Η «Εποχή», θέλοντας να φιλοξενήσει και να ανοίξει τη συζήτηση για το παρόν και το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ λίγο πριν τη διεξαγωγή του 3ου Συνεδρίου, απευθύνει σ’ αυτό το φύλλο –όπως θα κάνει στα επόμενα– τρία κοινά ερωτήματα, σε τρία στελέχη του κόμματος.

Αυτή τη φορά, τα ερωτήματα έχουν ως εξής:

  1. Όλοι οι τελευταίοι δημοσκοπικοί δείκτες εμφανίζουν πτώση της ΝΔ, παρά το γεγονός ότι συνεχίζει να προηγείται έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Παρ’ όλα αυτά, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης –με βάση τουλάχιστον τις δημοσκοπήσεις και ό,τι αποτυπώνουν αυτές– δεν φαίνεται να εισπράττει αισθητά από αυτή τη φθορά. Πώς το ερμηνεύετε;
  2. Μετά την αιφνιδιαστική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για απευθείας εκλογή προέδρου και ΚΕ από τα μέλη του κόμματος, έχει ξεκινήσει ένας έντονος διάλογος κατά πόσο κάτι τέτοιο συμβάλλει στην ουσιαστική ενεργοποίηση των μελών και στην ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Ποια είναι η θέση σας;
  3. Ποιες είναι, κατά την άποψή σας, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για ενδεχόμενες μετεκλογικές συνεργασίες –με δεδομένη την απλή αναλογική, με την οποία οδηγούμαστε στις προσεχείς κάλπες;

 

 

Έφη Καλαμαρά: «Σαφές ταξικό πρόσημο,
κινηματική πρακτική και
άρνηση ενσωμάτωσης στο σύστημα»

 

1. Η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο έχει αποτύχει στη διακυβέρνηση, αλλά γίνεται κάθε μέρα που περνάει και πιο επικίνδυνη. Παταγώδης αποτυχία στην αντιμετώπιση της πανδημίας, κανένα μέτρο στήριξης της κοινωνίας απέναντι στο πρωτοφανές κύμα ακρίβειας, κατάρρευση του δήθεν επιτελικού κράτους που αποδείχθηκε ανίκανο να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε πρόβλημα, σχέσεις διαπλοκής και όργιο του πελατειακού κράτους, συνεχείς παρεμβάσεις σε βάρος της ανεξαρτησίας, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας του Τύπου. Παρά την επικοινωνιακή διαχείριση της ΝΔ, η κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική της μεγαλώνει και η κυβερνητική φθορά καταγράφεται και δημοσκοπικά. Η δημοσκοπική καθήλωση της ΝΔ οφείλεται στα αποτελέσματα της αντιλαϊκής πολιτικής και στην απάτη που είχε διαπράξει απέναντι σε αυτούς που την έφεραν στην εξουσία. Πράγματι όμως, ενώ η ΝΔ φθείρεται ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ δεν φαίνεται να κερδίζει. Το ερώτημα σας είναι μία από τις προκλήσεις που πρέπει να μας απασχολήσει στο Συνέδριο του κόμματος και να δώσουμε μια συλλογική και νικηφόρα απάντηση, χωρίς εξωραϊσμούς και επανάπαυση. Κατά τη γνώμη μου, για να πείσει ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ πως αποτελεί ξανά την αξιόπιστη και ελπιδοφόρα λύση για τον λαό, οφείλει να είναι απολύτως ειλικρινής όσον αφορά τα λάθη και τις αστοχίες (παρά τα πολλά θετικά) της κυβερνητικής του πολιτικής και να γίνει απολύτως συγκεκριμένος όσον αφορά τις λύσεις που προτείνει. Η μέχρι τώρα αντιπολιτευτική μας πολιτική δεν έχει καταφέρει να τα συνδυάσει αυτά με επιτυχία.

 

2. Το πρώτο που έχω να πω είναι ότι η πρόταση αυτή του προέδρου του κόμματος όφειλε να μην είναι αιφνιδιαστική. Το κομματικό φαινόμενο, το πώς ένα κόμμα θα γίνει περισσότερο δημοκρατικό στη λειτουργία του, πιο ελκτικό για τα μέλη του, πώς θα αξιοποιήσει τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας για να βελτιώσει τη συμμετοχή όλων των μελών του, να γίνει πιο αποτελεσματικό, μας απασχολεί όλους και όλες και όχι μόνο τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και διεθνώς έχει ανοίξει εδώ και χρόνια μια παρόμοια συζήτηση. Προφανώς όλα αυτά τα θέματα θα αποτελέσουν ένα από τα βασικά επίδικα του 3 Συνέδριου. Χρειαζόμαστε, κατά τη γνώμη μου, ένα μαζικό κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς, που θα υιοθετεί και θα εκφράζει προχωρημένες ιδέες, με σαφές ταξικό πρόσημο υπέρ των αδυνάμων, κινηματική πρακτική, άρνηση ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο σύστημα. Χρειαζόμαστε ένα ζωντανό, ενωμένο κόμμα, με πολύ πιο έντονη παρουσία στους μαζικούς χώρους και κοινωνικούς χώρους. Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που θα μένει μακριά από στερεότυπα, δογματισμούς και φανατικές προσκολλήσεις, που θα εμπιστεύεται βαθιά τις δημοκρατικές διαδικασίες και τη δύναμη της συμμετοχής των μελών του. Που τα μέλη του θα συμμετέχουν στη ζωή και στη δράση του κόμματος, που θα έχουν λόγο, και μάλιστα αποφασιστικό, ιδιαίτερα στα ζητήματα παραγωγής της πολιτικής. Αυτό σημαίνει δημοκρατικός και συλλογικός τρόπος λειτουργίας των κομμάτων και όχι η απροϋπόθετη εκλογή της ηγεσίας. Η συγκεκριμένη πρόταση προβλήθηκε ως δημοκρατική τομή, ως εκσυγχρονισμός, στην ουσία της όμως είναι μια πρόταση που καταργεί κάθε έννοια αντιπροσώπευσης και λογοδοσίας των οργάνων στο σώμα που τα εξέλεξε. Αποσυνδέει την εκλογή των μελών της ΚΕ από την πολιτική συζήτηση που θα διεξαχθεί στο Συνέδριο, καταργεί ουσιαστικά το ρόλο του Συνεδρίου, του ανώτερου οργάνου του κόμματος, αποθεώνει τους μηχανισμούς και ευνοεί τους διάσημους, μετατρέποντας τις οργανώσεις μελών σε μηχανισμούς προσωπικής προβολής και ανάδειξης. Κατά τη γνώμη μου δε, εκ των πραγμάτων, παρά τις όποιες προθέσεις, η συγκεκριμένη πρόταση αποδεικνύεται διχαστική, γιατί την ώρα που η ΝΔ καταρρέει και ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ εύρισκε μια μεγάλη δυνατότητα συγκερασμού των απόψεων εντός του, εισέρχεται πάλι σε μια νέα εσωστρέφεια αντιπαραθέσεων και δίκης προθέσεων, με βάση τις απολύτως θεμιτές αντιρρήσεις στην πρόταση του προέδρου. Οι αντιρρήσεις αυτές δεν έχουν καμία σχέση με αμφισβήτηση του ίδιου του προέδρου και της ανάγκης να ηγηθεί ενός ενωμένου, μαζικού και δημοκρατικού κόμματος της σύγχρονής Αριστεράς. Γι’ αυτούς όλους τους λόγους, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να παραμείνουμε στην πρόταση για εκλογή της ΚΕ και του προέδρου από το συνέδριο, από τους 5.000 και πάνω εκλεγμένους συνέδρους από όλες τις οργανώσεις μελών του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, ένα μεγάλο αντιπροσωπευτικό σώμα που εκλέγει και στο οποίο λογοδοτεί η συλλογική ηγεσία του κόμματος.

 

3. Όλα θα εξαρτηθούν από το εκλογικό αποτέλεσμα. Όσο πιο δυνατός αναδειχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ στις επερχόμενες εκλογές, τόσο πιο ευνοϊκές θα είναι οι συνθήκες για εφαρμογή και υλοποίηση ενός ρεαλιστικού και ριζοσπαστικού, ταυτόχρονα, κυβερνητικού προγράμματος, που θα μπορεί να συνεγείρει την πλειοψηφία του λαού. Ο ΣΥΡΙΖΑ– ΠΣ πρέπει να απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, προκειμένου να ανατραπεί η αποτυχημένη και επικίνδυνη κυβέρνηση της ΝΔ και να δημιουργηθεί μια δημοκρατική προοδευτική κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, στη βάση ενός κοινού προγράμματος, το οποίο θα αποτυπώνει και θα δεσμεύει για τις αναγκαίες τομές όπως: γενναία ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ, αποκατάσταση συνδικαλιστικών και εργασιακών δικαιωμάτων, καθολική πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, δρομολόγηση πολιτικών στην κατεύθυνση της αλλαγής του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου με κριτήριο τη βιωσιμότητα. Τα παραπάνω υπάρχουν στα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου, αξίζει να εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο και να θέσουμε τις νέες διαχωριστικές γραμμές που αναδείχθηκαν εντονότερα στον καιρό της πανδημίας στην οικονομία, την υγεία, το κλίμα, αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες που δίνουν τα, έστω και προσωρινά, μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης και η έξοδος από τη μνημονιακή εποπτεία.

 

* Η Έφη Καλαμαρά είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 

 

Πάνος Ρήγας: «Υπεράσπιση των αξιών
και των ιδεολογικών μας θέσεων
»

 

1. Οι δημοσκοπήσεις μπορούν να αποτυπώσουν μέρος των διεργασιών και το εύρος των αλλαγών που συντελούνται μέσα στην ελληνική κοινωνία και μάλιστα εν μέσω παρατεταμένης οικονομικής και υγειονομικής κρίσης. Από τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων φαίνεται ότι η κοινωνία είναι απογοητευμένη από το κύμα της ακρίβειας που πλήττει τα νοικοκυριά, τη δεινή θέση ως προς την αντιμετώπιση της καθημερινής επιβίωσης και πλέον τέσσερις στους δέκα πολίτες θεωρούν ότι αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει. Η απόλυτη κυριαρχία του κ. Μητσοτάκη στα ΜΜΕ, σε συνδυασμό με ένα ετερόκλητο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, που το ίδιο το σύστημα προσπαθεί να συντηρήσει, δημιουργεί επιπρόσθετες δυσκολίες στο να επιταχυνθούν οι κοινωνικές μετατοπίσεις και ταυτόχρονα να αποτυπωθούν δημοσκοπικά. Έχουμε και εμείς σημαντικές αδυναμίες ως προς την παραγωγή συνεκτικών προτάσεων και κυρίως ως προς τις πολιτικές αιχμές, που θα διαμορφώσουν προγραμματική και πολιτική ηγεμονία απέναντι στην εικονική πραγματικότητα που προσπαθεί να επιβάλλει η ΝΔ. Σ’ αυτό το κοινωνικά ρευστό περιβάλλον, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, ως κορμός της προοδευτικής παράταξης, δεν φθάνει να στοχεύει μόνο στην αποδόμηση των επιζήμιων κυβερνητικών πολιτικών. Είναι κρίσιμο να αναδειχθεί: ότι ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ δεν είναι μόνο η υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων και η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, αλλά η αναγκαία διεύρυνση του παραγόμενου πλούτου. Ότι υπάρχει πρόγραμμα με αξιόπιστα εργαλεία χρηματοδότησης και συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο υποστήριξης. Ότι το νέο δίκαιο κοινωνικό–οικονομικό μοντέλο θα οδηγήσει στην πράσινη μετάβαση, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην άρση των γεωγραφικών και κοινωνικών ανισοτήτων με αποκέντρωση, χωρίς κοινωνικούς και οικονομικούς αποκλεισμούς. Τέλος, αυτό που θα ενισχύσει τις ριζοσπαστικές μας προτάσεις, ώστε να ηγεμονεύσουν στην ελληνική κοινωνία, είναι ο τρόπος που τις επικοινωνούμε στους πολίτες, οι συμπεριφορές που επιδεικνύουμε, αλλά και ότι στην Αριστερά είμαστε όχι με προσωπικές στρατηγικές που οδηγούν σε θόλωμα των πολιτικών μας, αλλά για την υπεράσπιση των αξιών και των συλλογικών μας θέσεων.

 

2. Την τελευταία δεκαετία αναπτύχθηκαν κοινωνικές διεργασίες ως αποτέλεσμα του χρηματοπιστωτικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Οι πολιτικοί σχηματισμοί της Αριστεράς δεν έχουν καταφέρει να ανταποκριθούν ούτε στη διαμόρφωση ενός ηγεμονικού συνεκτικού προγράμματος, αλλά ούτε και στην οργάνωση των κοινωνικών δυνάμεων που θα επιταχύνουν τις αλλαγές, τις ρήξεις και τις τομές που είναι αναγκαίες. Η κρίση θεσμών και το έλλειμμα δημοκρατίας στο σύνολο της Ευρώπης ανέδειξε και την αναποτελεσματικότητα της λειτουργίας των κομμάτων που καθυστέρησαν να αντιληφθούν τις αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στην εργασία και την επικοινωνία. Η πυραμιδωτή οργάνωση με μαζική βάση και πολλά ενδιάμεσα όργανα μέχρι την ηγεσία που διαμόρφωνε τις θέσεις, χωρίς να έχει συμμετοχή η βάση, αλλά μόνη υποχρέωση να τις διαδίδει στην κοινωνία, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Οι προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα είναι ένα πρώτο βήμα να επιχειρήσουμε να αντιστοιχηθούμε με όλες τις αλλαγές που έχουν επισυμβεί, να δώσουμε υπόσταση στην έννοια του κόμματος των μελών, που από την ημέρα ίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε διαρκές ζητούμενο. Η εκλογή του προέδρου και της ΚΕ από καθολική ψηφοφορία των μελών, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή τους στις πολιτικές αποφάσεις και τη διεξαγωγή κομματικών δημοψηφισμάτων, ενισχύει την ενεργή δημοκρατική συμμετοχή και του ρόλου των μελών του κόμματος με αμεσότητα και όχι αντιπροσωπευτικότητα. Η αδιαμεσολάβητη σχέση προέδρου, ηγεσίας και μελών δημιουργεί μια ισότιμη ισχυρή ηγεσία που λογοδοτεί, κρίνεται για τις αποφάσεις της και την ικανότητά της στην παραγωγή προγραμματικής σκέψης, από το συνέδριο, αλλά και το σύνολο των μελών που έχουν συνταχθεί στην κοινή μας προσπάθεια για σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία. Χρειάζεται άμεσα να συζητηθούν όλες οι παράμετροι υλοποίησης της πρότασης, ώστε να είναι ισότιμη και δημοκρατική η εκλογή του συνόλου των μελών της ΚΕ. Το κόμμα γίνεται πραγματικά συλλογικά διανοούμενος, περιορίζεται η ισχύς της κομματικής επετηρίδας που αναπαράγεται μέσω των τάσεων μηχανισμών και οι χώροι ιδεών γίνονται κινητήριοι μοχλοί για την ισχυροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 

3. Οι προκλήσεις, αλλά και οι πολύπλευρες κρίσεις που συνυπάρχουν στη νέα εποχή, δεν μπορεί ούτε πρέπει να εκχωρηθούν στη διαχείριση των συντηρητικών δυνάμεων, στα οικονομικά, παρασιτικά και κρατικοδίαιτα κέντρα που υπηρετούν τους λίγους. Μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο μιας πολιτικής και προγραμματικής ενότητας διακυβέρνησης που θα εκφράζει τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες. Που θα διαμορφώσουν ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, με πλουραλισμό της οικονομίας, ώστε η μετάβαση στην αναγκαία κλιματική ουδετερότητα να γίνει με δημοκρατία και δικαιοσύνη. Έχουν ιστορική ευθύνη οι δυνάμεις από το ευρύτερο δημοκρατικό Κέντρο, τη Σοσιαλδημοκρατία, την Οικολογία, τον Σοσιαλισμό, την Αριστερά, τον Κομμουνιστικό χώρο και όχι μόνο, με πολιτική και προγραμματική ενότητα να συμπορευθούν με την κοινωνία για την προοδευτική διακυβέρνηση. Γιατί η ριζοσπαστική προοδευτική διακυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ έχει ανάγκη μια πλατιά κοινωνική συμμαχία που θα την ελέγχει, θα την στηρίζει, αλλά και θα επιταχύνει τις κοινωνικές και οικονομικές ρήξεις και μεταρρυθμίσεις.

 

* Ο Πάνος Ρήγας είναι πρώην γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 

 

 

Σπύρος Δανέλλης: «Για την Αριστερά
ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα
»

 

1. Υπάρχει εμφανής κρίση αξιοπιστίας και δυσκολία οικοδόμησης σχέσεων εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Οι λόγοι πολλοί. Υπήρξαν και υπάρχουν συμπεριφορές που προσβάλουν και απομακρύνουν το απαιτητικό ακροατήριο των προοδευτικών πολιτών. Δεν έχουμε πείσει πως είμαστε διαφορετικοί από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, όχι απλώς καλύτεροι, αλλά διαφορετικοί. Όποτε η Αριστερά υιοθέτησε το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», το πλήρωσε ακριβά. Δεν βοηθά η αποφυγή μας να ξαναδούμε με ειλικρίνεια κάποιες από τις κυβερνητικές μας επιλογές. Ο αναστοχασμός θα μας έκανε σοφότερους και θα στερούσε πολλών επιχειρημάτων το, δυστυχώς ακόμα σήμερα, ισχυρό αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Αυτοπαγιδευτήκαμε στην ευκολία της καταγγελτικής αντιπολίτευσης, υποβαθμίζοντας την προβολή των δικών μας θέσεων και προτάσεων. Υπήρξε αμφιθυμία ακόμα και σε κυρίαρχα ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση της πανδημίας. Όπου ενώ επιδείξαμε εξ αρχής πρωτόγνωρη για αντιπολίτευση υπευθυνότητα, που συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχή αντιμετώπιση του πρώτου κύματος, στη συνέχεια με περίεργες κι ανεύθυνες τοποθετήσεις κάποιων που αλληθώριζαν προς τον αντιεμβολιαστικό ανορθολογισμό, μας στέρησαν κάθε κεφαλαιοποίηση πολιτικού κέρδους. Ο ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία έχει μόνο να κερδίσει αν κοιταχτεί με αυτοπεποίθηση στον καθρέπτη, μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας και στηρίζεται στις διαχρονικές αρχές κι αξίες της Αριστεράς. Η ηθική και πολιτισμική ηγεμονία σ ένα τόσο σαθρό κι απαξιωμένο πολιτικό περιβάλλον θα του αποφέρει την πολυπόθητη πολιτική ηγεμονία.

 

2. Ενώ η πρόταση αυτή δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία, κινδυνεύει να επισκιάσει όλα τα υπόλοιπα θέματα του προσυνεδριακού διαλόγου. Και είναι κρίμα ένας πραγματικός πλούτος προβληματισμού και επεξεργασιών, από θέσεις και προτάσεις, μέχρι καινοτόμες μεταρρυθμίσεις της κομματικής ζωής, από αυτοκριτικές προσεγγίσεις κυβερνητικών πεπραγμένων μέχρι ριζοσπαστικές προγραμματικές προτάσεις, να υποσκελιστούν από ένα μεθοδολογικό θέμα. Ουσιαστικό θέμα δεν υφίσταται, αφού ουδείς αμφισβητεί τον Αλέξη Τσίπρα ως πρόεδρο. Ούτε όμως θέμα αρχής, κατά τη γνώμη μου. Σε μια εποχή απαξίωσης των κομμάτων κι απώλειας ενδιαφέροντος των πολιτών για κάθε συμμετοχή σε κομματική δραστηριότητα, η διεύρυνση των δικαιωμάτων τους, όπως η άμεση συμμετοχή τους στην ανάδειξη της ηγεσίας, ίσως ενισχύσει τη διάθεση συμμετοχής τους στην κομματική ζωή. Η ουσιαστική διαφορά από τα ισχύοντα σε ΝΔ και ΚΙΝΑΛ–ΠΑΣΟΚ είναι ότι μιλάμε για τα μέλη κι όχι για φίλους και «φίλους» του κόμματος. Στο δεύτερο σκέλος της πρότασης, όπου προς τιμή του ο πρόεδρος ζητεί η ΚΕ να έχει την ίδια κι όχι υποδεέστερη από τον πρόεδρο νομιμοποίηση, απαιτούνται ισχυρές πρόνοιες, ώστε να αποφευχθούν παθογένειες του παρελθόντος (σκληρές λίστες και γραμμές), ή φαινόμενα τύπου ευρωεκλογών, όπου η κατ’ επίφαση δημοκρατικοποίηση με τον σταυρό προτίμησης σε μια ενιαία εκλογική περιφέρεια, σε επίπεδο επικράτειας, προώθησε σε πολλές περιπτώσεις τηλεπροβεβλημένους σε βάρος των ικανών και χρήσιμων.

 

3. Για να είναι βιώσιμη και αποτελεσματική μια κυβέρνηση συνεργασίας και επωφελής για τα κόμματα που την αποτελούν, πρέπει να στηρίζεται σ’ ένα σαφές προγραμματικό πλαίσιο, που δεν μπορεί παρά να εκφράζει εκλεκτικές πολιτικές συγγένειες μεταξύ τους. Η απλή αναλογική επιβάλει κυβερνήσεις συνεργασίας. Τη στιγμή των κρίσιμων επιλογών ίσες αποστάσεις και βολικά στερεότυπα δεν χωρούν. Το μόνο πραγματικό δίλημμα παραμένει μεταξύ προόδου και συντήρησης, μεταξύ των συμφερόντων των πολλών και εκείνων των ολίγων. Το μετεκλογικό πολιτικό δίλημμα των αυτοπροσδιοριζόμενων ως προοδευτικών κομμάτων, δεν είναι άλλο από το ποιος θα εργαστεί για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων που γιγαντώθηκαν μέσα στην πανδημία, για την επανοικοδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, την ανασυγκρότηση και ενίσχυση του ΕΣΥ, τη διασφάλιση των δημοσίων αγαθών και τη θωράκιση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, την αντιμετώπιση του κρατικού αυταρχισμού και ανάδειξη του κράτους δικαίου, την ενίσχυση των κατακτήσεων της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων που μπήκαν στο στόχαστρο της συντήρησης στις έκτακτες συνθήκες της υγειονομικής κρίσης. Επ’ αυτών κι όχι μόνο θα κληθούν να απαντήσουν τα κόμματα που θα αναλάβουν το δύσκολο, αλλά λυτρωτικό, έργο της εξόδου της χώρας από την πολυεπίπεδη κρίση που έχει εκ νέου οδηγηθεί εξαιτίας της ολέθριας διακυβέρνηση της ΝΔ. Και κάθε κόμμα θα αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στους έλληνες πολίτες, αλλά και στην Ιστορία.

 

* Ο Σπύρος Δανέλλης είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και πρώην βουλευτής Ηρακλείου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet