Με 90, 100, 110 νεκρούς καθημερινά, η χώρα θα έπρεπε να πενθεί. Ή, πάντως, να μην πανηγυρίζει. Και οι κυβερνώντες –αντί να επιδίδονται σε μια άνευ προηγουμένου προπαγανδιστική φιέστα και σε αυτή την πρωτόγνωρη, χοντροκομμένη κομματική καπηλεία της αγοράς των Rafale (την ώρα που το ΕΣΥ στενάζει)– θα έπρεπε να σκύβουν το κεφάλι και να αναγνωρίζουν –έστω προσχηματικά, έστω για το θεαθήναι– λάθη, παραλείψεις, αδυναμίες. Να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, να (φαίνεται ότι) αγωνιούν για τις βαθιές πληγές που αφήνει η πανδημία και να συμπεριφέρονται ως οι ηγήτορες μιας χώρας που δεν προλαβαίνει να μετρά καθημερινά τους νεκρούς της.

 

Και όμως… Όχι μόνο δεν φαίνεται κάτι από αυτά να τους αγγίζει, όχι μόνο αγνοούν επιδεικτικά την αβάσταχτη καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, αλλά σε ένα κρεσέντο άκρατης αλαζονείας συνδυασμένης με ατόφια ιδεοληψία, επιδίδονται στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος με ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά αυτού που ο Νίκος Πουλαντζάς στο έργο του «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός» (μετάφραση: Γιάννης Κρητικός, εκδόσεις Θεμέλιο), ονομάζει «αυταρχικό κρατισμό». Πώς τον προσδιορίζει: «Ο εντεινόμενος έλεγχος σε κάθε τομέα της κοινωνικοοικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με τη ριζική παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και τη δρακόντεια και πολύμορφη περικοπή των λεγόμενων "τυπικών" ελευθεριών».

Ο Πουλαντζάς διευκρινίζει ότι ο «αυταρχικός κρατισμός» δεν ταυτίζεται με τον ολοκληρωτισμό, εμπεριέχει όμως «σκόρπια στοιχεία ολοκληρωτισμού», που μπορούν να αποκρυσταλλωθούν σε παρακρατικό μηχανισμό. Μπορεί, λοιπόν, η έννοια του «αυταρχικού κρατισμού» να εφαρμοστεί στην παρούσα φάση του νεοφιλελευθερισμού; Μα, αυτό ακριβώς βιώνουμε σήμερα.

 

Η μόνη εφικτή επιλογή για την ΝΔ

 

Θεσμοποιώντας τον αυταρχισμό και ορμώμενη από την πεποίθηση πως η αυταρχική δημοκρατία είναι η μόνη εφικτή δημοκρατία, η κυβέρνηση της ΝΔ, με τον τρόπο που πολιτεύεται, εκφυλίζει –αν δεν θέτει και σε κίνδυνο– δημοκρατικές αρχές και αξίες. Το πρωτοείδαμε να συμβαίνει στην Κεντρική Ευρώπη –στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Σλοβενία– το βλέπουμε τώρα και στην Ελλάδα. Οι μηχανισμοί ελέγχου περιορίζονται, τα αντίβαρα χάνουν τη ζωτική τους ισχύ, οι ανεξάρτητες αρχές –που ήταν τα αναχώματα των θεσμών και των δικαιωμάτων– γίνονται εκτελεστικοί πυλώνες, η πολιτική συμμετοχή εκμηδενίζεται και φυσικά ο έλεγχος που ασκεί η συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ είναι ανύπαρκτος. Την ίδια ώρα, δημοσιογράφοι διώκονται, ο δικαστικός μηχανισμός εκβιάζεται προκειμένου να επιβληθεί δημοσιογραφικό σιωπητήριο, πολίτες παρακολουθούνται από την ΕΥΠ, βουλευτές της αντιπολίτευσης στοχοποιούνται, η πανδημία εργαλειοποιείται σαν όπλο για την άσκηση μιας αυταρχικής και αδιαφανούς διοίκησης.

Με άλλα λόγια, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή η έννοια του «αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού», ο οποίος αναφέρεται στον επαναπροσδιορισμό του κράτους ως δημοκρατικής οντότητας, μέσω συνταγματικών και νομικών μεταβολών που το θωρακίζουν έναντι των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων. Ειδικότερα, ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» χαρακτηρίζει την άσκηση πολιτικής από τις κυρίαρχες τάξεις, με στόχο τη διατήρηση της ηγεμονίας τους μέσω της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού όσων αντιδρούν, αντί της εξουδετέρωσης των αντιστάσεων μέσω συμβιβασμών.

 

Σε αυτή ακριβώς την αντίληψη εντάσσεται και η προ ημερών δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου. «Η Ελλάδα», είπε, «είναι φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επιχείρησαν κάποιοι στο παρελθόν να το καταλύσουν αυτό με την εργαλειοποίηση των θεσμών, αλλά βρήκαν απέναντί τους την κοινωνία, βρήκαν απέναντί τους τις θεσμικές αντιστάσεις της δημοκρατίας».

Μια δήλωση με εμφανή παραπομπή στον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια προσπάθεια ανάσυρσης της παλιάς, δοκιμασμένης προπαγάνδας της εμφυλιοπολεμικής Δεξιάς. Που εξυπηρετεί άριστα την κυβερνητική αντίληψη περί νόμιμων ιδιοκτητών της χώρας, έτσι όπως αυτή έχει εκφραστεί ούτε μία, ούτε δύο αλλά πολλές φορές, με πιο πρόσφατη την αποστροφή του Άδωνι Γεωργιάδη ο οποίος, από το βήμα της Βουλής, δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών: «Έχουμε ιστορική ευθύνη να νικήσουμε οριστικά την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς… Αυτή η ιδεολογική επικράτηση, πάνω σε αυτή πρέπει να χτίσουμε για να μην έχει παροδικά, αλλά μόνιμα χαρακτηριστικά», είπε, θυμίζοντας παλιότερες, αντίστοιχου ύφους και περιεχομένου, δηλώσεις του ομοϊδεάτη του Μάκη Βορίδη.

 

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη

 

Η ΝΔ δεν πολιτεύεται εν κενώ. Γνωρίζει καλά το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Η επιβολή –αντί της συναίνεσης– την οποία έχει επιλέξει ως τρόπο διακυβέρνησης, γοητεύει το συντηρητικό ακροατήριο στο οποίο προσβλέπει –η πανεπιστημιακή αστυνομία, αλλά και το μεταναστευτικό/προσφυγικό είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ενώ χρησιμοποιεί την πολυεπίπεδη –κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική, αξιακή– κρίση σαν σημαία ευκαιρίας, προκειμένου να θωρακίσει τις σχέσεις αντιπροσώπευσής της με το εν λόγω ακροατήριο.

Μόνο που αυτός ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» οδηγεί τελικά σε κρίση της ίδιας της δημοκρατίας. Και στις συνθήκες αυτές, όπως λέει ο Πουλαντζάς στο ίδιο έργο («Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός»), ο ρόλος της Αριστεράς είναι «όχι μόνο η υπεράσπιση, αλλά και η ανάπτυξη και επέκταση των δημοκρατικών ελευθεριών». Για τον σκοπό αυτό, η Αριστερά πρέπει να ανακτήσει την ηγεμονία στην αφήγηση της κρίσης, να πρωτοστατήσει στην προστασία του δημόσιου χαρακτήρα βασικών πυλώνων, όπως η υγεία και η παιδεία, να αποκαταστήσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, να ανατρέψει την επιδείνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, να προωθήσει κοινωνικά και οικολογικά βιώσιμους τρόπους παραγωγής και ανάπτυξης.

Η Αριστερά, και όχι κάποιο μόρφωμα σοσιαλδημοκρατικής κοπής εγκλωβισμένο σε αποτυχημένες συνταγές του παρελθόντος.

Αν, φυσικά, τελικός στόχος εξακολουθεί να παραμένει ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet