Η διαφθορά είναι ένα φαινόμενο ομπρέλα που περικλείει πολλούς τύπους εγκλημάτων και αποτελεί ουσιαστικά ένα μέσον, ένα modus operandi ενός γενικότερου σχεδίου, έναν κρίκο σε μια αλυσίδα παρανομίας, ακόμα και όταν πρόκειται για μικρο- υποθέσεις. Το ιδιαίτερο γνώρισμά της, η δυσκολία αποκάλυψης όλου του εύρους ενός τέτοιου συστήματος κάθε φορά, δυσκολία που βρίσκεται σε συνάρτηση με το κοινωνικό status των εμπλεκόμενων.

Ιδίως η μεγάλη διαφθορά αποτελεί πλέον ένα όχημα που χρησιμοποιείται από πολύ μεγάλο φάσμα παράνομων οργανώσεων, νόμιμων ή μη επιχειρήσεων. Συμβαίνει έτσι το παράδοξο, η διαφθορά να βρίσκεται στο απόλυτο κέντρο των διωκτικών αρχών, αλλά το πραγματικό έγκλημα για το οποίο συμβαίνει, να βρίσκεται σε «δεύτερο πλάνο» καθώς συχνά προσεγγίζεται, ως μια δυσλειτουργία σε μια κατά τα άλλα λειτουργούσα κοινωνία., ενώ η έκτασή της αποτελεί μυστήριο, καθώς μετράται με δείκτες αντίληψης  των ειδικών, δηλαδή αναξιόπιστα. Ωστόσο, γνωρίζουμε πλέον ότι ιδίως η μεγάλη διαφθορά αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, μέσω των οποίου το κράτος (και οι υπηρεσίες του) ελέγχεται από το κεφάλαιο. Σήμερα, το ζητούμενο είναι να ανακοπεί το αυτονόητο της παρουσίας της διαφθοράς  στην κοινωνική, οικονομική και στην πολιτική ζωή.

 

Βασικές συνιστώσες

 

Για να γίνει αυτό είναι ανάγκη να κατανοηθούν βασικές συνιστώσες της διαφθοράς: Η πρώτη είναι η ανομοιογένεια.  Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και οι συνέπειές της είναι ανομοιογενή στις διάφορες εκδοχές του καπιταλισμού (ανεπτυγμένο ή περιφερειακό, αποικιακού τύπου καπιταλιστικό σύστημα), καθώς οι αστικοί θεσμοί δεν έχουν τον ίδιο βαθμό αφομοίωσης στις παραπάνω περιπτώσεις. Τα ποικίλα παραδείγματα φορολογικών παραδείσων επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό.

Η δεύτερη είναι οι σχέσεις που την συγκροτούν. Πέρα από τη δογματική του ποινικού δικαίου, η διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα όπως και το οικονομικό είναι σχέσεις: μέσα από τις σχέσεις δημιουργούνται συγκαλύψεις, προστασία, εξουδετέρωση των κανόνων, παράκαμψη του νόμου. Και οι σχέσεις διαμορφώνουν ιδεολογία, δηλαδή πεποιθήσεις και κίνητρα παράκαμψης ή καταστρατήγησης του νόμου. Στη διεθνή σκακιέρα ξέρουμε πλέον ότι για να αποκαλυφθούν τέτοιες σχέσεις, ακολουθείται η πολιτική παρακολούθησης της διαδρομής  χρημάτων. Έτσι το ενδιαφέρον στράφηκε στις εξωχώριες οντότητες και στις δαιδαλώδεις ηλεκτρονικές μεταφορές. Όμως οι σχέσεις που είναι προαπαιτούμενό τους είναι το δυσκολότερο πρόβλημα, καθώς εμπλέκονται με κοινές ανάγκες, συναισθήματα, οικογενειακούς και πολιτικούς δεσμούς, φιλίες, ατέρμονες προσδοκίες με άξονα τον πλούτο και την εξουσία.

Η τρίτη συνιστώσα είναι η επίδρασή της διαφθοράς σε γενικότερες λειτουργίες του κράτους. Δεν πρόκειται για ηθικό, αλλά πολιτικό ζήτημα: η αποδιάρθρωση του δημόσιου τομέα είναι βασική προϋπόθεση για την χωρίς όρους εξάπλωση του κεφαλαίου, ιδίως σε χώρες οικονομικά εξαρτημένες ή σε χώρες που το κράτος έχει εκπέσει της λειτουργίας του (failed state). Η Ελλάδα για το 2022 είναι τελευταία σε μια κατάταξη κρατών για τα οποία μετράται ο δείκτης αποτυχίας του κράτους: με δείκτη ευαλωτότητας 53,9,  ενώ άλλα κράτη όπως οι χώρες που στιγματίστηκαν στην κρίση του 2007 έχουν πολύ χαμηλότερο δείκτη (Πορτογαλία 25,3, Ιρλανδία 20,6, Ιταλία 43,8, Ισπανία 40,7 https://worldpopulationreview.com/country-rankings/failed-states).

 

Η πολιτική της «οικονομικής αστυνόμευσης»

 

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμη μια αλλαγή πλεύσης στις δημόσιες πολιτικές και η υπέρβαση της λογικής των ελέγχων, ως κύριου εργαλείου αποκάλυψης υποθέσεων διαφθοράς. Η καθήλωση σε μια λογική ελέγχου (που έχει επιβληθεί διεθνώς), όχι μόνον δεν αντιμετωπίζει τη διαφθορά, αλλά είναι ακριβώς ένας τρόπος εξισορρόπησής της, διασφάλισης της μεγάλης διαφθοράς και εφησυχασμού της κοινής γνώμης. Έτσι η πολιτική της «οικονομικής αστυνόμευσης» που προτάχθηκε και για την Ελλάδα, προσχηματικά μόνον θα μπορούσε να λειτουργήσει, αφού δεν μπορεί να αλλάξει την ισορροπία ανάμεσα στο κράτος και την αγορά.

Μια πιο προσεκτική προσέγγιση των πολιτικών αυτών δείχνει, ότι ενώ «μαίνονται» οι διεθνείς πόλεμοι κατά της διαφθοράς, ταυτόχρονα, αναπτύσσονται επιλεκτικές πρακτικές όπου οι πραγματικοί φορολογικοί παράδεισοι σε Ευρώπη και ΗΠΑ εξακολουθούν να διευκολύνουν και τη διαφθορά και ό,τι την περιβάλλει, γεμίζοντας τα «χρηματοκιβώτια των φοροφυγάδων» μαύρο χρήμα ή και διατηρώντας τους δικαιούχους στο απυρόβλητο. Αυτές οι πολιτικές πλαισιώνονται συνήθως και από ένα λεξιλόγιο αυταρχισμού και πολέμου (π.χ. καταπολέμηση, πάταξη κ.λπ.), που δεν αντιστοιχεί στην οξύτητα των πολιτικών κατά της διαφθοράς, αλλά δημιουργεί κλίμα σα να γινόταν κάτι.

 

«Καινοτόμες» πολιτικές

 

Στην Ελλάδα, οι πολιτικές κατά της διαφθοράς εκτός του ότι δεν έγινε δυνατόν να υπερβούν τις χρόνιες αγκυλώσεις της κρατικής γραφειοκρατίας, το πολιτικό πελατειακό σύστημα και την οικογενειοκρατία, αρχικά ακολούθησαν το πρότυπο των πολλών επιμέρους υπηρεσιών, που δύσκολα θα μπορούσαν να συντονιστούν, ενώ στη συνέχεια, μετά το 2019, το σύστημα έγινε ασφυκτικά συγκεντρωτικό και ιδίως, ανεξέλεγκτο. Συνολικά όμως η θεσμική αντίδραση απέναντι στη διαφθορά μετέτρεψε ένα καθαρά ποινικό πρόβλημα σε ζήτημα διοικητικών και αστικών παραβάσεων, θεσμών συνδιαλλαγής με διάφορα αιτιολογικά. Και έτσι στη χώρα που οι ποινές πέφτουν βροχή, επαληθεύεται η διάσημη ρήση του Jeffrey Reiman “Τhe rich get richer and the poor get prison” («οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί πηγαίνουν στη φυλακή»): διαφοροποιημένη μεταχείριση της βαριάς οικονομικής εγκληματικότητας σε σύγκριση με άλλα εγκλήματα ανάλογης βαρύτητας, όπως είναι π.χ. τα εγκλήματα κατά της ζωής ή και κατά της περιουσίας, οδηγούν στο παράδοξο, σε μια ληστεία να επιβάλλεται τελικά βαρύτερη ποινή, από ένα οικονομικό σκάνδαλο. Επίσης, δεν είναι μόνον η παραγραφή που «ακυρώνει» τις διώξεις, αλλά και το γεγονός ότι εξορισμού, μια σειρά από πράξεις και φαινόμενα, που κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο ποινικό οπλοστάσιο, αποτελούν παραβάσεις διοικητικού ή αστικού χαρακτήρα και αυτό αφορά κυρίως τα εγκλήματα των ισχυρών.

Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν ελληνική πρωτοτυπία. Αλλά εδώ είναι μάλλον «παράδοση» να εισάγονται πρότυπα αντεγκληματικής πολιτικής αγνοώντας την κοινωνική πραγματικότητα, να εισάγονται πρακτικές που επιβάλλει η ΕΕ και να εφαρμόζονται προσχηματικά ή τέλος να επικαλούμαστε την Ευρώπη ως ιδεατή πραγματικότητα, ταυτόσημη με την πρόοδο και τον πολιτισμό, πράγμα δεν είναι αυταπόδεικτό. Αυτά τα τρία στοιχεία επιτρέπουν όμως, να θεσπίζονται καινοτόμα «μέτρα», διατηρώντας ωστόσο ανέπαφους τους διαύλους μέσω των οποίων η θεσμική αντίδραση ακυρώνεται.

 

Άρνηση του πολιτικού συστήματος

 

Στην πραγματικότητα, πουθενά η διαφθορά δεν αντιμετωπίστηκε χωρίς την ενίσχυση των βασικών θεσμών του ποινικοκατασταλτικού συστήματος: ένα ουσιαστικά ανεξάρτητο και επαρκώς οργανωμένο και στελεχωμένο σύστημα αστυνομίας, ανακριτικής έρευνας, απονομής δικαιοσύνης, μια σωφρονιστική πολιτική στραμμένη και στους εγκληματίες του λευκού κολάρου και ένα διαφανές και σαφές θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών αυτών, αποτελούν προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση συστημικών φαινομένων όπως αυτά που περιγράφω. Η ακεραιότητα, η ουσιαστική γνώση και  ο επαγγελματισμός των λειτουργών του ποινικοκατασταλτικού συστήματος αποτελούν, επίσης, απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός συστήματος αντι-διαφθοράς, που καλλιεργούνται μέσα από το σύστημα εκπαίδευσής τους.

Όμως εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: δεν είναι μόνον το ανορθολογικό ύψος και είδος των ποινών που εύκολα καλλιεργεί την αντίληψη του «όλοι ίδιοι είναι». Είναι και η άρνηση ουσιαστικά του πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει μια κανονική δικαστική αστυνομία (και όχι ομάδες φύλαξης δικαστηρίων), να κατοχυρώσει το αυτοδιοίκητο των δικαστικών λειτουργών, να προστατεύσει τους δικαστικούς λειτουργούς και τα στελέχη της διοίκησης για να κάνουν αυτό που πρέπει,  να ενισχύσει ουσιαστικά το σύστημα των ενόρκων, να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο σύστημα προστασίας μαρτύρων, να θωρακίσει την αστυνομία και τη δικαιοσύνη από «ευκαιρίες» διαφθοράς σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας και άλλα πολλά.

Νομίζω ότι έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για τα θέματα αυτά και να γίνουν επιτέλους σοβαρές τομές.

Σοφία Βιδάλη Η Σοφία Βιδάλη είναι καθηγήτρια εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet