Συχνά η αναδρομή στο παρελθόν μπορεί να ρίξει άπλετο φως στο παρόν. Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας στη χώρα μας στις 26 Οκτωβρίου του 2020 είναι μια τέτοια περίπτωση. Ο Σεργκέι Λαβρόφ είχε –θυμίζουμε— μεταφέρει στην Αθήνα το μήνυμα ότι η Μόσχα προσφέρεται να συμβάλει, ενεργώντας ως διαμεσολαβητής «καλής θέλησης», στην αποκλιμάκωση της έντασης με την Άγκυρα.

Το κύρος της χώρας στο διπλωματικό πεδίο θα είχε αναβαθμιστεί σημαντικά αν η κυβέρνηση είχε ανταποκριθεί, έστω με μια λακωνική δήλωση χωρίς αυστηρά δεσμευτικό περιεχόμενο. Ως προς αυτό, ένα άρθρο δημοσιευμένο την παραμονή της επίσκεψης Λαβρόφ στην κυριακάτικη «Καθημερινή» με την υπογραφή του διευθυντή της εφημερίδας και με τίτλο «Ξεκάθαρες θέσεις προς όλους», δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο:

«Βάλαμε», έγραψε ο Αλέξης Παπαχελάς, «όλα τα “αυγά” μας στο γερμανικό καλάθι, χωρίς αποτελέσματα». Από την άλλη, «ο ρόλος των ΗΠΑ είναι αμφίθυμος. Η Ελλάδα έχει δώσει πολλά ανταλλάγματα τα τελευταία χρόνια στην αμερικανική πλευρά. Δεν έχει λόγο να εμπλακεί σε κάποια ψυχροπολεμική αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τη Ρωσία […] Έχουμε υποχρεώσεις ως μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά έως εκεί. Δεν βρισκόμαστε στο 1950 ή στο ‘60 [...] Η προσπάθεια για ένα restart με τη Μόσχα χρειάζεται […] Η Ρωσία είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στο οποίο, σε ένα πολύ κακό σενάριο, η Ελλάδα θα χρειασθεί να προσφύγει. Αλλά και γενικά μην ξεχνάμε το δόγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που έλεγε πάντοτε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται σε έναν πυλώνα…».

Θα υπήρξαν και άλλες, ανάλογες προτροπές στον πρωθυπουργό. Λιγότερο εμφανείς και κατηγορηματικές, σίγουρα, όμως θα υπήρξαν. Δεν εισακούστηκαν. Η ρωσική «διαθεσιμότητα» έμεινε αναπάντητη. Πολλοί θα πουν ότι καλώς, ότι η εισβολή στην Ουκρανία επιβεβαίωσε την αναξιοπιστία του ρωσικού «πυλώνα».

Άλλοι θα διαφωνήσουν. Θα πουν ότι ο νέος ψυχρός πόλεμος δεν θα έχει την ένταση, ούτε, κυρίως, τη διάρκεια του προηγουμένου, ότι κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχαν ούτε εκείνοι που το μεθοδεύουν. Ο σημερινός κόσμος είναι αμετάκλητα πολυπολικός, μια ολότητα από την οποία κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κανέναν, ούτε με τη βία ζωνών οικονομικού αποκλεισμού, ούτε με την ασφυκτική περικύκλωση με πυραυλικές συστοιχίες. Η Ρωσία θα είναι και αύριο εδώ. Η Κίνα επίσης, το ίδιο και η Ινδία.

Δυο διιστάμενες προσεγγίσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ασπάζεται ανεπιφύλακτα την πρώτη. Αποθέτει ο πρωθυπουργός τις τύχες της χώρας στη θαλπωρή του νέου ψυχρού πολέμου, παραβλέποντας ανιστόρητα την υπόμνηση ότι «δεν βρισκόμαστε στο 1950 ή στο ‘60». Ομολογημένα δεδομένος και προβλέψιμος, συμφώνησε να ανανεωθεί επ’ αόριστον η παρουσία των αμερικανικών βάσεων και ενέκρινε τη δημιουργία νέων. Αποδεδειγμένα πρόθυμος, στέλνει τώρα όπλα στην Ουκρανία και απαγορεύει την πτήση ρωσικών αεροσκαφών στον ελληνικό εναέριο χώρο.

Ο υπουργός των Εξωτερικών;

Η εκτίμηση ότι ο Νίκος Δένδιας μένει προσηλωμένος «στο δόγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται σε έναν πυλώνα» μοιάζει η εγγύτερη στην αλήθεια. Στη συνάντηση που είχε στη Μόσχα με τον ρώσο ομόλογό του μια εβδομάδα πριν την εισβολή, ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών επιχείρησε –κυριολεκτικά στην «κόψη του ξυραφιού»– να αναθερμάνει το ενδιαφέρον που η Ρωσία είχε επιδείξει τον Οκτώβριο του 2020 να συμβάλει στην αποκλιμάκωση της έντασης με την Άγκυρα.

Επικρίθηκε γι’ αυτό. Και όχι μόνο από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Σαμαρά και πρώην υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Βενιζέλο, που του καταλόγισε «παντελή έλλειψη αίσθησης του χρόνου και των συνθηκών». Ο καταλογισμός της ευθύνης για το «φιάσκο της Μόσχας» προσωπικά στον υπουργό Εξωτερικών δεν αποκρούστηκε από κυβερνητικές πηγές. Αντιθέτως, στον φιλοκυβερνητικό Tύπο υπήρξαν στοχευμένα δημοσιεύματα –όπως το «Έργα και ημέρες του Νίκου Δένδια» στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής– τα οποία φέρεται να βασίζονται σε διαρροές από το μέγαρο Μαξίμου και τα οποία δίνουν τροφή σε σενάρια ρήξης στις σχέσεις του πρωθυπουργού με τον υπουργό αναφορικά με τη διαχείριση του ζητήματος των ελληνικών μειονοτήτων στην Ουκρανία, αλλά και των ελληνοτουρκικών.

Δύο διιστάμενες προσεγγίσεις. Από τις οποίες η δεύτερη, αυτή του υπουργού, μετά βίας γίνεται ανεκτή από την πρώτη, εκείνη του πρωθυπουργού. Αυτό το μήνυμα εξέπεμψε ο αποκλεισμός, ουσιαστικά, του Δένδια από τη σύσκεψη «εν στενώ κύκλω» στο μέγαρο Μαξίμου την περασμένη Κυριακή υπό τον Μητσοτάκη, μετά την οποία ανακοινώθηκε η απόφαση του πρωθυπουργού να προχωρήσει στην εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας με την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού εκεί.

Κινείται ο υπουργός Εξωτερικών «αποκλειστικά με κριτήριο της προσωπική του εικόνα, όπως ακούγεται από ορισμένες πλευρές»; Το ζήτημα είναι βαθύτερο, εντός του κυβερνώντος κόμματος. Και δεν είναι άσχετο και με τις προσωπικές επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ιδιαιτέρως ευαίσθητα. Διαρρέονται φημολογίες, «κυκλοφορεί ότι ο υπουργός συνομιλεί με τον Προκόπη Παυλόπουλο, ότι συμβουλεύεται στενά καθηγητή [σσ πρόκειται για τον Γιάννη Βαληνάκη «από τους καλυτέρους της συντηρητικής παράταξης στις διεθνείς σχέσεις»], ο οποίος ανήκε στο καραμανλικό στρατόπεδο, έχει θητεύσει στο υπουργείο και, το τελευταίο διάστημα, ξιφουλκεί κατά των κυβερνητικών επιλογών στην εξωτερική πολιτική», προς μεγάλη δυσαρέσκεια του επιτελικού κράτους.

«Η επιδείνωση στις σχέσεις Μητσοτάκη – Δένδια και οι σχετικές διαρροές δυσαρέσκειας από Μαξίμου, αποτελούν “ζέσταμα” για κρίση που θα ξεσπάσει στη ΝΔ», ήταν το σχόλιο–μήνυμα του διαγραμμένου ευρωβουλευτή Γιώργου Κύρτσου. «Το σύστημα Μητσοτάκη έχει αποτύχει. Είναι, όμως, σκληρό και πιστεύει στον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας. Προσδεθείτε, ζώνη αναταράξεων».

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet