Θυμάμαι πολύ καλά την εξέλιξη της πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση όταν το Τείχος άρχισε να κλονίζεται. Εκείνο τον καιρό ήμουν στις Βρυξέλλες στην Ευρωβουλή. Θα μπορούσαμε να είχαμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε μια νέα διάταξη πραγμάτων που θα έθαβε τον ψυχρό πόλεμο.

 

 

 

Ελπίζω να μην χρειάζεται να ξεκαθαρίσω ότι θεωρώ συμφορά την άνοδο του Πούτιν στην κορυφή της Ρωσίας και, παρόλο που πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική ιστορία, θα είχα κάτι να πω και κατά του Σι Ζιν Πινγκ. Όταν όμως είπαν την άποψή τους για την Ουκρανία, σκέφτηκα: ευτυχώς που υπάρχουν.

Γιατί το πιο ανυπόφορο πράγμα που ανεχόμαστε πλέον σιωπηρά είναι η αλαζονεία της Δύσης μας που εμφανίζεται ως το άριστο μοντέλο κοινωνίας και συνεπώς ως εγγυήτρια της δημοκρατίας στον κόσμο, παρά τις καταστροφές που έσπειρε στη Μέση Ανατολή, στο Αφγανιστάν, αλλά και στα μέρη μας, όπου η ανισότητα αυξάνεται μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

Εκπλήσσονται εκείνοι που ανησυχούν επειδή ο Πούτιν παρέταξε πολλά άρματα μάχης στα ουκρανικά σύνορα: και τι περίμεναν να κάνει κάποιος σαν κι αυτόν, στον οποίο χαρίστηκε η δυνατότητα να αποκτήσει δημοτικότητα στη χώρα του –και να τη χρησιμοποιήσει για τα χειρότερα– με δεδομένη την κακοήθη πολιτική της Δύσης απέναντι στη Ρωσία; Μετά την πτώση του Τείχους θα μπορούσαμε επιτέλους να ξεκινήσουμε μια συμπεριληπτική διαδικασία, μια σταδιακή συμμετοχή της Ανατολικής Ευρώπης και συνεργασία με την Ρωσία, που είναι ευρωπαϊκή μόνο κατά το ήμισυ, είναι αλήθεια, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να την διαχωρίσει από το ιστορικό-πολιτισμικό μας πλαίσιο. Όμως, ακολουθήθηκε ο αντίθετος δρόμος, σε ένα βαθμό προσαρτώντας και σε έναν άλλο κατασκευάζοντας ένα λεπροκομείο για να απομονωθεί η Ρωσία. Για ποιο πράγμα την κατηγορούμε; Επειδή συγκέντρωσε άρματα μάχης στα σύνορα με την Ουκρανία, πάντα σε ρωσικό έδαφος; Μα οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι ίδιες ή μαζί με τους συμμάχους τους, μήπως δεν γέμισαν εδώ και χρόνια τον κόσμο με εκατοντάδες στρατιωτικές βάσεις και πολέμους, αλλά χιλιάδες χιλιόμετρα από τα σύνορά τους;

 

Μπροστά σε έναν πολύ χειρότερο κίνδυνο

 

Θυμάμαι πολύ καλά την εξέλιξη της πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση όταν το Τείχος άρχισε να κλονίζεται. Εκείνο τον καιρό ήμουν στις Βρυξέλλες στην Ευρωβουλή. Επικεφαλής της Σοβιετικής Ένωσης ήταν επιτέλους ένας άνθρωπος σαν τον Γκορμπατσόφ, ο οποίος γενναιόδωρα πρότεινε την απόσυρση των στρατευμάτων από τα εδάφη του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο όνομα μιας υπέρβασης του ψυχρού πολέμου και με τη δέσμευση ότι αυτό θα ήταν αμοιβαίο, ότι δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά το Ατλαντικό Σύμφωνο. Υπέρ μιας τέτοιας υπόθεσης είχε ταχθεί ένα μεγάλο ειρηνιστικό κίνημα, το μόνο αληθινά ευρωπαϊκό μεγάλο κίνημα που υπήρξε ποτέ, το οποίο αγωνιζόταν για «μια Ευρώπη χωρίς πυραύλους από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια». Υπήρχαν πολλοί αριστεροί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες που το υποστήριζαν (Φουτ, Πάλμε, Κράισκι, Παπανδρέου, πολλοί από το SPD. Στην Ιταλία, αλλά απομονωμένος μέσα στο ίδιο το κόμμα του, ο Μπερλινγκουέρ). Θα μπορούσαμε να είχαμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε μια νέα διάταξη πραγμάτων που θα έθαβε τον ψυχρό πόλεμο.

Αντίθετα, εκείνη η ευκαιρία χάθηκε και σήμερα είμαστε μπροστά σε έναν πολύ χειρότερο κίνδυνο. Γιατί πριν υπήρχαν οι μεγάλες ατομικές βόμβες που οι πρόεδροι είχαν τα κλειδιά τους, ενώ τώρα τα πυρηνικά έχουν γίνει συστατικά εύχρηστων πυρομαχικών προσιτών σε πολλούς, σε τρελούς ή σε ανθρώπους που κάνουν λάθος. Θυμάμαι ότι το ’93, η Ευρώπη, αφού άναψε μαζί με τους Αμερικάνους φωτιά στη Μέση Ανατολή, μετατράπηκε επίσημα από Κοινότητα, στην πιο απαιτητική Ένωση, και ως Σύνταγμα υιοθέτησε τη διαβόητη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Δεν είχαν ακόμη αφαιρεθεί οι σημαίες που στόλιζαν την αίθουσα όπου είχε πραγματοποιηθεί η βάπτισή της, όταν ένα από τα μέλη της με το μεγαλύτερο κύρος, η Γερμανία, βιάστηκε να επέμβει, αρχικά μόνη της και στη συνέχεια ακολουθούμενη από ολόκληρη την Ένωση, στις γιουγκοσλαβικές υποθέσεις αναγνωρίζοντας, και αψηφώντας κάθε ισχύοντα διεθνή κανόνα, την ανεξαρτησία της Κροατίας που ανακηρύχθηκε ως τέτοια σε εθνοτική βάση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έριξε λάδι στη φωτιά που φούντωνε, με μια γελοία επίκληση μέχρι και της συμπερίληψης στην καθολική Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ιστορική κοινότητα η οποία έπρεπε να τεθεί απέναντι στους σλάβους και στους ορθοδόξους. Όλα αυτά συνοδεύτηκαν από μια εκστρατεία κολακείας για να αναφλεγεί περισσότερο η εθνικιστική εμμονή κι έτσι να διαλυθεί η παρείσακτη γιουγκοσλαβική Δημοκρατία, ογκώδες εμπόδιο στη σχέση μεταξύ ανατολής και δύσης. Έτσι λοιπόν, από την αρχή, η «διεύρυνση» υπό τη διεύθυνση των Βρυξελλών μετατράπηκε σε στρατολόγηση εκείνων που μπορούσαν να εμφανίσουν περισσότερες ομοιότητες με τη Δύση, καλώς ή κακώς.

 

To δηλητήριο του acquis communautaire

 

Επίσημα, η γραμμή αυτή που έβλεπε μακριά εγκαινιάστηκε σε μια σύνοδο στην Κοπεγχάγη, το 1999, με νέο Πρόεδρο της Επιτροπής της ΕΕ τον Ρομάνο Πρόντι, αφού είχε μόλις λήξει η παραμονή του στην πρωθυπουργία της Ιταλίας. Ήταν μια επιχείρηση που την παρουσίασαν ως φιλανθρωπία, και επέπλητταν όποιον, όπως η δική μας αριστερά, διαφωνούσε, κατηγορώντας τον ότι δεν είναι γενναιόδωρος και γι’ αυτό θέλει να αποκλείσει τους φτωχούς από την ανατολική Ευρώπη από την πρόσβαση στην τούρτα με σαντιγί της ΕΕ. Μια δηλητηριασμένη φιλανθρωπία: με προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις μακράς διάρκειας για να αναγκαστούν οι υποψήφιοι προς ένταξη να καταπιούν όλα εκείνα που είχαν οριστεί χωρίς αυτούς τα προηγούμενα σαράντα χρόνια – «το acquis communautaire» («το κεκτημένο κοινοτικό δίκαιο») – στην ουσία τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς: ιδιωτικοποίηση των τραπεζών, των δημόσιων υπηρεσιών, ελεύθερη ανταγωνιστικότητα και ελεύθερες συναλλαγές και επομένως έκθεση στον ελεύθερο διεθνή ανταγωνισμό , σε συνδυασμό με την απαγόρευση της κρατικής στήριξης των επιχειρήσεων. Περίπου σαν την Αφρική: άριστο για τη νέα κομπραδόρικη αστική τάξη, περισσότερη φτώχεια για τους φτωχότερους (καλό είναι να βλέπουμε ολοκληρωμένα τα δεδομένα, για να καταλάβουμε τι παρήγαγε αυτό το δώρο).

Το πιο θανάσιμο δηλητήριο ήταν όμως εκείνο του οποίου βλέπουμε σήμερα τις ολέθριες συνέπειες: στο «acquis communautaire», το οποίο δεν επικυρώθηκε ποτέ από μια επίσημη πράξη, υπάρχει ντε φάκτο το ΝΑΤΟ, η ελευθερία, δηλαδή, να εγκαθίστανται πυρηνικοί πύραυλοι οπουδήποτε φθάνουν τα σύνορα της Ένωσης. Μέχρι κάτω από τη μύτη της Ρωσίας. Με τι μούτρα μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε για την Κριμαία όταν έχουμε αναγνωρίσει, τη μια μετά την άλλη, την ανεξαρτησία όλων των εθνών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, παρά τη μεταπολεμική συμφωνία να μην αγγίξουμε τα σύνορα κανενός κράτους χωρίς μια διαπραγμάτευση όλων των μερών; Γιατί τώρα δεν αναγνωρίζουμε το ίδιο δικαίωμα στη Ρωσία που έχει τουλάχιστον κάποιους λόγους παραπάνω για να στηρίζει την επιλογή της μεγάλης πλειοψηφίας των κατοίκων της Κριμαίας, που είναι ρωσική εδώ και αιώνες και η οποία σήμερα, με ψήφους 95%, έγινε πάλι τμήμα της χώρας στην οποία ανήκε, ενώ είχε χαριστεί στην Ουκρανία, τότε μέλος της ομοσπονδίας, από τον ουκρανό Χρουστσόφ, με μια χειρονομία που κανείς εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να εκτιμήσει το βάρος της;

 

Τα γεγονότα και η έμπνευση

 

Το 1947, ο Χένρι Γουάλας, υπουργός και πρώην αντιπρόεδρος του προέδρου Ρούζβελτ, είπε σε μια μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση στη Νέα Υόρκη ότι έπρεπε να μοιραστούν με την ΕΣΣΔ τα πυρηνικά μυστικά και να εγγυηθούν τα σύνορά της, κατά κάποιον τρόπο κάτι σαν το Δόγμα Μονρόε του οποίου έχαιραν οι ΗΠΑ: εκδιώχτηκε από το αξίωμά του μέσα σε 12 ώρες. Και 15 χρόνια αργότερα, στο όνομα αυτού του δόγματος, διακινδυνέψαμε τον πόλεμο επειδή η μικρή Κούβα, σαφώς απειλούμενη όπως γνωρίζουμε, λόγω των λίγων πυραύλων που είχε εγκαταστήσει για την άμυνά της κατηγορήθηκε κατά γελοίο τρόπο ότι ήθελε να επιτεθεί στην αμερικανική αυτοκρατορία, μια κατηγορία εξαιτίας της οποίας πληρώνει για πάνω από 60 χρόνια το ακριβότατο τίμημα των κυρώσεων.

Δυστυχώς, η Ενωμένη Ευρώπη δεν γεννήθηκε στο Βεντοτένε, αλλά στην Ουάσινγκτον: η πρώτη ψήφος υπέρ της δεν ήταν ενός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά του αμερικανικού Κογκρέσου, τη 10η Μαρτίου 1947, έπειτα από πρόταση του Τζον Φόστερ Ντάλας, υπουργού Εξωτερικών και αδελφού του Άλαν, ισχυρού αρχηγού της Cia. Ο ψυχρός πόλεμος μόλις είχε αρχίσει και η Δύση χρειαζόταν να εξασφαλίσει μια δύναμη ενωμένη πολιτικά και στρατιωτικά κατά μήκος του Σιδηρού Παραπετάσματος. Αυτό το αποτύπωμα παρέμεινε πάντα, και δική μας μάχη είναι να ξαναβρούμε την έμπνευση των αντιφασιστών κρατουμένων που, ενώ ο πόλεμος μαινόταν ακόμη, είχαν σκεφτεί ένα εντελώς διαφορετικό σχέδιο. Θεέ μου, πόσο είναι κουραστικό να εξακολουθούμε να είμαστε ευρωπαϊστές! Αν επιμένουμε, είναι μόνο γιατί η ιδέα να εμπιστευθεί ο καθένας μας την τύχη του στο εθνικό του κράτος θα ήταν σίγουρα απείρως χειρότερη.

 

Μετάφραση από το Μανιφέστο: Τόνια Τσίτσοβιτς

Λουτσιάνα Καστελίνα Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet