Την ώρα που οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες βομβάρδιζαν τα δυτικά ΜΜΕ με θεωρίες συνωμοσίας για το πώς η Ρωσία θέλει είτε να εισβάλει είτε να αλώσει εκ των έσω την ταραγμένη Ουκρανία και ο Μπόρις Τζόνσον έτρεχε να δώσει και δήθεν ονόματα πιθανών «πραξικοπηματιών», Γερμανία και Γαλλία αποφάσιζαν να ξυπνήσουν από το λήθαργό τους και να παρέμβουν διπλωματικά. Αυτή η παρέμβαση πάντως γίνεται διακυβερνητικά, αφορά δηλαδή τις δύο αυτές χώρες και δεν αποτελεί μέρος κάποιας κοινής στοχευμένης παράμβασης των 27 της Ευρώπης, η οποία ουσιαστικά δεν υφίσταται. Η ΕΕ έχει αποδειχτεί και σε αυτή την κρίση ως ένα επιβλητικό στην όψη αλλά βραδυκίνητο σκυλί δίχως δόντια, που ενίοτε συμπεριφέρεται ως φοβισμένο αρνάκι.

Την περασμένη Τρίτη, Μακρόν και Σολτς συναντήθηκαν στο Βερολίνο και επανέλαβαν την πεποίθησή τους για μια διπλωματική αποκλιμάκωση στην Ουκρανία, υπενθυμίζοντας για μια ακόμα φορά τη χρησιμότητα του αποκαλούμενου «σχήματος της Νορμανδίας», στο οποίο οι πατρίδες τους παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή σε απευθείας συνομιλίες Ρωσίας και Ουκρανίας. Ένα σχήμα που είχε δοκιμαστεί με σχετική επιτυχία στην προηγούμενη μεγάλη κρίση το 2014. Το σχήμα αυτό οφείλει το όνομά του στην πρώτη συνάντηση τότε στη Νορμανδία μεταξύ της καγκελαρίου Μέρκελ, του τότε γάλλου προέδρου Ολάντ, του ρώσου προέδρου Πούτιν και του ουκρανού ομολόγου του Ποροσένκο, με αντικείμενο τη Συμφωνία του Μινσκ για την ειρήνευση στην ανατολική Ουκρανία. Πάντως παρά την κοινή πρωτοβουλία ήταν φανερό πως υπάρχουν διαφορές στις προσεγγίσεις του θέματος από τους δύο πολιτικούς, αφού ο Μακρόν ήταν πολύ πιο «τραχύς» στις δηλώσεις του απέναντι στη Μόσχα, από τον σαφώς προσεκτικότερο Σολτς. Κάτι που έχει στοχοποιήσει το Βερολίνο από όλους τους σκληρούς του ΝΑΤΟ και στις δύο μεριές του Ατλαντικού.

 

Ενόχλησε η παρέμβαση από το Λονδίνο

 

Βερολίνο και Παρίσι συνειδητοποίησαν μάλλον, έστω και καθυστερημένα, ότι δεν είναι καθόλου χρήσιμο να αφήσουν την κρίση στην «δικαιοδοσία» γερακιών από την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, που έμοιαζαν να απολαμβάνουν την κλιμάκωση, εκμεταλλευόμενα και την μαξιμαλιστική στάση της Μόσχας, η οποία δείχνει κάποιες φορές να θέλει να γυρίσει τα ρολόγια πίσω στο τέλος του 20ου αιώνα. Τότε που αρχικά ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και αργότερα ο Μπόρις Γιέλτσιν είχαν αποσπάσει από τη Δύση μόνο προφορικές δεσμεύσεις για την μη επέκταση του ΝΑΤΟ και των οπλικών του συστημάτων στην Ανατολική Ευρώπη. Η γερμανική πλευρά κατανοεί αυτή την ανασφάλεια της ρωσικής, άσχετα αν διαφωνεί με την επιθετική της στάση. Στο Βερολίνο δεν ξεχνούν ότι η επανένωση της Γερμανίας είχε συνδεθεί ακριβώς με μια τέτοια, αόριστη όπως αποδείχθηκε, υπόσχεση. Η «πυρηνοκίνητη» Γαλλία δεν είναι τόσο ευαίσθητη απέναντι στη Μόσχα, δεν έχει άλλωστε και τις ανάλογες ιστορικές ενοχές. Και αυτό είναι ίσως ένα προβληματικό σημείο της γαλλογερμανικής παρέμβασης, που όπως ανακοινώθηκε πάντως θα συνεχιστεί.

Ακόμα και μια περιορισμένης έκτασης σύγκρουση θα ήταν ότι χειρότερο για τη Γερμανία κυρίως, αλλά και για τη Γαλλία. Αυτό το κατάλαβαν προφανώς και στις Βρυξέλλες με τον εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής Ζοζέπ Μπορέλ να ζητά να «μην δραματοποιούμε την κατάσταση», όταν οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι θα αποσύρουν τους διπλωμάτες τους από το Κίεβο. Η δήλωση Μπορέλ ήταν σε διαφορετικό μήκος κύματος από εκείνη της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία εντελώς αψυχολόγητα μιλούσε στο δικό της ανακοινωθέν περί «σύγκρουσης» λες και ήθελε να... αναβαθμίσει την ένταση.

Βεβαίως αυτό αποτελεί ένα μικρό μόνο δείγμα των διαφωνιών εντός ΕΕ για την στάση απέναντι στην Ρωσία. Υπάρχουν χώρες που πιέζουν για «πολεμική ετοιμότητα», όπως η Πολωνία, οι Βαλτικές, η Δανία και άλλες. Υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς όπως η Φινλανδία και φυσικά και η Γερμανία με την Γαλλία.

Χαρακτηριστικό της αμηχανίας που προκαλεί το ζήτημα ήταν κι αυτό που συνέβη στην Ιταλία την Τετάρτη, ημέρα που είχε κανονιστεί από το Εμπορικό Επιμελητήριο Ιταλίας-Ρωσίας και την ιταλορωσική επιχειρηματική επιτροπή, ήδη από το Νοέμβριο να υπάρξει μια τηλεδιάσκεψη του προέδρου Πούτιν με διευθυντικά στελέχη μεγάλων ιταλικών εταιριών, προκειμένου να συζητήσουν τη βελτίωση των εμπορικών και οικονομικών δεσμών των δύο χωρών. Η κυβέρνηση της Ρώμης προσπάθησε να ματαιώσει το ραντεβού μέχρι και την τελευταία στιγμή, για να μην εκληφθεί αυτό ως «προτίμηση» προς τη ρωσική πλευρά.

Την ίδια στιγμή στο Παρίσι γινόταν το πρώτο ραντεβού σε υπηρεσιακό επίπεδο του «σχήματος της Νορμανδίας» με τη συμμετοχή «πολιτικών συμβούλων» από τις τέσσερις χώρες, ενώ για την Παρασκευή ήταν προγραμματισμένη και τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν Μακρόν.

Ένα θέμα που εκκρεμεί εξαιτίας και της απουσίας από την Ουκρανία οποιασδήποτε διάθεσης συμβιβασμού, αφορά και το καθεστώς των ρωσόφωνων περιοχών στο Ντονμπάς. Μια πρόοδος εκεί θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα πρώτο βήμα για μια πορεία αποκλιμάκωσης, αλλά το Κίεβο αρνείτο μέχρι τώρα να συζητήσει. Από την άλλη και η Μόσχα προτιμά να θυμίζει στην ουκρανική πλευρά την δύναμή της, ξεκινώντας για παράδειγμα νέα στρατιωτικά γυμνάσια σε κοντινή απόσταση από την περιοχή.

 

Θα πυροβολήσει η ΕΕ το γόνατό της;

 

Για την Ευρώπη ωστόσο δεν υπάρχει άλλη λύση από τη διπλωματία. Είναι εύκολο να προβαίνεις σε λεονταρισμούς στα λόγια, απειλώντας με κυρώσεις, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία είναι ο πέμπτος σημαντικότερος εμπορικός εταίρος για την ΕΕ και την προμηθεύει με το 42% του φυσικού αερίου και το 20% του πετρελαίου για τις ενεργειακές της ανάγκες. Επώδυνες συνέπειες και για τις δύο πλευρές θα είχε και η ιδέα που ρίχτηκε στο τραπέζι από συμβούλους του Λευκού Οίκου, αλλά και από τον υπ’ ατμόν στη χώρα του «πολέμαρχο» Μπόρις Τζόνσον, να αποκλειστεί η Ρωσία από το διεθνές σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών SWIFT, κάτι που θα είχε συνέπειες για τις συναλλαγές της με το εξωτερικό.

Ένα τέτοιο μέτρο θα «πονέσει» τη Μόσχα, αλλά και ξένες τράπεζες και εταιρίες που δραστηριοποιούνται εκεί και βρίσκει κάθετα αντίθετη τη Γερμανία.

Όλα αυτά εξηγούν βεβαίως σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια των Μακρόν και Σολτς να μετατραπούν από παρατηρητές της κατάστασης σε βασικούς της «παίκτες». Μια δραστηριοποίησή τους με ρεαλιστικές προτάσεις, που δεν θα περιορίζονται για παράδειγμα στις επικοινωνιακές ανάγκες του γάλλου προέδρου, θα τους αναβάθμιζε στα μάτια του Κρεμλίνου ως σοβαρούς συνομιλητές και θα υποχρέωνε το Κίεβο να εγκαταλείψει μια ακραία στρατηγική, που φαίνεται να επηρεάζεται από συγκεκριμένες δυνάμεις του ΝΑΤΟ που δεν επιδιώκουν την συναίνεση, αλλά φλερτάρουν με την ιδέα μιας «ελεγχόμενης σύγκρουσης». Δεν είναι σίγουρο ότι ο Μπάιντεν είναι ταυτισμένος με αυτή τη γραμμή. Οπως όμως δεν είναι και βέβαιο ότι έχει πλήρη επίγνωση του προβλήματος και των συνεπειών μιας πιο χοντρής γκάφας, από αυτές που μας έχει συνηθίσει ως τώρα.

Πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι υπάρχει δυσπιστία της αμερικανικής κοινής γνώμης για τους χειρισμούς του Μπάιντεν συνολικότερα, αφού μόλις το ένα τέταρτο των πολιτών δείχνει να έχει εμπιστοσύνη στον αμερικανό πρόεδρο αναφορικά με αυτήν την υπόθεση. Την ίδια στιγμή, η Μόσχα χαρακτήρισε ανεπαρκείες τις γραπτές απαντήσεις που έλαβε από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ για τις περιβόητες εγγυήσεις ασφαλείας, με τον ίδιο τον πολύπειρο ΥΠΕΞ της Σεργκέι Λαβρόφ να δηλώνει ότι δεν ανταποκρίνονται στις επίσης γραπτώς απεσταλμένες ανησυχίες της πατρίδας του. Και το διπλωματικό σίριαλ συνεχίζεται.

Κώστας Αργυρός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet