Ο Νίκος Πορτοκάλογλου εμφανίστηκε στα μουσικά πράγματα στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 με τους «Φατμέ». Το προσωπικό του στίγμα, όσον αφορά τις πολιτικές και κοινωνικές του αναζητήσεις σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν ακόμα από την ορμή της μεταπολίτευσης, το έδωσε με τους στίχους του γνωστού τραγουδιού «Υπάρχει λόγος σοβαρός». Με εμφανείς διαθέσεις απαξίωσης του έντονου φοιτητικού κινήματος εκείνης της εποχής –«φοιτητάκια, αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά»– και μηδενισμού της νεανικής ζωής και πολιτικής δράσης –«γκόμενες και κόμμα ραντεβού στην πλατεία»– κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «υπάρχει λόγος σοβαρός που ήμουν νέος χλιαρός». Ένας καλλιτέχνης σε μια εποχή γεμάτη πολιτικά γεγονότα όπου ο κόσμος έχει μια έντονη διάθεση να αντιδράσει δυναμικά και να αλλάξει το μέλλον του, επιλέγει να δηλώσει μια τόσο ξεκάθαρα απολίτικη άποψη, τόσο μακριά από τον παλμό της κοινωνίας. Κι όταν σήμερα επιχειρείται να επιβληθεί το τέλος της Mεταπολίτευσης, από μια κυβέρνηση θλιβερών γιάπηδων χωρίς καμιά κοινωνική ευαισθησία σε αγαστή συνεργασία με αναβαπτισμένους νοσταλγούς της χούντας και ιδεολογικούς απόγονους μαυραγοριτών και ταγματασφαλιτών, ο Νίκος Πορτοκάλογλου καλείται να της δώσει καλλιτεχνικό άλλοθι. Σε μια ΕΡΤ που το στίγμα της είναι η απόλυτη ταύτιση με την κυβέρνηση και η πλήρης απουσία εκπομπών πολιτικού λόγου, απεναντίας το πρόγραμμά της βρίθει από σίριαλ, χρειαζόταν ένας καλλιτέχνης που θα ταίριαζε με την αισθητική και την ιδεολογία που θέλει να περάσει η κυβέρνηση. Χλιαρή προσέγγιση, απουσία αιχμών, σαν να είναι η τέχνη εκτός της κοινωνίας και των αντιθέσεών της, καμιά πολιτικής φύσεως αναφορά, με αποκορύφωμα την εκπομπή ανήμερα της επετείου για την εξέγερση του Πολυτεχνείου όπου δεν ειπώθηκε κουβέντα, έστω και για το ξεκάρφωμα, για το σημαντικό φορτίο εκείνης της ημέρας. Και βέβαια, σ’ αυτό το αποστειρωμένο περιβάλλον, απουσιάζει κάθε στοιχείο λαϊκότητας. Από την ορχήστρα απουσιάζει σχεδόν πάντα το μπουζούκι κι από τη θεματολογία της εκπομπής το λαϊκό τραγούδι. Είναι απορίας άξιον το πώς δεν γίνεται αντιληπτή, από πολύ κόσμο με μουσικό και ιδεολογικό κριτήριο, η διολίσθηση στην αποδοχή εκπομπών που εξυπηρετούν το κυρίαρχο αφήγημα της ανώδυνης, πλαδαρής κι απολίτικης τέχνης, με «έντεχνες» διασκευές που παραλλάσουν κι αλλοιώνουν τη δυναμική της γνήσιας δημιουργίας.

Ένας χλιαρός νέος, λοιπόν, παρέμεινε χλιαρός μεσήλικας κι ήρθε κι έδεσε με το μητσοτακικό μοντέλο της κρατικής ΕΡΤ. Άχρωμος, άγευστος, ουδέτερος τη στιγμή που οι τέχνες, και ιδίως η μουσική, πλήττονται ανεπανόρθωτα από την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας. Στο ίδιο μήκος κύματος και η συμπαρουσιάστριά του Ρένα Μόρφη, δημιουργούν μαζί ένα ανώδυνο μοντέλο, απόλυτα συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί τέχνης που θέλει να κυριαρχήσει έναντι της Αριστεράς σε έναν, ιστορικά, προνομιακό της χώρο. Ανέκαθεν υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ τέχνης και Αριστεράς, μιας και η Αριστερά αποτελεί τη συνείδηση της κοινωνίας και απηχεί τα οράματά της. Η μητσοτακική ακροδεξιά θέλει να πάρει κι αυτή την ρεβάνς, να απονευρώσει τον χώρο της τέχνης και να τον καταστήσει αγοραίο, ιλουστρασιόν, λάιτ και ακίνδυνο και να παγιώσει επιφανειακά κι ανούσια αισθητικά κριτήρια. Σ’ αυτό τον, ειδικά και μακροπρόθεσμα μελετημένο στόχο της εξουσίας, το «Μουσικό κουτί» παίζει τον ρόλο του…

Υ.Γ. Την περασμένη Δευτέρα έγιναν μαζικά πανκαλλιτεχνικά συλλαλητήρια σε πολλές πόλεις. Συμμετείχαν άραγε οι παρουσιαστές του «Μουσικού κουτιού» στις κινητοποιήσεις;

Ο δικηγόρος του διαβόλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet