Δημήτρης Οικονόμου «Ο τελευταίος φύλακας», εκδόσεις Ίκαρος, 2020

 

Το ιστορικό μυθιστόρημα, παραδοσιακό ή μεταμοντέρνο, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα κερδίζει νέα ζωή (Μέρμηγκα, Τριανταφύλλου, Νικολαΐδου, Χατζηαντωνίου κ.ά). Η κρίση δεν ανέδειξε μόνο μια πεζογραφία που αναπαριστά ρεαλιστικά το παρόν, προσπαθώντας να το κατανοήσει, να καταγγείλει παθογένειες και να συμβάλει στην αλλαγή. Ζωογόνησε και μια στροφή στο ιστορικό παρελθόν ως πυξίδα ανάγνωσης του παρόντος. Η άλλη ενδιαφέρουσα σύγχρονη τάση εντοπίζεται σε διηγήματα και νουβέλες νεότερων συγγραφέων με καταγωγή από τη βόρεια/βορειοδυτική Ελλάδα και αφορά την εσωτερικότερη ανασκαφή του καταγωγικού ίχνους (Παλαβός, Παπαμόσχος, Πέτσα, Παπαμάρκος, Συφιλτζόγλου, Τζανακάρη κ.ά).

 

Ο Δημήτρης Οικονόμου (γ. 1974) στο τέταρτο και πιο ώριμο μυθιστόρημά του, τον Τελευταίο φύλακα, συνδυάζει και τις δύο τάσεις. Γράφει δηλαδή ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα, σκαλίζοντας όμως και τη γενέθλια ρίζα. Άλλωστε, το υλικό της μυθιστορηματικής σύνθεσης, μαζί με ενδελεχή ιστορική έρευνα, είναι κυρίως οικογενειακά αρχεία και προφορικές καταθέσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο, βασίστηκε σε δεκάδες μαρτυρίες αγωνιστών της Ηπειρωτικής Εταιρείας (1906-1910) και του αλβανικού μετώπου (1940), ανάμεσά τους και των παππούδων του καθώς και σε κείμενα των γονιών του. Ο ένας παππούς πολέμησε το ’40 στην 8η Μεραρχία και ο άλλος φυλακίστηκε στον Εμφύλιο στις γιαννιώτικες φυλακές του Φιξ.

 

Από το Ηπειρωτικό Κομιτάτο στη μάχη της Γκραμπάλας

 

Η συναρπαστική πλοκή του βιβλίου συνδέει δύο παράλληλες ιστορίες που αφηγούνται την εξέλιξη της ζωής μιας γιαννιώτικης οικογένειας. Ο χειρισμός του αφηγηματικού χρόνου, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είναι ευρηματικός, δίνει ροή και ζωντάνια στην αφήγηση. Ο πρώτος άξονας εκτυλίσσεται στις αρχές του 20ού αιώνα με τη δράση της Ηπειρωτικής Εταιρείας (1906-10), ενώ ο δεύτερος παρακολουθεί γραμμικά τις 14 πρώτες μέρες από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, όταν η 8η Μεραρχία υπερασπιζόταν μόνη, χωρίς εφεδρικές δυνάμεις, το σχέδιο άμυνας. Στο δεύτερο και ίσως πιο αμήχανο σε ρυθμό και πλοκή μέρος, η υπόθεση εκβάλλει στον Εμφύλιο, όπου και ξεκαθαρίζονται οι τύχες των ηρώων.

Ο Γιώργης Μπάκας, γνωστός και ως Λύγκας πριν την απελευθέρωση, ψαράς και βαρκάρης στο νησάκι της λίμνης και μέλος της Ηπειρωτικής Εταιρείας μεταφέρει κρυφά από τις τουρκικές αρχές όπλα και συμμετέχει επικουρικά σε απαγωγές και δολοφονίες ρουμανόφιλων προσώπων. Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο γιός του Ανδρέας, που εκπαιδεύεται από μικρός στο κυνήγι και τη σκοποβολή, περιμένοντας το δικό του κάλεσμα της ιστορίας. Έχοντας έφεση στα γράμματα, θα σπουδάσει στο φημισμένο Διδασκαλείο Ιωαννίνων και θα διοριστεί δάσκαλος στη βλαχόφωνη Βοβούσα, όπου θα στήσει το ελληνικό σχολείο, απωθώντας την επιρροή της ρουμανικής προπαγάνδας. Με αφορμή αυτόν, ο συγγραφέας εκθέτει σκέψεις για τη φύση του επαγγέλματος του δασκάλου, την ενθάρρυνση, την έμπνευση και την αυτοπεποίθηση που οφείλουν να μεταδίδουν στους μαθητές, συστήνοντάς μας εμβόλιμα τον φωτισμένο, προοδευτικό παιδαγωγό Ευριπίδη Σούρλα.

Με την επιστράτευση του ’40 ο Ανδρέας θα αποσπαστεί στο μέτωπο και θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή, όπου ένας τραυματισμός τον βγάζει εκτός μάχης. Στην Κατοχή και τον Εμφύλιο θα προσπαθήσει να επιβιώσει ειρηνικά με την οικογένειά του, αλλά θα πληρώσει την ουδετερότητα με τίμημα τη ζωή του. Η μοίρα θα τον φέρει μπλεγμένο σε ενδοοικογενειακά μίση και στον εμφύλιο σπαραγμό, τροφοδοτώντας νομοτελειακά έναν φαύλο κύκλο αίματος και εκδίκησης. Σ΄ αυτή τη βάση εντάσσεται η επιλογή του συγγραφέα να αποδώσει την ανθρωπολογική και όχι ιδεολογική διάσταση του Εμφυλίου.

 

Ερευνητική μυθοπλασία και ιστορία

 

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, περιέχει πολλές ολοζώντανες σελίδες, η αφήγηση έχει άνεση, σασπένς και παλμό. Συγκλονιστικότερες κατά τη γνώμη μου είναι οι «ιλιαδικές» περιγραφές των μαχών στα βουνά της Ηπείρου τις πρώτες μέρες του πολέμου, τόσο παραστατικές που τυλίγουν τον αναγνώστη στον ιστό της αφήγησης. Στη γραμμή της ξεχασμένης «πολεμικής» λογοτεχνίας, ο Οικονόμου πετυχαίνει διάνα στον χειρισμό του θέματος, με ρεαλιστική ακρίβεια, χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς. Τα όποια λυρικά ξεσπάσματα (εγκιβωτισμένες αφηγήσεις για μύθους και θρύλους της λίμνης, λύκους και αρκούδες της Πίνδου, σιωπηλά βουνά και μοναχικά πεύκα με μυρωδιά ρόμπολου) αναδεικνύουν τη γενικότερη συναισθητική ματιά του. Έτσι, το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε έναν δωρικό ύμνο στην ηπειρωτική γη και το ηθικό μεγαλείο των ανθρώπων της.

Όπως κάθε υποψιασμένο ιστορικό μυθιστόρημα, ο Τελευταίος φύλακας φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της ιστορίας, φωτίζει σκοτεινές όψεις που αγνοεί ή αποσιωπά η ιστοριογραφία και εγκαθιδρύει μια βαθύτερη λογοτεχνική αλήθεια. Η εθνική ιστορία διασταυρώνεται με την οικογενειακή και τοπική μικροϊστορία. Αν και το βιβλίο θεματικά κλίνει περισσότερο στο παραδοσιακό ιστορικό μυθιστόρημα («εθνικές αλήθειες», ηρωισμός και αυτοθυσία, επιβεβαίωση της συνέχειας και αναζήτηση ενός νοήματος της ιστορίας με παιδαγωγικό περιεχόμενο), τεχνικά ακολουθεί τις προδιαγραφές της πιο ανήσυχης ιστορικής μυθοπλασίας που καταφεύγει στο αρχείο (οικογενειακό ή δημόσιο) για να αναπλάσει το ιστορικό παρελθόν ερευνητικά και ερωτηματικά, για να αναδείξει κρυφές, καταχωνιασμένες και ανομολόγητες πλευρές, με τραύματα, κενά και απωθημένες μνήμες.

Κι αν ο Εμφύλιος είναι εξαντλητικά επεξεργασμένος στην ιστοριογραφία και την πεζογραφία, η άγνωστη δράση της Ηπειρωτικής Εταιρείας φωτίζεται για πρώτη φορά μυθοπλαστικά. Το ίδιο και η ηρωική παρουσία των διασκορπισμένων δυνάμεων της 8ης Μεραρχίας στο Καλπάκι και τα στενά της Γκραμπάλας. Το μυθιστόρημα ανασύρει από τη λήθη ξεχασμένες μορφές με παραδειγματικές στάσεις ζωής, σχηματίζοντας ένα εικονοστάσι άγνωστων ηρώων: Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Παναγιώτης Μαυρογιάννης, Νικόλαος Βασιλάς, Κωνσταντίνος Πανταζής, Κωνσταντίνος Βερσής.

 

Ηθική και παιδαγωγική διάσταση

 

Ο Τελευταίος φύλακας έχει ηθικό και παιδαγωγικό πυρήνα. Επαναφέρει στο προσκήνιο τον προβληματισμό για το τι μπορεί να σημαίνει «ήρωας» και «ηρωισμός» στην εποχή μας, παρουσιάζοντας το έπος και την τραγωδία της εθνικής μας ιστορίας, αλλά και της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων. Στις αντιξοότητες της φύσης, της ιστορίας και της ανθρώπινης μικρότητας, οι άνθρωποι καταφέρνουν να επιβιώσουν χάρη σε τεχνάσματα και στην επινοητικότητά τους. Στο Καλπάκι, οι πανίσχυροι Ιταλοί αποκρούστηκαν με τακτικές παραπλάνησης και κρυφτοπόλεμο, στα ορύγματα και τις παγίδες του προνοητικού συνταγματάρχη Μαυρογιάννη.

Ξεκινώντας από το ερώτημα τι ήταν αυτό που έκανε εκείνους τους συνηθισμένους ανθρώπους ήρωες, ο Οικονόμου μιλάει για ήρωες σε καιρούς πολέμου και ειρήνης. Ο Τελευταίος φύλακας είναι ένα ψυχωμένο μυθιστόρημα, προϊόν κοινωνικής αγωνίας για το ήθος ενός κόσμου που χάνεται. Σε καιρούς που λείπει το ψυχικό θάρρος, η αίσθηση συνέχειας και μεταβίβασης αξιών και η προετοιμασία για τα δύσκολα, το μυθιστόρημα καλεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει αυτό που ο Βασίλης Καραποστόλης περιγράφοντας το ψυχικό ήθος της εποχής ονόμασε «το θάρρος που κοιμάται». Έτσι ο ρόλος του «τελευταίου φύλακα» μετακυλίεται από τον συγγραφέα στους ήρωες και από εκεί στον αναγνώστη.

Με συγκινεί που ο συγγραφέας εναπόθεσε ένα κομμάτι οικογενειακής ιστορίας στη μυθοπλασία. Με συναρπάζει που, αν και ιστορικό μυθιστόρημα, δεν υποκύπτει στον αγοραίο πειρασμό μιας ερωτικής ιστορίας. Με τρομάζει όμως η σκέψη πόσο μικρή απόσταση χωρίζει το έπος από την τραγωδία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet