Ο διάλογος που έχει αναπτυχθεί στα φίλια ΜΜΕ τελευταία σχετικά με το θέμα του τίτλου μας έχει έντονα αντιπαραθετικό χαρακτήρα. Αν και το ζήτημα είναι δύσκολο, καθότι πολύπλευρο και δυναμικό, οι περισσότεροι/ες το αντιμετωπίζουν με απλοϊκό τρόπο, κυρίως γιατί δεν συμπεριλαμβάνουν στην εξίσωση τον παράγοντα του χρόνου (και άρα των μεταβαλλόμενων συνθηκών). Ανάλογα τον χρόνο στον οποίο θέτουμε το ερώτημα η απάντηση μπορεί -και πρέπει- να διαφέρει.

 

Πότε πάει προς τ’ αριστερά

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αρχικές σοσιαλδημοκρατικές νίκες στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Γερμανία οφείλονται στο γεγονός ότι τα αντίστοιχα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στράφηκαν προς τα αριστερά, προκειμένου να ανταποκριθούν στα κοινωνικά αιτήματα, τα οποία η κοινωνική δυστυχία ή αποτελμάτωση που επέφεραν οι νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις και η πολύχρονη λιτότητα είχαν γιγαντώσει. Εάν παρέμεναν προσκολλημένα στις νεοφιλελεύθερες συνταγές, δεν θα ξανάρχονταν στην εξουσία. Οι Σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας το κατάλαβαν ύστερα από πολλά χρόνια, και μάλιστα μόνο όταν κινδύνεψαν να υπερφαλαγγιστούν από τους αριστερόστροφους Πράσινους. Στην ελληνική περίπτωση, το κόμμα το οποίο ανταποκρίθηκε καλύτερα στα κοινωνικά αιτήματα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, που ως αριστερή δύναμη συναντήθηκε με τον κεντροαριστερό και άλλο κόσμο που στρεφόταν προς τα αριστερά για να βρει λύσεις στα προβλήματά του. Αυτά το 2010-2012.

 

Πότε πάει προς το κέντρο

 

Από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε μεγάλο κόμμα, εκτοπίζοντας το ΠΑΣΟΚ, και μέχρι να σχηματίσει κυβέρνηση (2012-2015), δεν έπαψε να δέχεται βέλη εξ αριστερών ότι «βάζει νερό στο κρασί του», την ίδια ώρα που όδευε προς την εξουσία. Η αριστερή, αλλά ταυτόχρονα μετριοπαθής, στάση του έπεισε ένα μεγάλο αριθμό μη αριστερών ανθρώπων ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση «ο ήλιος θα ανατείλει ξανά». Η μαχητική του στάση, όμως, μετριάστηκε αμέσως μόλις διαφάνηκε ο κίνδυνος μεγάλων περιπετειών, γεγονός ωστόσο που δεν απέτρεψε την εκ νέου υπερψήφισή του.

Αντιθέτως, το Ποδέμος κράτησε άλλη στάση από τη στιγμή που μεγάλωσε χάρη στις κινητοποιήσεις κατά της λιτότητας. Θεώρησε ότι έπρεπε να συνεχίσει στην ίδια αριστερή γραμμή, με σκοπό να λεηλατήσει περαιτέρω το Σοσιαλιστικό κόμμα. Αυτή η στρατηγική, την οποία αμφισβήτησε ο Ερεχόν (το νούμερο δύο του κόμματος μετά τον Ιγγλέσιας), παραγνώριζε το γεγονός ότι, πέρα από το εξασφαλισμένο (εκείνη τη στιγμή) 20% των ψηφοφόρων, οι υπόλοιποι δεν ήταν αριστεροί ή ριζοσπάστες, αλλά πολίτες πιο μετριοπαθείς, παρόλη την επιθυμία τους για πολιτική αλλαγή. Τελικά, αντί να ανέβει το Ποδέμος, έπεσε. Η απειρία ενός νέου κόμματος, καθοδηγούμενο και στηριζόμενο κυρίως από νέους ανθρώπους, έπαιξε το ρόλο της.

 

Πότε δεν τίθεται τέτοιο δίλημμα

 

Η πρόσφατη νίκη των Σοσιαλιστών στην Πορτογαλία εμπίπτει σε μια άλλη κατηγορία. Δεν είναι πως οι ψηφοφόροι τους δεν ήθελαν περισσότερα. Σίγουρα όμως δεν ήταν και δυσαρεστημένοι, ώστε να θέλουν να έρθει πάλι η Δεξιά. Γι’ αυτό ενίσχυσαν τους Σοσιαλιστές αντί για τα αριστερά κόμματα που έριξαν τη συμμαχική κυβέρνηση Κόστα.

Στη δε περίπτωση των Εργατικών επί Κόρμπιν το δίλημμα ήταν «προς το κέντρο ή προς την αριστερά» μόνο σε πρώτη φάση, στη φάση ανάδειξης της νέας ηγεσίας. Όμως, το πρώτο ζήτημα που η νέα ηγεσία είχε να αντιμετωπίσει ήταν το ζήτημα του Brexit: μέσα ή έξω από την ΕΕ. Και, αντί να απαντήσει ευθαρσώς σε αυτό το «εθνικό» δίλημμα, προσπάθησε να πείσει τους πολίτες ότι το δίλημμα δεν ήταν αυτό, αλλά το «προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά». Ο Κόρμπιν έμοιαζε να είναι εκτός θέματος.

 

Τελικά, προς τα πού;

 

Όχι, οι χαμένοι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν θέλουν κεντρώες λύσεις, γι’ αυτό απευθυγραμμίστηκαν από τα παραδοσιακά κυβερνώντα κόμματα. Όμως, δεν ταυτίστηκαν με τα κόμματα στα οποία δάνεισαν την ψήφο τους, καθώς σε επίπεδο ιδεών και αξιών διατηρούν σημαντική απόσταση από αυτά.

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος/α να αντιτάξει ότι ένα κόμμα μπορεί, παίζοντας ένα διαπαιδαγωγητικό ρόλο, να αλλάξει την πολιτική στάση μέρους του κοινωνικού σώματος. Ασφαλώς και μπορεί, αλλά και σε αυτό (όπως στα πάντα), υπάρχουν όρια τα οποία ένας πολιτικός φορέας πρέπει συνεχώς να αναλογίζεται. Σε χώρες μάλιστα πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένες, και εξόχως γερασμένες, οι δυνατότητες για τις οποίες μιλάμε υπόκεινται σε πολλαπλές πιέσεις. Ένα κόμμα, επίσης, θα πρέπει να αναλογίζεται ότι οι πολίτες στην εποχή της γνώσης και της πληροφόρησης έχουν την αίσθηση της προσωπικής αξίας, καθώς και δικές τους ιδέες, δεν είναι tabula rasa. Ούτε αισθάνονται καλά με αυτούς/ες που δηλώνουν ευθαρσώς ότι θέλουν να τους/τις αλλάξουν. Άλλωστε, οι πολίτες ψηφίζουν συχνά το κόμμα που εκπροσωπεί καλύτερα τα συμφέροντά τους, ενίοτε όμως στηρίζουν το κόμμα στο οποίο νοιώθουν πιο κοντά. 

Συμπερασματικά, η κατίσχυση της Δεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού επιβάλει αριστερή τοποθέτηση, τόσο για να μεγαλώσει ένα κόμμα όσο και για να παραμείνει μεγάλο. Για να γίνει όμως η Αριστερά κυβερνώσα, χρειάζεται η μαζική στήριξη μη αριστερών πολιτών. Πρέπει να υπάρξουν υποδοχές γι’ αυτούς τους πολίτες, που δεν θα έρθουν, αν νιώσουν ότι το κόμμα αυτό δεν μπορεί να τους συμπεριλάβει, αν νιώσουν ξένοι. Και η συνάντηση πρέπει να γίνει εκτός των τειχών. Άλλο πράγμα η Ακρόπολη, άλλο η πόλη.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet