γιώργος, και άλλοι συγγενείς τους καταφεύγουν στο μοναστήρι της Αιμυαλούς, που υπάρχει ακόμη. Ο καλόγερος στον οποίο καταφεύγουν οι κλέφτες, τους δίνει να φάνε, τους δίνει να πιουν, αλλά τρομαγμένος έσπευσε στην Τουρκιά και τους κατέδωσε. Ήρθαν οι Τούρκοι και τους πολιόρκησαν, είχαμε σκοτωμό των Κολοκοτρωναίων, αλλά σκοτωμό και του καλόγερου.

Στα καθαυτό δημοτικά τραγούδια, αναφορά σε μυθολογικά πρόσωπα ή σε ιστορικά πρόσωπα της αρχαιότητας, βρίσκει κανείς μόνο σε ένα τραγούδι που φτιάχτηκε το 1826 κατά την πολιορκία στο μοναστήρι του Διρού στην Πελοπόννησο. Εκεί γίνεται έκκληση στα Σπαρτιατόγονα, έτσι αποκαλούνται οι νέοι κάτοικοι της περιοχής, οι Έλληνες της περιοχής, απόγονοι των Σπαρτιατών δηλαδή, να πολεμήσουν γενναία σαν τις Αμαζόνες, γιατί μετέχουν και γυναίκες στη μάχη. Σε άλλο δημοτικό δεν συναντάμε τέτοιες αναφορές. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρχουν; Αυτοί που φτιάχνουν τα τραγούδια είναι απλοί άνθρωποι. Μπορεί να είναι τσοπάνηδες ή στοιχειωδώς γραμματιζούμενοι, που έχουν μια τεράστια παρακαταθήκη ήχων και στίχων στην κεφαλή τους και αναπλάθουν διαρκώς τα τραγούδια.

Έχουμε εδώ τη βοήθεια του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που μας λέει ότι τα τραγούδια «τα έφτιαχναν οι στραβοί με τες λύρες», και αυτό μας πάει πάρα πολύ μακριά, στους τυφλούς αοιδούς. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος ήταν ή λέμε ότι ήταν τυφλός αοιδός, αλλά τυφλούς αοιδούς συναντάμε στη φιλολογία ή την παραφιλολογία και άλλων λαών, και γειτονικών μας, όπως οι Σέρβοι, αλλά και μακρινών.

Το άλλο που είπε ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης είναι ότι τα τραγούδια, και προφανώς αναφέρεται στα κλέφτικα, είναι «στρατιωτικές φημερίδες». Με δυο λέξεις όλες κι όλες, είναι σαν να πιάνει το μεδούλι τού τι είναι τα δημοτικά τραγούδια. Στρατιωτικές εφημερίδες, επειδή ιστορούν μάχες, ένδοξες μάχες, ένδοξους θανάτους. Και τις ιστορούν με τον λιτότερο τρόπο, σαν ρεπορτάζ εφημερίδων. Δεν ενδίδουν πάρα πολύ σπάνια στον λυρισμό, είναι μια εικόνα όλη κι όλη το καθένα.

 

Τα πολλαπλά μηνύματα των κλέφτικων

 

Γιατί, λοιπόν, τρελάθηκε με τα δημοτικά τραγούδια ο Σολωμός, και ειδικά με τα κλέφτικα, και έλεγε στους μαθητές του, στους γνωρίμους, του να σπεύσουν στον λαό και να συγκεντρώσουν τα δημοτικά τραγούδια, γιατί θα αρχίσουν να χάνονται; Διότι είχε ήδη αρχίσει να καταλαβαίνει ότι και η Ελλάδα θα μπει σταδιακά σε έναν γραπτό πολιτισμό. Οι ποιμένες θα πάψουν να είναι τόσο πολύ ποιμένες, θα αρχίσουνε να κατηφορίζουν από τα βουνά. Ελπίζανε όλοι ότι θα φτιάξουμε κράτος, που σημαίνει ότι θα φτιάξουμε σχολεία, θα διδάξουμε γραφή και ανάγνωση, τα τραγούδια θα αποτυπωθούν πια σε κάποιες σελίδες και οι παλιές γενιές που τα τραγουδούσαν θα χάνονταν σιγά σιγά ή θα ξεχνούν. Το κακό με τα δημοτικά μας τραγούδα είναι ότι δεν ξέρουμε πώς τραγουδιόντουσαν τα περισσότερα, διότι δεν καταγραφόταν η μουσική.

Η εικόνα που έχουμε, ότι στις Εκλογές ο Νικόλαος Πολίτης παραδίδει το αυθεντικό κείμενο, είναι λαθεμένη, κι αυτό έχει επισημανθεί πολύ πολύ νωρίς. Αυτή τη νοθεία, λοιπόν, του δημοτικού τραγουδιού, που την βλέπουμε κυρίως εστιασμένη στο κλέφτικο, την βλέπουμε να είναι καταρχάς στο επίπεδο της γλώσσας, κάποιος ευπρεπισμός που γίνεται ουδέτερος και ανούσιος. Επικίνδυνος είναι όταν αρχίζει να εντάσσει τραγούδια λογίων στο σώμα των γνήσιων δημοτικών. Αυτό έγινε για παράδειγμα με το πασίγνωστο τραγούδι που γενιές γενιών Ελληνόπουλα το διδαχτήκαμε: «Μάνα, σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω». Είναι ένα ωραίο ποίημα, αλλά είναι δημιούργημα ενός λογίου. Το έφτιαξε ο Παύλος Λάμπρος, πατέρας του Σπυρίδωνος Λάμπρου, πρωθυπουργού της Ελλάδας κάποια στιγμή. Ο Παύλος ήταν λόγιος και έφτιαξε το τραγούδι αυτό έχοντας κάποια άλλα δημοτικά στη μνήμη του. Ο Νικόλαος Πολίτης στις Εκλογές εξηγεί γιατί δεν θα μπορούσε να είναι δημοτικό αυτό το τραγούδι, διότι ο απλός λαός δεν ξέρει το ρήμα δουλεύω με την έννοια τού «είμαι υπόδουλος». Το ξέρει μόνο με την έννοια «εργάζομαι».

Ένα άλλο πείραγμα, μου φαίνεται πιο βαρύ, έγινε σ΄ ένα πολύ όμορφο τραγούδι που επίσης το διδασκόμαστε, με την παραγγελιά της μάνας: «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης». Ίσως σε αυτό το τραγούδι βασιζότανε ο Λάμπρος για να φτιάξει το δικό του. Ο Βασίλης όμως δεν θέλει να κάτσει φρόνιμα να γίνει νοικοκύρης. Γιατί δεν θέλει να γίνει «σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των γερόντων», έτσι είναι η πρώτη καταγραφή του τραγουδιού.

Ο Ζαμπέλιος, λοιπόν, το 1852 δημοσιεύει το τραγούδι και το «δεν θέλω να γίνω σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των γερόντων» δεν το αφήνει έτσι, άθικτο, γιατί είναι ενοχλητικό για τον κοινό μύθο. Διαγράφει λοιπόν τους «γερόντους», τους κοτζαμπάσηδες, και στη θέση τους βάζει «τα σκυλιά», τους Τούρκους και πάλι. Αυτό μπορεί να ευνόησε την εθνική μας μυθολογία, δεν βοήθησε καθόλου όμως την εθνική μας αυτογνωσία.

Μπορούμε να μάθουμε πάρα πολλά από τα δημοτικά τραγούδια, αλλά ανάλογα με τα ερωτήματα που θα τους θέσουμε. Σ’ αυτά θα μας απαντήσουν με τον τρόπο τους, με την απλότητά τους, με τη σεμνότητά τους, με τις μετρημένες λέξεις τους, χωρίς φανφάρα. Δεν υπάρχει φανφάρα στο δημοτικό. Ο ήρωας είναι έτοιμος να χάσει τη ζωή του ένδοξα. Και όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο ’21 τόσο πιο έτοιμος εμφανίζεται να την χάσει, διότι εννοεί τη ζωή του μόνο ελεύθερη. Αν δεν είναι ακέραιη, δηλαδή ελεύθερη, την θεωρεί ισότιμη του θανάτου. Αυτό είναι το μήνυμα τελικά των κλέφτικων τραγουδιών. Η ζωή μου είναι ακέραιη όταν είναι ελεύθερη, αλλιώς είναι ανάξια λόγου, δεν την ζω ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου ούτε οι φίλοι μου. Οπότε φτιάξτε μου ένα κιβούρι, ανοίξτε μου και ένα παράθυρο να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet