Μεγάλη ήταν η συμμετοχή στην πανυγειονομική 24ωρη απεργία, την Τετάρτη, που προκήρυξε η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ) και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) με αιτήματα την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με προσωπικό και κρατική χρηματοδότηση, τη μη απόλυση όσων υγειονομικών βρίσκονται σε αναστολή λόγω μη εμβολιασμού, αλλά και ενάντια στο νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης, που θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα της δημόσιας περίθαλψης.

 

Μικρότερο και λιγότερο δημόσιο σύστημα

 

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, το υπουργείο Υγείας προτίθεται να φέρει νομοσχέδιο για το «νέο ΕΣΥ», που προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη μερική απασχόληση ιδιωτών ιατρών μέσα στα δημόσια νοσοκομεία, την καθιέρωση απογευματινών χειρουργείων (δηλαδή επ’ αμοιβή), την κατάργηση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των γιατρών στο δημόσιο σύστημα και την ενοικίαση υπηρεσιών και υποδομών περίθαλψης μέσω Σύμπραξης Δημόσιου–Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).

«Η κυβέρνηση δεν διδάχθηκε τίποτα από την πανδημία, την αντιμετωπίζει απλά σαν μια έκτακτη συνθήκη, που καθυστέρησε για λίγο τον σχεδιασμό της για την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας και τώρα περνά πιο έντονα στην υλοποίησή του. Δεν είχε ποτέ καμία πρόθεση ενίσχυσης του ΕΣΥ, όπως είναι το αίτημα όχι μόνο το δικό μας και των άλλων κομμάτων της Αριστεράς, αλλά της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας, καθώς αυτά τα δύο χρόνια έγινε σαφέστατη η αξία του», σημειώνει στην «Εποχή» ο Σταμάτης Βαρδαρός, πρ. αναπληρωτής γενικός γραμματέας υπουργείου Υγείας και σύμβουλος πολιτικής υγείας του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Μετακύλιση κόστους στους ασθενείς

 

Η ΝΔ αντί να επαναφέρει τους μισθούς των γιατρών στο προ του 2012 ύψος, όπως είναι η σχετική απόφαση του ΣτΕ, και εν γένει να ενισχύσει το μισθολόγιο των υγειονομικών, προσπαθεί να εμφανίσει την ίδρυση των απογευματινών χειρουργείων και την επαναφορά της δυνατότητας οι δημόσιοι γιατροί να έχουν και ιδιωτικό ιατρείο, σαν μέτρο αύξησης του εισοδήματός τους.

Αύξηση, βέβαια, που θα προέλθει από την τσέπη των ασθενών, που θα καλούνται να πληρώσουν την εκάστοτε απαραίτητη εγχείρηση για την υγεία τους. Όσοι τουλάχιστον θα μπορέσουν έστω με δυσκολία να βγάλουν το απαραίτητο ποσό, οι υπόλοιποι θα συνεχίζουν να περιμένουν στις μεγάλες λίστες αναμονής των πρωινών χειρουργείων, που δεν πρόκειται να μειωθούν ποτέ, αφού δεν σχεδιάζονται οι απαραίτητες προσλήψεις από την κυβέρνηση.

Ταυτόχρονα αρνητικό, όμως, είναι και για τους γιατρούς το μέτρο αυτό, αφού προκειμένου να έχουν έναν καλό μισθό, θα πρέπει να εργάζονται πολλές παραπάνω ώρες είτε στα απογευματινά χειρουργεία, είτε στα ιδιωτικά τους ιατρεία μετά και την κανονική τους βάρδια, οδηγώντας στην εξουθένωσή τους. Η δυνατότητα, βέβαια, παράλληλης εργασίας τους και ως ιδιώτες, ιδίως για την περίπτωση της πρωτοβάθμιας, είχαμε δει όλοι κατά το παρελθόν τι σήμαινε: έκλεινες ραντεβού στο ΙΚΑ και ο γιατρός έλεγε πως αυτό που πρέπει να γίνει για την περίθαλψή σου δεν γίνεται μέσω δημοσίου, δίνοντας την κάρτα του για το ιδιωτικό του ιατρείο.

«Η κατάργηση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο δημόσιο ενέχει προβλήματα για τη λειτουργία του συστήματος, όπως είχαμε δει και κατά το παρελθόν, πριν βάλουμε ένα τέλος σ’ αυτό, και ταυτόχρονα θα σημαίνει και αλλοτρίωση σε ένα αξιακό επίπεδο: οι δημόσιοι γιατροί θα πρέπει να είναι ταγμένοι στο λειτούργημά τους, στην παροχή περίθαλψης σε όλους και να μην αντιμετωπίζουν άλλου είδους “πειρασμούς”, όπως είναι το κέρδος», τονίζει ο Σταμάτης Βαρδαρός.

 

Η μεγάλη παραίτηση

 

Ένα άλλο επιχείρημα που φέρνει η κυβέρνηση για τη μετατροπή των δημόσιων γιατρών και σε ιδιώτες, είναι πως έτσι θα ανακοπεί το brain drain –που πράγματι παρατηρείται, ειδικά το τελευταίο διάστημα, όπως φαίνεται και από επιστολές παραίτησης γιατρών στην επαρχία, που έχουν έρθει στη δημοσιότητα. To brain drain, βέβαια, που σημειώνεται, οφείλεται στην εργασιακή εξουθένωση και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντιμετωπιστεί με προτάσεις για ακόμα περισσότερη δουλειά, προκειμένου να βγουν τα προς το ζην. Αν η κυβέρνηση, άλλωστε, μπορούσε να αντιληφθεί τις τρέχουσες εξελίξεις και ενδιαφερόταν όντως να απαντήσει σε αυτές, θα έβλεπε πως το κύμα της μεγάλης παραίτησης είναι ένα διεθνές φαινόμενο με επίδικο την καλύτερη ποιότητα ζωής και όχι απλά την αύξηση κέρδους με κάθε κόστος.

«Ο λόγος που οι γιατροί δεν ανταποκρίνονται σε προκηρύξεις του δημοσίου, δεν είναι ότι δεν επιθυμούν να εργαστούν σε αυτό γενικά, αλλά οφείλεται στις απογοητευτικές και απαράδεκτες συνθήκες, που η ίδια η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια. Όταν στέλνει, για παράδειγμα, ορθοπεδικούς να δουλεύουν σε μονάδες για COVID, αντί να προσλάβει τις κατάλληλες ειδικότητες, όταν δουλεύει κάποιος καθημερινά σε κέντρο υγείας και του βάζουν συν 15 εφημερίες τον μήνα στο νοσοκομείο και δεν βλέπει ποτέ την οικογένειά του, όταν κάποιος είναι γιατρός σε νοσοκομείο μίας πόλης στην επαρχία, αλλά πρέπει να πάει να κάνει εφημερίες και σε άλλες πόλεις, τότε προφανώς κάποια-ος νέα/νέος γιατρός δεν θα επιλέξει να μπει στο δημόσιο σύστημα. Αλλά ήταν στόχευση της ίδιας της κυβέρνησης να το απαξιώσει έτσι, προκειμένου να το κάνει αποκρουστικό στους νέους εργαζόμενους», υπογραμμίζει ο Γιάννης Γαλανόπουλος, μέλος της εκτελεστικής γραμματείας της ΟΕΝΓΕ.

Λύση για το ζήτημα ανταπόκρισης στις προκηρύξεις του δημοσίου θα αποτελούσε η παροχή ισχυρών κινήτρων, όπως εξηγεί και προτείνει ο Σταμάτης Βαρδαρός ως θέση του ΣΥΡΙΖΑ: να μην προκηρύσσονται μονήρης θέσεις για την επαρχία (όπου μόνο ένας γιατρός είναι υπεύθυνος για όλα τα περιστατικά της ειδικότητάς του για ένα ολόκληρο, πχ, νησί), αλλά δύο και τρεις θέσεις. Ισχυρά μισθολογικά κίνητρα με εισαγωγικό μισθό στα 2.000 ευρώ. Προσμέτρηση του χρόνου υπηρεσίας σε απομακρυσμένες περιοχές ως διπλού και δυνατότητα μετακίνησης πιο κεντρικά μετά από ένα διάστημα. Εκπαιδευτικά κίνητρα, με διευκόλυνση για συμμετοχή σε μεταπτυχιακά προγράμματα κτλ.

 

Η υγεία είναι δικαίωμα, όχι πεδίο κερδοφορίας

 

Αυτά, βέβαια, αποτελούν μέτρα για μία κυβέρνηση που επιθυμεί την ύπαρξη του δημόσιου συστήματος και αντιλαμβάνεται την υγεία ως δικαίωμα. «Η ΝΔ, όμως, την αντιλαμβάνεται σαν ένα πεδίο κερδοφορίας για τους επιχειρηματίες, που θέλουν να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους», όπως εξηγεί ο Γιάννης Γαλανόπουλος τον πραγματικό λόγο που προτείνεται η είσοδος ιδιωτών γιατρών και η δυνατότητα ΣΔΙΤ στα νοσοκομεία.

Η κυβέρνηση μπορεί να κάνει λόγο για παροχή καλύτερων υπηρεσιών, όπως προσθέτει ο ίδιος, όμως είναι γνωστό πως «οι ιδιώτες δεν πρόκειται να αναλάβουν τις υπηρεσίες και τις υποδομές στις οποίες όντως υπολείπεται ο δημόσιος τομέας, αλλά αυτές που είναι κερδοφόρες. Σε περίπτωση δε που κάτι που ανέλαβαν, αποδειχθεί ζημιογόνο λόγω μικρής ζήτησης, όπως πχ ένας μαγνητικός τομογράφος σε κάποιο νησί, απλά θα αποχωρήσουν, αφήνοντας τους ασθενείς που θα εξακολουθούν να έχουν ανάγκη την εκάστοτε υπηρεσία, όσο λίγοι και αν είναι αυτοί, στην τύχη τους».

 «Οι μελέτες δείχνουν πως όσο πιο ιδιωτικοποιημένο είναι ένα σύστημα υγείας, τόσο πιο πολύ αυξάνονται και οι ακάλυπτες ανάγκες στην περίθαλψη, ιδίως σε συγκυρίες κρίσης, φτώχειας και ακρίβειας, όπως είναι η περίοδος που βιώνουμε», επισημαίνει τον κίνδυνο ο Σταμάτης Βαρδαρός. Άλλωστε, το επιχείρημα υπεροχής του ιδιωτικού τομέα έναντι του δημοσίου, ειδικά σε τέτοιους ευαίσθητους τομείς, και ότι «έτσι γίνεται παντού στο εξωτερικό», έχει πεθάνει εδώ και χρόνια, μετά και από τις τραγικές επιπτώσεις της αδυναμίας πρόσβασης πολιτών σε υπηρεσίες υγείας που παρατηρήθηκαν.

Για τον λόγο αυτό, οι υγειονομικοί το επόμενο διάστημα προγραμματίζουν σειρά κινητοποιήσεων, αρχής γενομένης και από τη συμμετοχή τους στο σημερινό ευρύτερο συλλαλητήριο το πρωί, στο κέντρο της Αθήνας. Ζητούμενο η στήριξη των κινητοποιήσεων και του ΕΣΥ από όλους μας, αν θέλουμε να συνεχίσουμε έχουμε το δικαίωμά μας στην υγεία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet