Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος «Ποιήματα, 1962-2018», εκδόσεις Πανοπτικόν, 2020

 

«Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (1936) γεννημένος στην Αθήνα από Κεφαλλονίτες γονιούς δημοσίευσε ζωηρούς, εκρηκτικούς στίχους στα περιοδικά "Εφημερίδα των ποιητών", "Νέα Εστία" και "Επιθεώρηση Τέχνης". Δεν συγκέντρωσε ακόμα τους στίχους του, για να ζυγιάσει κανένας μια απόσταση, κι ένα σύνολο, που θα βγάλει το συμπέρασμα για ένα νέο που ξεκίνησε καλά, αν γεννήθηκε ή όχι ποιητής…» Αυτά έγραφε ο Νίκος Παππάς κάπως πρώιμα στον τόμο «Η αληθινή ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1100-1973)» των εκδόσεων Τύμφη.

Με την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου συγκεντρωμένη σήμερα στον τόμο «Ποιήματα 1962-2018», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και περιλαμβάνει τις συλλογές Ραγισμένο Ταμπούρλο - Υπό ξένην σημαία - Τα ποιήματα του μανδαρίνου και Ευγενής Μεροληψία, το πλησίασμα της γραφής του είναι μια νέα δυνατότητα.

 

Μια ακόμη ευκαιρία όχι για αποτίμηση αλλά για συνδιαλλαγή. Γιατί η παρουσία του Λυκιαρδόπουλου στα ελληνικά γράμματα χρειάζεται θερμότερα αναγνωστικά μέσα. Προχώρημα μιας σχέσης προσωπικής που περνά μέσα από τη μεγάλη ευρωπαϊκή επαναστατική διανόηση και λογοτεχνία για να μας αποκαλύψει έναν δημιουργό που αισθάνθηκε και μετέγραψε πιστά στην ποίησή του τις δονήσεις, τις αγωνίες και τους τριγμούς του μεταπολεμικού και μεταπολιτευτικού κόσμου.

Ο Λυκιαρδόπουλος ως ένας ποιητής-πολίτης –όπως χαρακτηρίστηκαν από τον Παντελή Μπουκάλα οι ποιητές της «ποίησης της ήττας»– στάθηκε και δημιούργησε στο τρίστρατο ποίησης, πολιτικής και θεωρίας. Οξυδερκέστατος και άφοβος κριτικός στοχαστής της Αριστεράς και του οράματός της, τραγούδησε έναν σκοπό κοινό με εκείνον των «συγγενικών» του ποιητών, του Μανώλη Αναγνωστάκη και του Βύρωνα Λεοντάρη, χαρίζοντας μας παράλληλα πρόσβαση σε έναν πλούτο γνώσης.

Όπως η βαθιά κατανόηση και η ανάδειξη σπουδαίων ριζοσπαστικών κειμένων της ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα. Από τη Σχολή της Φρανκφούρτης ως την κριτική αποδόμηση του «ορθόδοξου» μαρξισμού, από τη φιλοσοφία ως τη θεωρία της λογοτεχνίας κι από τον Παναγιώτη Κονδύλη ως τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Τόμας Μαν, ο Λυκιαρδόπουλος ως ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και υπεύθυνος των εκδόσεων Έρασμος από τα πρώτα του κιόλας βήματα ρίχτηκε στην πάλη των ιδεών.

Στο περιοδικό «Μαρτυρίες» της περιόδου 1962-1966 συμπορεύεται τους αδελφούς Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη και τον Ν. Παντή για να αποτελέσει από το 1975 κι έπειτα –μετά την επιστροφή του από το εμπορικό ναυτικό– τον στυλοβάτη του περιοδικού «σημειώσεις», του μακροβιότερου μεταπολεμικού εντύπου κριτικής θεωρίας, πολιτικής φιλοσοφίας και ποίησης στην Ελλάδα.

Στην ομάδα των σημειώσεων εντάχθηκαν κι ο Ανδρέας Μυλωνάς και η Ρένα Κοσσέρη κι αργότερα οι ποιητές Τάσος Πορφύρης και Μάρκος Μέσκος. Αυτός ο πνευματικός κύκλος, για τον οποίο πρέπει να είμαστε ευγνώμονες και που αργότερα υποδέχθηκε και νεότερους συνεργάτες όπως τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και τον Βασίλη Αλεξίου μεταξύ άλλων, πέτυχε, κατά τη φράση του Μαρκίδη, «μία αναμόχλευση των παθών».

Των παθών της ιδεολογίας και της εφαρμογής της σε μια σειρά ζητημάτων αισθητικών και πολιτικών που απασχόλησαν τόσο το περιοδικό όσο και τη θεματική του Λυκιαρδόπουλου στο σύνολο του έργου του με κορυφαίες δοκιμιακές στιγμές τις Αναφορές (εκδ. Έρασμος, 1979) και την Έσχατη Στράτευση που κυκλοφορεί σε επανέκδοση (εκδ. Πανοπτικόν, 2018).

Ποια ήταν, όμως, τα ζητήματα αυτά; Η κριτική στην ποιητική γενιά του ’30 και στην πρώτη Μεταπολίτευση, η αντίθεση στον λαϊκίστικο αντιδυτικισμό και τον φιλελεύθερο αντιλαϊκισμό και η εστίαση στον εξεγερτικό ρομαντισμό. Με το βλέμμα πάντα στραμμένο στην πλάστιγγα για την «αβέβαιη ισορροπία διανοητικής αυτονομίας και πολιτικής στράτευσης, παραμυθίας και κριτικού ορθολογισμού», όπως ειπώθηκε σε διημερίδα αφιερωμένη στις σημειώσεις, το 2017 στην Θεσσαλονίκη.

Πράγματι, αυτοί οι προβληματισμοί υπήρξαν οι σταθερές έγνοιες του Λυκιαρδόπουλου σε όλους τους τόνους. Άλλωστε ο ποιητής από τα τρία βασικά ρεύματα της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης που διακρίνει η κριτική –αναφέρομαι στο πολιτικό, το υπαρξιακό, και το νέο-υπερρεαλιστικό ρεύμα– ακολούθησε αφοσιωμένα και αντιδογματικά το πρώτο.

Με μια, όμως, πολιτική ιστορικότητα υψηλής συγκέντρωσης μη-κομματικής, κινούμενος μεταξύ ένδοξης αγωνιστικής μνήμης και ήττας, αυταπάρνησης και εξαναγκαστικής προσαρμογής. Η ποιητική του Λυκιαρδόπουλου διαχρονικά σκύβει θεραπευτικά, παρηγορητικά στο ανεπούλωτο υπαρξιακό τραύμα των πολιτικών διαψεύσεων.

Γράφοντας ποιήματα χαρακτηριστικά της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς με γερές ρίζες στην αντιστασιακή ποίηση κι ένα αίσθημα απώλειας και ματαίωσης για το χαμένο κοινωνικό όραμα και την τελική έκβαση των πραγμάτων. Ποιήματα διαυγή μα τρυφερά, χαμηλόφωνα αλλά συνειδητοποιημένα που εξακολουθούν να προβάλουν ιδιότητες όασης στη σύγχρονη πνευματική έρημο.

Γράφει ο Λυκιαρδόπουλος:

 

Ι

 

Όταν ήρθαμε
υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα
στα υπόγεια καταφύγια του στίχου

τώρα μας πήραν δρόμοι χωρίς επιστροφή
βήμα προς βήμα συλλαβίσαμε την έρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τη ζωή μας με χαμηλή φωνή και λίγο φως
και με το δάκτυλο να διστάζει σε κάθε συλλαβή
χάσαμε τη ζωή μας λίγο λίγο και χωρίς σκοπό

Μα που είναι οι μέρες που στις φλέβες τους κυλούσαν
άνεμοι χτεσινοί αυριανά ποιήματα
όταν η ιστορία πλατάγιζε σε κάθε συνοικία
τραντάζοντας τις ρίζες τ’ ουρανού της αδικίας τα μπαλκόνια

δεν πρόλαβες τίποτα
 -ανταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει τ’ όνειρο κι η τρέλα
ανταύγειες από μια μάχη που άλλοι δώσανε
 και χάσανε για σένα

 

ΙΙ

 

Τραγούδια που ξεκίνησαν με ανέμους στα κατάρτια τους
τραγούδια που στις φλέβες τους από καιρό σταμάτησε το αίμα

χρόνια που τα προσμέναμε σαν τα βεγγαλικά
χρόνια που σβήσανε προτού ν’ ανάψουν όλο τους το μπόι

δρόμοι που θα ‘φέρναν στο μέλλον
δρόμοι που τέλειωσαν
μπροστά σ’ ένα γραφείο με τ’ όνομα σου ή τ’ όνομα μου στην πόρτα

Έτσι λοιπόν θα πάμε ως την άκρη;

μικραίνοντας

 μικραίνοντας

 μικραίνοντας

έτσι θα πάμε ως την άκρη της ζωής μας;

Με αυτή την ανοιχτή ερώτηση του ποιητή, η σύρτις αποσύρεται. Στον απόηχο των εδώ και καιρό ραγισμένων ταμπούρλων στις λεωφόρους των μονών κατευθύνσεων και των συλλογικών λυγμών. Γιατί είναι πολλοί όσοι πιστεύουν πως «όσα είπαμε παλιά ισχύουν». Κι ακόμη περισσότεροι όσοι και όσες πιστεύουμε πως η ελληνική μεταπολεμική ποίηση αξίζει να διαβαστεί ξανά και ως αντίλογος συγκρουσιακός και δημοκρατικός στη σημερινή εξισωτική και υπονομευτική μεταπολιτική συνθήκη που μας καλεί να σκεφτούμε πέρα από την αριστερά και τη δεξιά.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet