Στα νοσοκομεία, η αίθουσα αναμονής των χειρουργείων είναι ένας οριακός τόπος, ένας αλλόκοτος και μεταφυσικός χώρος εγκατάλειψης. Οι οικείοι των ασθενών κάθονται μόνοι (ειδικά τώρα με την πανδημία), περιμένοντας τους αγαπημένους τους, φοβισμένοι και αδύναμοι, ανήμποροι να επηρεάσουν την εξέλιξη των πραγμάτων. Έχουν πια εγκαταλειφθεί στην ικανότητα των γιατρών, τα θετικά ποσοστά του νόμου των πιθανοτήτων, τη χάρη του Θεού, την εύνοια της Τύχης, δηλαδή σε εξωτερικές δυνάμεις, πολύ πέρα από τον έλεγχο ή ακόμα και τη στοιχειώδη επιρροή τους. Απέραντα μόνοι, απόλυτα φοβισμένοι, ολότελα αδύναμοι, ολοκληρωτικά εγκαταλελειμμένοι, προσμένουν τη μεγάλη είδηση είτε για τη ζωή και τον θάνατο, είτε για το είδος ζωής που θα έχουν στο εξής οι αγαπημένοι τους κι επομένως και οι ίδιοι.

Τώρα στην αίθουσα αναμονής υπάρχουν δύο μόνο άνθρωποι. Ένας μάλλον μεσοαστός μεσήλικας και μια γυναίκα πάνω από 60, από τα λαϊκά στρώματα, όσο μπορεί να κρίνει κανείς από την εμφάνιση. Ο άντρας διαβάζει την Πανούκλα του Καμύ1. Η γυναίκα έχει στα χέρια της ένα από αυτά τα βιβλιαράκια της εκκλησίας, κάποιους Βίους Αγίων κατά πάσα πιθανότατα – δεν φαίνεται καλά από το σημείο που βρίσκεται ο άντρας. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, οι οποίοι όμως τη στιγμή της μεγάλης αγωνίας αναζητούν κοινή καταφυγή στις γραφές. Σε πολύ διαφορετικές γραφές βέβαια, όπως πολύ διαφορετικοί είναι οι κόσμοι τους.

Η ανάγνωσή τους είναι διακεκομμένη. Συνεχώς κοιτάζουν το κινητό τους μήπως πάρει ο γιατρός όπως τους είχε υποσχεθεί, για να ενημερώσει όταν θα έχει ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Συχνά το βλέμμα τους χάνεται επί ώρα στη σελίδα. Κοιτάνε τα γράμματα, αλλά δεν τα διαβάζουν. Άλλοτε πάλι προχωράνε τις σελίδες κανονικά. Ο άντρας κοιτάζει πότε-πότε τη γυναίκα και σκέφτεται πόσο μακρινός είναι ο κόσμος των ανθρώπων που διαβάζουν τους Βίους των Αγίων από εκείνον των αναγνωστών του Καμύ. Από τον δικό του κόσμο.

Ίσως όμως να μην τον χωρίζει τόσο μεγάλη απόσταση από τη γυναίκα. Γιατί δύσκολα θα μπορούσε να εξηγήσει με ορθολογικό τρόπο για ποιο λόγο στη δικιά του πιο δύσκολη ώρα προσέτρεξε στον Καμύ∙ δύσκολα επίσης θα μπορούσε να στηρίξει με απολύτως λογικά επιχειρήματα την ακλόνητη (αν και ανομολόγητη) πίστη του ότι η γραφή μπορεί να δώσει νόημα και λογική συνοχή στον κόσμο, ακόμα και όταν αυτός μοιάζει να έχει απωλέσει κάθε νόημα και κάθε συνοχή∙ ότι η λογοτεχνία μπορεί να μας σώσει όταν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί. Πώς θα μπορούσε να κάνει τους άλλους να πιστέψουν ότι ο άνισος, απελπισμένος, και σιωπηρά ανυποχώρητος αγώνας του Μπερνάρ Ριέ ενάντια στην πανούκλα, ήταν μια ιστορία που είχε γραφτεί με σκοπό να δώσει ελπίδα σε έναν άνθρωπο που περιμένει στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου μιας άλλης χώρας, ογδόντα χρόνια μετά; Κι όμως, για αυτόν ακριβώς τον λόγο γράφτηκε. Το πιστεύει απόλυτα, αν και δεν μπορεί να το εξηγήσει. Άλλωστε τα μυστήρια δεν μπορείς να τα εξηγήσεις. Απλώς τα πιστεύεις ή δεν τα πιστεύεις.

Ο γιατρός έρχεται στη γυναίκα∙ κάτι της λέει που δεν μπορεί να ακουστεί. Η γυναίκα παίρνει τηλέφωνο κάποιον συγγενή της και του λέει ότι «όλα καλά». Μιλώντας, ξεσπάει σε κλάματα. Ο άντρας την κοιτάει χωρίς να μιλάει. Σε λίγο χτυπάει το δικό του τηλέφωνο. Τώρα είναι αυτός που ξεσπάει σε λυγμούς. Σε εκείνους τους λυγμούς που έρχονται από τα βάθη της ύπαρξης, τους λυγμούς της χαράς για τη ζωή που χαρίστηκε. Η γυναίκα τον κοιτάζει χωρίς να μιλάει.

Δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά. Ο δεσμός που τους ενώνει δεν θα σπάσει ποτέ.

 

Σημείωση:

Αλμπέρ Καμύ «Η πανούκλα», μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου Ντουζέ και Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν.

Γιάννης Αλμπάνης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet