Σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του, το δοκιμιακό του έργο βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος



Της Σοφίας Ξυγκάκη

Την τελευταία χρόνια υπάρχει μια έκρηξη ενδιαφέροντος ειδικότερα για την πολιτική παρακαταθήκη του Πιερ Πάολο Παζολίνι, το δοκιμιακό του έργο, τα πολεμικά άρθρα του αφού, ως διανοούμενος στοχαστής, όχι μόνο είχε έρθει σε σύγκρουση με την εξουσία και την αστική τάξη αλλά είχε υπάρξει και εξαιρετικά εύστοχος σχολιαστής και αναλυτής της κατάστασης του κόσμου, όπως ήδη αυτός διαμορφωνόταν από το 1970.
 
«Ο Παζολίνι δεν υπήρξε μόνο ποιητής, σκηνοθέτης, καλλιτέχνης αλλά και ο πιο θαρραλέος διανοούμενος της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου» είπε γι’ αυτόν ο σπουδαίος Εβραίος σερφαδίτης καλλιτέχνης, Νόβι Οβάντια. «Δεν προσπάθησε ποτέ να συμβιβαστεί με την εξουσία, δεν χρησιμοποίησε ποτέ μορφές ρητορικής ή ψευδούς συνείδησης για να απαλύνει την κριτική όσων έβλεπε. Δεν υπήρξε προφητικός, όπως λένε. Κατάλαβε αυτή τη νέα μορφή φασισμού που βασίζεται στην ομογενοποίηση και στις οικονομικές υπερεξουσίες. Σήμερα δεν έχουμε αυτές τις ελεύθερες φωνές».
Φέτος, 40 χρόνια από τον τραγικό θάνατό του, όλο τον Νοέμβριο, διοργανώνονται σε όλο τον κόσμο συνέδρια, εκδηλώσεις, αναγνώσεις των έργων του, προβολές, ενώ παράλληλα διατυπώνεται από πολλούς μελετητές του η ανάγκη να προστατευτεί η ουσία του έργου και της σκέψης του, να μη μετατραπεί ο καλλιτέχνης σε ίνδαλμα, σε καταναλωτικό «προϊόν» από το «παμφάγο αστικό κατεστημένο που οικειοποιείται κάθε αντίσταση», όπως είχε γράψει ο ίδιος ο Παζολίνι στη στήλη του στο εβδομαδιαίο περιοδικό Tempo.

Το χάος

Αυτές τις χρονιές/τομή, από το 1968 έως το ’70, ο Παζολίνι είχε στο Tempo τη δική του στήλη με τον τίτλο Χάος, που, όπως ο ίδιος είχε εξηγήσει προβοκατόρικα στο πρώτο του άρθρο, είχε προκύψει από την ανάγκη του να είναι ανυπάκουος στον Βούδα - γιατί η απόσταση από τα πράγματα και η προσωπική απεμπλοκή ήταν και στη δική του φύση και αισθανόταν την ακαταμάχητη ανάγκη να την αρνηθεί. Σε αυτά τα άρθρα, που αργότερα θα κυκλοφορήσουν σε ομότιτλο βιβλίο, η επικαιρότητα, ο Μάης του ’68 και η νεανική εξέγερση, το ΚΚΙ και η σχέση του αγάπης και απόστασης με αυτό, η Κάλλας, η σπαρακτική έκκληση του για τον Αλέκο Παναγούλη όταν αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο της Χούντας, τον Νοέμβριο του 1968, τα ναρκωτικά και η κοινωνία της κατανάλωσης, η «ποινικοποίηση» της θλίψης, αλλά και οι ταξιδιωτικές εμπειρίες σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και η Βουδαπέστη, οι επιστολές των φίλων και πολλά ακόμα, συνθέτουν τον παρεμβατικό πολεμικό λόγο αυτού του ποιητή που εξίσου προβοκατόρικα έκλεισε τούτο το πρώτο άρθρο του «ως αστυνομικό μυθιστόρημα», με το ερώτημα: «πού είναι ο διανοούμενος, γιατί και με τι τρόπο υπάρχει;». Για τον Παζολίνι, όπως γράφει τον Αύγουστο του ’68, ο διανοούμενος έχει εκδιωχθεί από την αστική τάξη, έχει εξοριστεί στο γκέτο όπου βρίσκονται οι ποιητές ενώ για την εργατική τάξη δεν αντιπροσωπεύει παρά έναν εξωτερικό μάρτυρα (σύμφωνα με τη διατύπωση της Ροσάνα Ροσάντα στο άρθρο της «Η χρονιά των φοιτητών»).

Η επιρροή του Γκράμσι

Για τη στάση του διανοούμενου/δημιουργού απέναντι στα γεγονότα είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον Αντόνιο Γκράμσι, τις θέσεις του οποίου ανακαλούσε συχνά: «Ο Γκράμσι μιλούσε για εθνικά λαϊκά έργα, πίστευε ότι έπρεπε να είναι επικά, ν’ αντηχούν θρησκευτικά, γι’ αυτό να είναι ιερά. Στην αρχή της δραστηριότητάς μου ως σκηνοθέτης ασυνείδητα ήθελα να εφαρμόσω τις ιδέες του Γκράμσι. Στην εποχή του, ο λαός ως κυρίαρχη τάξη υπήρχε πράγματι». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί Το θεώρημα, ενδεχομένως η κατεξοχήν δοκιμιακή ταινία του σκηνοθέτη όπου ένας φοιτητής/ άγγελος ‘εισβάλλει’ ως επισκέπτης σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι, πλαγιάζει με όλα τα μέλη του σπιτιού, την υπηρέτρια, την κόρη, τον γιο, τη μητέρα και τον πατέρα. Η ζωή των μελών της οικογένειας καταστρέφεται, ο πατέρας στο τέλος δωρίζει τα πάντα και μένει γυμνός, όμως η υπηρέτρια σώζεται, γίνεται η αγία των αγροτών, κάνει θαύματα, θεραπεύει τους πάσχοντες και ανυψώνεται προς τον ουρανό.
Την περίοδο 1973-75 συνεχίζει την αρθρογραφία του στην εφημερίδα Corriere della sera με τα περίφημα Κουρσάρικα γραπτά, το ίδιο πολεμικό ύφος και έχοντας στο στόχαστρο την επικαιρότητα και την κουλτούρα που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία, τον νεοκαπιταλισμό και την ομογενοποίηση, το πρόβλημα του ρατσισμού, την όσμωση ανάμεσα στον φασισμό και το Χριστιανοδημοκρατικό ιταλικό κόμμα, τις σχέσεις της μαφίας με την εξουσία…

Ο θυμός, η απελπισία

«Στρατευμένο ενός κόμματος που έχει μόνο ένα μέλος, τον ίδιο» είχε αποκαλέσει ο κριτικός λογοτεχνίας Τσέζαρε Σέγκρε τον Παζολίνι «ο οποίος όμως διέθετε ένα απίστευτο ακροατήριο». «Φρενήρης κριτική (συχνά εκτός ελέγχου) δραστηριότητα ενός διανοούμενου που στόχευε δίχως υπολογισμό, συχνά εκθέτοντας την προσωπική του απελπισία («απελπισία», μια λέξη που συναντάται διαρκώς στα άρθρα του)».
Ένα πολεμικό δοκίμιο είναι και το ντοκιμαντέρ La rabbia (Ο θυμός), γυρισμένο το 1963, ένας σκληρός σχολιασμός των γεγονότων, αλλά και των συνεπειών και της κουλτούρας που διαμόρφωσε το οικονομικό μπουμ στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αποτελείται από κομμάτια ζουρνάλ που ο Παζολίνι έχει μοντάρει με τρόπο τέτοιο ώστε χρονολογικά και εννοιολογικά να του δίνουν τη δυνατότητα να κάνει τον δικό του σχολιασμό χρησιμοποιώντας τις φωνές δυο φίλων του: του Τζόρτζο Μπασάνι, ποιητή και συγγραφέα, και του ζωγράφου Ρενάτο Γκουτούζο. Έτσι, για παράδειγμα, η θριαμβευτική φωνή του τηλεοπτικού σχολιαστή για την επιστροφή των στρατιωτών από την Κορέα έρχεται σε αντίθεση με τις εικόνες των νεκρών στρατιωτών που οι οικογένειες με θρήνο δέχονται στο Ούντινε και τη χαμηλότονη και πένθιμη φωνή του Μπασάνι∙ η εύθυμη παρουσίαση των καλλιστείων καλύπτεται από την ειρωνική και κριτική παρατήρηση του Γκουτούζο κοκ.
Σε πρόσφατες σχετικά μελέτες, ο Παζολίνι παραβάλλεται με τον Φουκώ για τη σκληρή στάση του απέναντι στην Εξουσία και τους μηχανισμούς ελέγχου της συμπεριφοράς και του σώματος των ανθρώπων.
Αυτό που εμείς αγαπάμε σε αυτόν είναι ότι και στο δοκιμιακό έργο του δεν υπάρχει υπόνοια ακαδημαϊκότητας - όπως και στο μυθοπλαστικό, η ματιά του είναι πάντα αυτή του ποιητή. Τα θέματά του, το λούμπεν προλεταριάτο, η περιφέρεια της πόλης, οι απάνθρωπες συνθήκες ζωής τα αφηγήθηκε μέσα από το μύθο και την Ιστορία, την κριτική και κυρίως την ποίηση.
Ο Παζολίνι θεωρούσε την ταινία του Παλιόπουλα και πουλάκια ως την πρόζα των παραμυθιών καθώς βασικό συστατικό των παραμυθιών είναι η φαντασία της ποίησης. Όπως είχε πει, ξεκίνησε να γράφει ποίηση επτά χρονών, όπως ο Ρεμπώ, όμως ο ίδιος δεν ήταν ποιητής, παρά μόνο της ζωής.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet