Το ζήτημα του επιδόματος των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων έχει μακρά ιστορία. Τον Μάρτιο του 2018, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανακοινώνει ότι «συστήνεται επιτροπή αρμόδια για την επεξεργασία και υποβολή πρότασης μεταρρύθμισης του καθεστώτος χορήγησης επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, καθώς και για την εκπόνηση βραχυπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδίου δράσης για την πρόληψη των παραγόντων κινδύνου στους χώρους εργασίας των φορέων στους οποίους παρατηρούνται επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας».
Έργο της επιτροπής «είναι ιδίως: α) ο προσδιορισμός συγκεκριμένων κριτηρίων που συνδέονται με την έκθεση των εργαζομένων σε σοβαρό κίνδυνο βλάβης της υγείας τους εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούν στον χώρο εργασίας όπου απασχολούνται, των ουσιών με τις οποίες έρχονται σε επαφή ή της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής τους, β) ο προσδιορισμός της μεθοδολογίας, του τρόπου υπολογισμού του ύψους και των κατηγοριών του επιδόματος, γ) η υπαγωγή των ειδικοτήτων/κλάδων και χώρων εργασίας στα ανωτέρω κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη τα περιγράμματα θέσεων εργασίας, όπου αυτά υπάρχουν, και τον βαθμό και τη συχνότητα έκθεσης στους παράγοντες με τους οποίους συνδέονται τα ανωτέρω κριτήρια».

Η επιτροπή όφειλε να «υποβάλει σχετική γνωμοδότηση, συνοδευόμενη από αναλυτική μελέτη, σύμφωνα με την ως άνω περιγραφή του έργου της, στους συναρμόδιους υπουργούς έως τις 30.5.2018». Η αναθεώρηση των κριτηρίων για την καταβολή του επιδόματος υπήρξε μνημονιακό προαπαιτούμενο, που ουσιαστικά δεν υλοποιήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ενδεχομένως γιατί το «άνοιγμα» του θέματος θα προκαλούσε στην τότε δημοσιονομική συγκυρία περικοπές αποδοχών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη τροποποίησε τη σύνθεση της επιτροπής και έπειτα δόθηκε παράταση προθεσμίας για τη γνωμοδότηση σχετικά με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας έως στις 31/8/2021.

 

Μνημονιακή υπακοή μετά τα μνημόνια

Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση επιλέγει την παρούσα περίοδο για να ανοίξει το ζήτημα, ορκιζόμενη πίστη στα μνημόνια. Σε πρόσφατη τοποθέτησή του στη βουλή, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, κ. Σκυλακάκης, ισχυρίζεται ότι η περιβόητη ρήτρα «δημοσιονομικής ελευθερίας» που ισχύει στην ΕΕ, δεν περιλαμβάνει μόνιμα δημοσιονομικά μέτρα, όπως αυξήσεις σε μισθούς και «συνεπώς δεν μπορούμε να βάλουμε μόνιμα δημοσιονομικά μέτρα που αφορούν μισθολογικά θέματα, όπως είναι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας».
Με αυτά τα δεδομένα φτάνουμε στο πόρισμα της διϋπουργικής επιτροπής που «πετσοκόβει» το σχετικό επίδομα σε χιλιάδες εργαζόμενους στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Σε μία περίοδο υψηλών πληθωριστικών πιέσεων και μεγάλης ακρίβειας, η γενική εικόνα του πορίσματος καταδεικνύει μείωση μισθού για δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, την ώρα που ο πρωθυπουργός παρουσιάζει σαν κεντρική προτεραιότητα της κυβέρνησης την αύξηση των μισθών. Αξιοσημείωτο είναι ότι και στα δύο αρχικά σενάρια της επιτροπής σε 10.000 εργαζόμενους που ανήκουν στην υψηλότερη κατηγορία επικινδυνότητας, το επίδομα μηδενίζεται!
Σύμφωνα με τον 4512/2018 προβλέπεται η αναθεώρηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μόνο ύστερα από την εκπόνηση σε συνεργασία με τους συναρμόδιους φορείς βραχυπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδίου δράσης.

 

Χωρίς διαβούλευση και μελέτη


Η διυπουργική επιτροπή συνεδρίασε, όμως, δίχως τη συμμετοχή των εργαζομένων, όταν βασικό ευρωπαϊκό κεκτημένο στα θέματα υγείας και ασφάλειας στην εργασία και βάση επίτευξης όλων των στόχων είναι η τριμερής διαβούλευση και τελικά ομοφωνία μεταξύ κράτους, εργαζομένων και κυβέρνησης.

Από τη ΓΣΕΕ καταγγέλλεται ότι σύμφωνα με την ΥΑ 43726/2019, που εξειδικεύει τον νόμο σε όλους τους χώρους εργασίας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, εκπονείται Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Κινδύνου (ΓΕΕΚ) από τον τεχνικό ασφαλείας και τον ιατρό εργασίας, η οποία αναρτάται υποχρεωτικά στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και επικαιροποιείται από τον υπεύθυνο των ΟΤΑ α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών κατά τις διατάξεις του ν. 3850/2010. Στη συνέχεια θα έπρεπε να αναπτύσσεται ένα σύστημα παρακολούθησης και συγκριτικής αξιολόγησης των φορέων, πάνω στην οποία θα βασιζόταν η βαθμολόγηση επικινδυνότητας όλων των ειδικοτήτων. Όχι μόνο δεν έχει υλοποιηθεί οτιδήποτε από τα προαναφερόμενα, αλλά είναι εμφατικό το ότι το υπουργείο Εργασίας δεν έχει εκπονήσει καν Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Κινδύνου.

Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει ότι οι αλλαγές, στον βαθμό που θα υλοποιηθούν, θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερες και αυτός ο κανόνας είναι που κυριαρχεί και διαμορφώνει τις αποφάσεις της επιτροπής. Αντί λοιπόν η επιτροπή, με επιστημονικά δεδομένα, να αξιολογήσει τον βαθμό επικινδυνότητας των επαγγελμάτων, φρόντισε πρώτα να τηρήσει «δημοσιονομική πειθαρχία» και μετά να προχωρήσει σε αλλαγές που δεν δημιουργούν επιπλέον δαπάνες. Η μέθοδος αυτή είναι αντεργατική, αντιεπιστημονική και αντικοινωνική, την ώρα που τα εργατικά ατυχήματα και οι κίνδυνοι για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων έχουν εκτοξευθεί. Όσο τελικά και να «τεντώσει» κανείς τη φτώχεια, παραμένει φτώχεια.

Με βάση το πόρισμα τη επιτροπής, θα υπάρξουν δύο σενάρια βάσει των οποίων αυξάνεται το ανώτερο ύψος του επιδόματος στα 170 και 180 ευρώ αντίστοιχα, από 150 ευρώ, αλλά ταυτόχρονα καθίστανται μη δικαιούχοι χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν σήμερα το επίδομα. Στο πρώτο σενάριο, περισσότεροι από 10.000 θα είναι μη δικαιούχοι και χάνουν το επίδομα. Στο δεύτερο σενάριο, οι πέντε κατηγορίες του επιδόματος συγχωνεύονται σε τέσσερις. Και σε αυτή την περίπτωση, οι μη δικαιούχοι, δηλαδή όσοι χάνουν το επίδομα, ανέρχονται σε 10.049. Στο δεύτερο σενάριο υπάρχουν κατηγορίες εργαζομένων που σήμερα λαμβάνουν επίδομα 150 ευρώ μηνιαίως και σύμφωνα με τη βαθμολόγηση της επιτροπής, θα λάβουν επίδομα της τάξης των 70 ευρώ. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν, σύμφωνα με πληροφορίες, οι καθαρίστριες σχολείων, οι εργάτες–οικοδόμοι, οι εργάτες κήπου και οι βοηθοί υδραυλικοί.

 

Καταπληκτική ποιότητα ζωής…


Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 1951, επιβίωσε κατά βάση διευρυνόμενο για 70 χρόνια, για να πέσει τώρα στα χέρια της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η τελευταία είναι γνωστό ότι κινείται στη λογική του «γυμνού» μισθού, δηλαδή μισθού, χωρίς επιδόματα και προσαυξήσεις (τριετίες, επιδόματα κλπ). Την ώρα που η ακρίβεια σαρώνει το εισόδημα των εργαζομένων, την ώρα που η εργατική τάξη χάνει δικά της παιδιά καθημερινά (4 νεκροί εργαζόμενοι από την αρχή του έτους), την ώρα που ο πρωθυπουργός ορκίζεται στην ποιοτική ζωή που απολαμβάνουν όσοι ζουν και εργάζονται στη χώρα, η κυβέρνηση καλεί τους εργαζόμενους να «βαρέσουν μεγαλύτερο κουπί» για χάρη της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων.

Βέβαια, υπάρχει η κυβέρνηση, αλλά υπάρχουν και οι «από κάτω».

Διονύσης Τεμπονέρας Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι δικηγόρος-εργατολόγος Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Εργασία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet