Would you put on that long white gown

And burn like there's no more tomorrows?

Will you walk with me underground

And forgive all my sicknesses and my sorrows?

Will you be shamed if I shake like I'm dyin'?

When I fall to my knees and I'm crying?

Will you visit me where my body rests

Will you put on that long white dress?

The end could be soon

We'd better rent a room so you can love me

 

Μαρκ Λάνεγκαν, Wedding dress

 

Η είδηση του θανάτου του Μαρκ Λάνεγκαν ήρθε την Τρίτη ανάμεσα σε πολεμικές ανησυχίες, ανακοινωθέντα και ένα διευρυμένο συλλογικό μάγκωμα. Το μάγκωμα αυτό που σε πιάνει όταν αντιλαμβάνεσαι πως τίποτα δεν είναι σίγουρο και όλα είναι ρευστά, πως στη ζωή δεν υπάρχει καταφύγιο. Και είναι περίεργο γιατί για πολλούς, η μουσική του Λάνεγκαν λειτουργούσε ακριβώς έτσι. Σαν ένα καταφύγιο έκτακτης ανάγκης. Ανεξάρτητα από την ηλικία ή την περίπτωση, ανεξάρτητα από το επείγον της κατάστασης ή απλώς αυτή την αίσθηση της πρώιμης μοναξιάς, όταν η ηλικία γίνεται μελαγχολία και η έκφραση μέσω του ακούσματος ενός τραγουδιού γίνεται ταύτιση και ταυτότητα. Ναι, ο θάνατος του Λάνεγκαν ήταν τη στιγμή εκείνη άλλη μια επιβεβαίωση βίαιης ωρίμανσης για μια γενιά που έχει μάθει πια να ζει ξαφνικά. Και ξαφνιασμένη.

Ο Λάνεγκαν ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους της Grunge. Με τη βραχνή του φωνή να ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στα δύο στοιχεία που περικυκλώνουν το συγκεκριμένο μουσικό είδος και με διαφορετικές δόσεις να το συγκροτούν από τραγούδι σε τραγούδι. Την punk και το μπλουζ. Μια φωνή που έμοιαζε πάντοτε ώριμη και εκτός ηλικίας. Ακριβώς γιατί κουβαλούσε κάτι στοιχειωμένο. Μια παράξενη και παράδοξη ως προς το αποτέλεσμά της διαφυγή από το δικό της αδιέξοδο. Ακριβώς γιατί ο Λάνεγκαν από την αρχή της μουσικής του πορείας με τους Screaming Trees βρισκόταν πάντοτε στο όριο. Αλλά η φωνή του ακουγόταν σαν να έρχεται πέρα από αυτό.  Και καθώς ένας ένας όλοι ο μεγάλοι της Grunge έφευγαν, σπρωγμένοι από παραλλαγές του ίδιου δηλητηρίου, ο Κομπέιν, ο  Λέιν Στάλεϊ, ο  Κρις Κορνέλ, η ύπαρξη του Λάνεγκαν έμοιαζε με ένα παράδοξο. Ένα παράδοξο που επιμένει. Γιατί οι καταχρήσεις και οι υπερβολές, τα ναρκωτικά και οι άπειρες απεξαρτήσεις ήταν πάντοτε ορατές σε αυτή τη βραχνή φωνή ακόμα και στις πιο απαλές μπαλάντες της. Η φωνή του ήταν απόδειξη του εφιάλτη και μαζί απάντηση σε αυτόν.

Ο Λάνεγκαν ήταν ο τελευταίος μιας κουλτούρας που μοιάζει πια να χάνεται κάπου ανάμεσα στην κενή αυτοέκφραση της γενιάς της μαζικής δικτύωσης και της κλινικής μοναξιάς των καραντίνων. Μια κουλτούρα που έψαξε την έκφραση ως μόνη διέξοδο των προσωπικών αδιεξόδων. Σε μια μοναχική πόλη του αμερικανικού βορά όπως το Σιάτλ, ή σε ένα μοναχικό διαμέρισμα στα Πατήσια. Και η μοναξιά της δεν είχε τίποτα το κλινικό, καμία απαίτηση σωματική η ψυχικής υγείας. Ήταν η μοναξιά που κατανοεί τον εαυτό της και προσπαθεί να φτιάξει τον κόσμο στα μέτρα της και να τον χωρέσει σε ένα τραγούδι. Απλό αλλά ειλικρινές στα όρια της αμηχανίας.

Και αν ο Λάνεγκαν μεγάλωσε μαζί μας, πάντοτε ήταν μια υπενθύμιση εκείνης της ηλικίας συγκρότησής μας. Χωρίς την αφόρητη νοσταλγία της τυποποιημένης κουλτούρας μας. Σαν να τη συντηρεί ζωντανή στην πιο αγνή της μορφή μαζί με όλα τα στραβά και τις αστοχίες της, με όλη την αγνότητα και την προστακτική της αφέλεια. Ήταν η προσδοκία που δεν έχει ηττηθεί και δεν θα ηττηθεί ποτέ, η συντροφικότητα πέρα από τις στρατηγικές καταφάσεις, η ομορφιά πέρα από τις τεχνικές προϋποθέσεις. Ένα από τα πιο καθαρά κομμάτια του εαυτού μας που δεν θα υποβιβαστεί ποτέ σε νοσταλγία, αλλά θα είναι απόδειξη πως και εμείς ζήσαμε. Πως και εμείς συναντηθήκαμε με όλους τους χιλιάδες αγνώστους στο τραγούδι του.  Και πως τελικά δεν θα είμαστε ποτέ μόνοι ακόμα και αν ορφανεύουμε διαρκώς από τους ανθρώπους που μας συγκίνησαν.

Θωμάς Τσαλαπάτης tsalapatis.blogspot.com Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet