Άη Στράτη τον ξέραμε, Άγιος Ευστράτιος μας προέκυψε.

Ως τόπος εξορίας, μαρτυρίων και βασανισμών ήταν καταγεγραμμένος στο συλλογικό ασυνείδητο, για τοπόσημο διχασμού και δοκιμασίας ακούσαμε. Το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς έστελνε τους κομμουνιστές στα ξερονήσια, για ορόσημο ενότητας και αισιοδοξίας μίλησε.

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν υπέπεσε σε ένα ακόμη γλωσσικό ολίσθημα. Τα όσα είπε ήταν απόσπασμα μιας προσεκτικά προετοιμασμένης τηλεοπτικής δήλωσης, γραμμένης από τους λογογράφους του, με απώτερο στόχο να εμφανιστεί ως ο εγγυητής της ενότητας, ως αυτός που αφήνει πίσω τις διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος που… όλοι μαζί, ενωμένοι, πρέπει να ξεπεράσουμε. Και δεν το κάνει για πρώτη φορά. Ποιος δεν θυμάται τη διαβόητη φράση: «και τι τον νοιάζει τον 17χρονο τι έγινε το ’63» (δολοφονία Λαμπράκη). Εντάσσεται, και αυτή η δήλωση, στον πολιτικό και ιστορικό αναθεωρητισμό, στον οποίο συχνά καταφεύγει η ΝΔ, στοχεύοντας στην αποπολιτικοποίηση και στην απαξίωση εδραιωμένων συμβολικών αναφορών της Αριστεράς.

 

Οι κατασκευαστές αυτού του αναθεωρητισμού γνωρίζουν πολύ καλά ότι το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και στο παρόν επινοείται το μέλλον, όχι όμως γραμμικά και νομοτελειακά. Στη σημερινή, ωστόσο, εποχή –που εδράζεται αποκλειστικά στο παρόν, όπου τα πάντα είναι παροντικά– δεν μπορεί να επιβιώνει μια ζώσα Ιστορία, ένα παρελθόν δηλαδή που κάτι ακόμη μπορεί να προσκομίσει στο παρόν. Έτσι, λοιπόν, οι διαχειριστές του παρόντος ανακατασκευάζουν το παρελθόν αυθαιρέτως, αλλά αληθοφανώς, ώστε να συνάδει και να συνηγορεί προς τη χρεία του παρόντος. Όσο όμως κι αν η ιστορική ερμηνεία είναι ένα παλίμψηστο, η Ιστορία δεν ξαναγράφεται. Και η ιστορική αναθεώρηση –επιστημονικά νόμιμη στο πλαίσιο της ιστορικής έρευνας– παύει να νοείται ως τέτοια όταν αρνείται ή διαστρεβλώνει επιβεβαιωμένα ιστορικά γεγονότα και απόλυτα δεδομένα, τα οποία δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.

 

Αποπροσανατολισμός μέσω της όξυνσης

 

Θα ήταν αφελές, ωστόσο, να πιστέψει κανείς ότι η δήλωση από τον Άη Στράτη έγινε τυχαία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Όπως και ότι ο κυνισμός, η θρασύτητα, η χυδαιότητα που συγκαλυμμένα απέπνεε, είναι άσχετες με την τρέχουσα –αρνητική για την κυβέρνηση– συγκυρία. Τι, άλλωστε, πέρα από την πόλωση και την ακραία αντιπαράθεση, εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα μιας αποτυχημένης κυβέρνησης; Μιας κυβέρνησης που έχει αφήσει έναν ολόκληρο λαό στην τύχη του, που μετρά πάνω από 21.500 νεκρούς από την αρχή της πανδημίας, που οι 80–100 θάνατοι καθημερινά δεν συνιστούν είδηση, που η αισχροκέρδεια και ο πλουτισμός ημετέρων αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής της. Μιας κυβέρνησης που, απολύτως συνειδητά, προκρίνει τώρα την ανοσία της αγέλης και αλαζονικά σνομπάρει τις προτάσεις της αντιπολίτευσης, θαμπωμένη από την –και μιντιακά φτιαγμένη– ψευδαίσθηση μιας επίπλαστης παντοδυναμίας. Μιας κυβέρνησης που «νίπτει τας χείρας της» μπροστά στο τσουνάμι ακρίβειας και ενεργειακής φτώχειας, και που επί ημερών της καταγράφεται η θλιβερή «μαύρη» πρωτιά στην ανεργία των νέων (εκτινάσσεται στο 39,1% τον περασμένο Νοέμβρη, σύμφωνα με την Eurostat). Μιας κυβέρνησης που συνειδητοποιεί πως το αφήγημα της «πετυχημένης διαχείρισης» δεν προχωρά απρόσκοπτα πια αφού σκοντάφτει πλέον και σε…οικεία αυτιά.

 

Σε αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο, επιστρατεύεται η παλιά δοκιμασμένη συνταγή: επένδυση στην όξυνση –αν και αυτή τη φορά υπό τον μανδύα της ενότητας. Οξύμωρο; Καθόλου. Πίστευε στ’ αλήθεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι η εργαλειοποίηση ενός νησιού –σύμβολο μνήμης και σεβασμού για τα δεινά όσων εξορίστηκαν εκεί– που φέρει τη συγκεκριμένη ιστορική σφραγίδα, δεν θα ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων; Πως η απόπειρα ξεπλύματος των πολιτικών προγόνων της παράταξής του, δεν θα προκαλούσε το κοινό αίσθημα; Ήξερε πολύ καλά τι θα συμβεί. Και το επεδίωκε. Όχι φυσικά γιατί προσβλέπει στην ενότητα, ακριβώς το αντίθετο. Ακολουθεί το κλίμα της ακραίας ριζοσπαστικής Δεξιάς που μέσα σε ένα κλίμα έντονου φόβου και ανασφάλειας των πολιτών, τροποποιεί όλο και πιο επιθετικά την ταυτότητά της, με απώτερο στόχο την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία.

 

Ξεκάθαρο αριστερό, ριζοσπαστικό σχέδιο

 

Η απάντηση στο σαφές αυτό σχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ οφείλει να είναι αντίστοιχης επιθετικότητας. Ο ακραίος δεξιός ριζοσπαστισμός δεν αντιμετωπίζεται με στρογγυλέματα και δήθεν κεντρώες λύσεις, αλλά με ένα ξεκάθαρο, αριστερό, ριζοσπαστικό σχέδιο –εξίσου επιθετικό– ικανό να συσπειρώσει όλα εκείνα τα κοινωνικά στρώματα, και των λεγόμενων «μεσαίων» συμπεριλαμβανομένων, που νιώθουν να πλήττονται από τη βάναυση νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική. Η διαχρονική, επίμονη προσπάθεια να καταστούν οι ιδέες της Αριστεράς πλειοψηφικές, έτσι ώστε να αποτελέσουν το οπλοστάσιο των υποτελών τάξεων, δεν πρέπει επ’ ουδενί να υπονομευθεί μέσα από επιλογές που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία της.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση και ως το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα στην Ευρώπη, έχει την υποχρέωση να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Να αποτελέσει τον φορέα εκείνο που, αποκρούοντας σθεναρά λογικές ενσωμάτωσης, θα εκπονήσει και θα υλοποιήσει το συγκεκριμένο σχέδιο, ειδικά σήμερα που ο διάχυτος φόβος και η τάση συντηρητικοποίησης της κοινωνίας μεγιστοποιεί τις πιθανότητες να παγιωθεί ως κανονικότητα στη συνείδηση των πολιτών η δυστοπική πραγματικότητα της ΝΔ.

 

Υ.Γ.: Χωρίς καμία πρόθεση ιστορικών παραλληλισμών, θα πήγαινε αλήθεια κανείς στο Άουσβιτς να πει πως είναι τοπόσημο διχασμού μεταξύ των ναζί και των Εβραίων; Θα πήγαινε κανείς στο Σοβέτο να πει πως είναι τοπόσημο διχασμού μεταξύ μαύρων και λευκών;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet