Σπύρος Κανιούρας «Το κτήμα», εκδόσεις Άγρα, 2021

 

Χωρισμένο σε πέντε μέρη, σαν το παλαμοειδές φύλλο του κλήματος, το μακροσκελές πεζόμορφο ποίημα του Κανιούρα απλώνει τα πλοκάμια του επιζητώντας τον τρύγο, τη ζύμωση, τη μέθη. «Θεοί, κατεβείτε μεθυσμένοι» γιατί «οι ορθοβάτες πάσχουν από μόνιμο τυμπανισμό» είναι «τέκνα σεμνά του γνωστικού, αναγλείφτες εγκωμίων και / ψώρανθοι γονυκλινείς […]

Σε μια εποχή συντηρητισμού και συμβατικότητας σε όλα τα επίπεδα, η ποίηση του Κανιούρα συνεχίζει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο τη φωτογενή γραμμή του Εμπειρίκου και του Κακναβάτου. Μια ποίηση ανυπότακτη, ειρωνική, κυτταρική.

 

Θα σταθούμε αναγκαστικά λόγω χώρου σε ένα από τα μέρη του βιβλίου, το οποίο αποτελεί και την ψυχή του όλου εγχειρήματος. Πρόκειται για το κομμάτι με τίτλο «Κόλλοψ». Ένας φυσιοδίφης, μαθηματικός και ψυχαναλυτής φεύγει από το κτήμα αφήνοντας πίσω του αυτή τη λέξη. Ξυπνώντας ο αμπελουργός την αντικρίζει: «Ήταν τέτοια η σφοδρότητα της ματιάς πάνω της / τέτοιος ο σεξουαλικός σελαγισμός των γραμμάτων, / ώστε το εικοσιτετράωρο μεθοκόπι έφυγε / και είχε αναπεπταμένη και παλλόμενη οιστρηλασία. / Λέγεται πως ολημερίς κοίταζε τη λέξη, / χωρίς να κινείται, χωρίς να σιτίζεται, χωρίς να πίνει.» Η οινοποσία ξεκινά και πάλι. Στόχος του ήρωα είναι να προφέρει πίνοντας τα γράμματα ένα-ένα.

Κ, άφωνο, ουρανικό, ψιλόπνοο, κατευθείαν στη σταφυλίδα, πρώτη κατάποση / Ο, βραχύχρονο, χωρίς καμιά αντίσταση, δεύτερη κατάποση, / Λ, ημίφωνο υγρό, μούσκεμα στις τανίνες, τρίτη κατάποση, / Λ, επανάληψη, παρ’ ολίγο να πνιγεί, τέταρτη κατάποση, / Ο, ξανά ο βραχύχρονος φθόγγος, πέμπτη κατάποση […] Προσπάθησε να πει το Ψ.

Και ξεκινάει ένα παιχνίδι αντιπαράθεσης του ήρωα με το γράμμα, όπου το γράμμα έχει λαλιά και υπερασπίζει τη δύναμή του στις εξισώσεις έναντι του άγνωστου Χ, αλλά και την κυριαρχία του στον κόσμο της ψυχανάλυσης, καθότι Ψ. Η σφοδρότητα της σύγκρουσης είναι τέτοια ώστε η φύση αδυνατεί να μείνει αμέτοχη, τρεις χελώνες σκάνε στα γέλια, ένας εξανθρωπισμένος σκίουρος χειροκροτεί, δύο δεντρογαλιές βγάζουνε τα γλωσσίδια έξω και πίνουνε κρασί, και, το σημαντικότερο, εμφανίζεται ο αέρας. «Γλωσσολόγοι, εθνολόγοι και ιστορικοί, / λένε ότι τον έφεραν οι Δωριείς, όταν κατέβαιναν με τα γελάδια τους / που τον είχαν πάρει από τις στέπες της Μογγολίας, / κάνοντας μια στάση στα Σόδομα.» Αέρας της μνήμης και της τρέλας. Που στο τέλος μετατρέπει την αντιπαράθεση από οριζόντια σε κάθετη.

Τι μπορεί να διαμείβεται μεταξύ του Ψ και του οινοποιού; Ολόκληρη η ποιητική. Η ξεχασμένη οιστρογενής μουσικότητα της γλώσσας. Πρόκειται για μια γλωσσογονία, που ξεκινά από τους φθόγγους ηδονής και έκστασης που ακούστηκαν στην ένωση «της λαγγεμένης Γης και του ποθόβλητου Ουρανού», οι οποίοι καταπόθηκαν στη συνέχεια από την Ιάχη, για να βγουν στην επιφάνεια από την Περσεφόνη και να χωριστούν σε θηλυκά φωνήεντα και αρσενικά σύμφωνα. Η ιερότητα και το μεγαλείο των ήχων διατρέχει ολόκληρη την πολεμική στιχομυθία, που η υπερρεαλιστικά μεγαλοφυής σύλληψή της ανατινάζει τα θεμέλια της μικροαστικής δημιουργίας, κάτι που ίσως και να εξηγεί τη σιωπή της κριτικής μέσα στα χρόνια γύρω από το όνομα του συγκεκριμένου ποιητή. «Τι είναι οι λέξεις; / Συνουσίες φθόγγων, αλληλοβασίες συμφώνων και τριβαδισμός διφθόγγων.» […] Το αλφάβητο είναι ετεροφυλικό και ομοφυλοφυλικό / και στον ηχοπυρήνα του παραμονεύει το φάντασμα της αιμομιξίας, / τα φωνήεντα είναι μαινόμενα γλωσσοκομεία […]» . «Τα σύμφωνα έχουν κι αυτά τα δικά τους πάθη. / Μπορεί να είναι ύπατοι μαινόμενοι /και η ταυρίλα τους ν’ απευθύνεται στα φωνήεντα […] αλλά τις πιο πολλές φορές μοιάζει με διαμηριαία επαφή παρά με συνουσία / […] και με τέτοιους αχαμνούς / πώς να προκύψει ποιητικός σπινθήρας.»

Οι λέξεις έχουν υψηλές τάσεις, ωστικό κύμα και «όταν ανταμώνουν παράφορα», «φλοισβολαλούν ή είναι φουρτουνιασμένες.» Οι λέξεις είναι έρωτας. Κι ο έρωτας τρέλα, «πηδάει στο κενό.» Όμως η γλωσσική και συναισθηματική ξηρασία οδηγούν στην ακαμψία, στη νέκρα, σε ένα μέλλον που διαφαίνεται τερατικό: «Θα ’ρθει μια μέρα που ο εγκέφαλος / θα τρέφεται με σύμβολα και εικόνες, / όλοι θα είναι εξόφθαλμοι, και θα ακούγονται βελάσματα αναμεικτόμαλλων εριφίων. / Θα ’ρθει μια μέρα που οι νέοι Θεοί / θα βράζουν σε δοκιμαστικό σωλήνα / ο έρωτας θα κλειστεί στο διαδίκτυο, / και η ευτυχία θα πωλείται στα φαρμακεία. / Θα ’ρθει μια μέρα που ο φλογοπόταμος θα ξεχειλίσει, / Ταχυτητάνθρωποι θα κατοικούν τον πλανήτη / και σκιρτήματα αιώνων θα γίνουν μουσεία.»

Και λίγο πιο κάτω αρχίζει η αιώρηση του αμπελουργού με το μπουκάλι στο χέρι. Κι εκεί θα αναδεχτεί το Ψ, απαγγέλοντας δύο αποσπάσματα από τις αντίστοιχες ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Αν ο «Κόλλοψ» χορδίζει τη λύρα ώστε να ακουστεί παλλόμενη η κάθε νότα-γράμμα του αλφαβήτου, το τελευταίο κείμενο του βιβλίου «Η απόσταξη» εκφέρει λόγο από τα χείλη της Κασσάνδρας για τη γλώσσα, τη λέξη και την ανθρώπινη κατάσταση:

«Τόξο είναι η γλώσσα και οι λέξεις τα βέλη της. / Ποιος βάζει στη φαρέτρα του οξύκροτες και ατίθασες λέξεις / ποιος αντέχει την ηδονή και τη δύναμη / των γενναίων και ασυμφιλίωτων λέξεων; / Όταν λάμπουν γίνεσαι ασπιδοφόρος, / όταν εκπυρσοκροτούν σε ελευθερώνουν, / είσαι με έναν παράξενο τρόπο μυστηριακός, / σου αποκαλύπτονται τα πράγματα. / Ποιος θέλει να αποκαλυφθεί και να ελευθερωθεί;

Αποκάλυψη του εαυτού και απελευθέρωση, διεκδικήσεις που επαναλαμβάνονται σαν καραμέλα και που σχεδόν όλοι τις τρέμουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στο σημείο αυτό ο Κανιούρας επανέρχεται στη γλωσσογονία του μιλώντας ξανά για τον Ουρανό και τη Γη: «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος» έλεγαν οι Ορφικοί. / Βλέπετε πουθενά Γη; / Γη με ναπάλμ και βόμβες νετρονίων λέγεται Γη; / Και τα αστέρια δεν σας φαίνεται να απομακρύνονται; […] Νομίζετε ότι απέχει πολύ το σκοτάδι;»

Σοφία Διονυσοπούλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet