Και σήμερα, οι Ιδέες φιλοξενούν με ιδιαίτερη χαρά το πολύ ενδιαφέρον άρθρο ενός ακόμα νέου σε ηλικία δικού μας ανθρώπου: του Δημήτρη Παπανικολόπουλου, διδάκτορα πολιτικής επιστήμης και ερευνητή. Πρόκειται για απόσπασμα ομότιτλου κειμένου του που περιέχεται στο συλλογικό τόμο με τίτλο Τι να κάνουμε. Σκέψεις για την επανεκκίνηση της ριζοσπαστικής πολιτικής, τον οποίο έχει επιμεληθεί ο ίδιος και ο επίσης νέος, μεταδιδακτορικός ερευνητής, Κώστας Γαλανόπουλος (εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2022).

Το άρθρο ασχολείται με τον, ξεχασμένο από κάποιες πολιτικές δυνάμεις που τον επικαλούνται στις θέσεις και το καταστατικό τους, στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι εξαιρετικά επίκαιρο και χρήσιμο ως αντικείμενο προβληματισμού, ανεξάρτητα από μικρές ή μεγάλες διαφωνίες που μπορεί να έχουμε με ορισμένες απόψεις του συγγραφέα. Άλλωστε, ενδέχεται οι διαφωνίες αυτές να οφείλονται σε παρανοήσεις λόγω των διαφορετικών αναγνώσεων και εμπειριών, αλλά και του διαφορετικού πολιτικού λεξιλογίου της παλιάς και της νέας γενιάς αριστερών.

Μερικές από αυτές τις διαφωνίες είναι καλό να τις συζητήσουμε γιατί αφορούν τόσο τους στόχους όσο και την στρατηγική της Αριστεράς. Μια από αυτές αφορά το ζήτημα της, κατά την γνώμη μου, ανάγκης να υπάρχει ρητή σύνδεση του κοινωνικού μετασχηματισμού με την σταδιακή υπέρβαση του καπιταλισμού, κάτι που θεωρώ ότι δεν εκφράζεται με σαφήνεια στο κείμενο του Παπανικολόπουλου. Με κίνδυνο να τον αδικήσω, πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κατάργηση της εργασιακής εκμετάλλευσης, στην οποία οφείλει την ύπαρξη της η καπιταλιστική κοινωνία που θέλουμε να υπερβούμε, δεν περιλαμβάνεται στους πυλώνες του «νέου υπαρκτού κόσμου» (βλ. την ενότητα με τίτλο «Η μετάβαση ξεκινά τώρα»). Όμως, για όσους και όσες ανήκουμε στη ριζοσπαστική Αριστερά, η έννοια του κοινωνικού μετασχηματισμού δεν σημαίνει την σταδιακή μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία;

Προφανώς, οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες της Εποχής συμφωνούν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, με τα περισσότερα σημεία του άρθρου του Παπανικολόπουλου. Αναφέρω ενδεικτικά δύο εξ αυτών. Το πρώτο αναφέρεται στην ιστορική αποτυχία των μοντέλων που στηρίχτηκαν στο κράτος, δηλαδή του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς και του αναρχικού μοντέλου της δημιουργίας θεσμών αποκλειστικά έξω από το κράτος –Εδώ να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί άλλες λέξεις γι’ αυτά τα μοντέλα. Το δεύτερο αφορά την άποψη ότι η μετάβαση σε μια νέα (μετακαπιταλιστική) κοινωνία ξεκινά από σήμερα (με διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξεις, στο πλαίσιο του δημοκρατικού δρόμου για ένα σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία) [Επίσης να σημειωθεί ότι σ’ αυτήν την πρόταση οι παρενθέσεις δεν υπάρχουν στο κείμενο του Παπανικολόπουλου, αλλά έχουν προστεθεί από τον υπογράφοντα την εισαγωγή].

Κλείνοντας, υποστηρίζω ότι το κείμενο του Παπανικολόπουλου μπορεί να ανοίξει έναν πολύ ενδιαφέροντα διάλογο στην εφημερίδα μας. Αυτό εκτιμώ ότι θα συμβεί πολύ περισσότερο με την ανάγνωση όλων των άρθρων του βιβλίου που αναφέρθηκε στην αρχή.

 

Χ.Γο.

 

 

Τρία είναι τα ιστορικά μοντέλα κοινωνικού μετασχηματισμού, ο «μετασχηματισμός μέσω ρήξης», που εγγράφεται στην επαναστατική σοσιαλιστική/κομμουνιστική παράδοση και πριμοδοτεί την επίθεση στο κράτος, η «μεταμόρφωση μέσω διάμεσων μετασχηματισμών», που εγγράφεται στην αναρχική παράδοση και πριμοδοτεί την οικοδόμηση εναλλακτικών θεσμών έξω από το κράτος, και ο «μετασχηματισμός μέσω συμβίωσης», που εγγράφεται στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση και πριμοδοτεί τη χρησιμοποίηση του κράτους και τους αγώνες μέσα στο ίδιο το κράτος1. Και τα τρία μοντέλα έχουν δείξει τα όριά τους ως προς τις δυνατότητές τους να δημιουργήσουν χειραφετημένες κοινωνίες, προσφέροντάς μας χρήσιμα συμπεράσματα για το «τι να μην κάνουμε».

Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν κατάφερε πουθενά να επιβληθεί χωρίς βία, ενώ κατέφυγε στον αυταρχισμό προκειμένου να εδραιωθεί. Κι αυτό γιατί, όπως σωστά παρατηρεί ο Έρικ Όλιν Ράιτ, η κυβέρνηση που θα επιχειρούσε το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό σε δημοκρατικό πλαίσιο θα αντιμετώπιζε το φάσμα της εκλογικής ήττας, αμέσως μόλις εμφανίζονταν τα προβλήματα και οι περιπλοκές του εγχειρήματος2. Ο ρεφορμιστικός σοσιαλδημοκρατικός δρόμος, παρόλα τα σημαντικά επιτεύγματά του, προέβη σε ταξικούς συμβιβασμούς που έθεταν όρια στις κοινωνικές διεκδικήσεις, ενώ η θεσμική ενσωμάτωση της κομματικής και συνδικαλιστικής ελίτ των αριστερόστροφων κινημάτων λειτούργησε ως ανάχωμα στην περαιτέρω κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, κατά την ακριβή πρόβλεψη του «σιδερένιου νόμος της ολιγαρχίας» του Μίχελς3. Η οικοδόμηση εναλλακτικών χωρίς την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, αν και απέφυγε την οικοδόμηση εξουσιαστικών σχέσεων που συνεπάγεται ο συγκεντρωτισμός, με το να εμμένει στη μικρή κλίμακα προσέκρουσε (και προσκρούει) συχνά στο έλλειμμα συντονισμού, ενώ αδυνατούσε (και αδυνατεί) να εκμεταλλευθεί τις οικονομίες κλίμακας.

Καλούμαστε, επομένως, να διαμορφώσουμε μια θεωρία μετασχηματισμού που να μην στηρίζεται πρωτίστως στην καταστροφική βία (και δεν εννοούμε με αυτό την αμυντική βία και την επιθετική κινηματική διεκδίκηση) και στην κρατική γραφειοκρατική επιβολή του μετασχηματισμού από τα πάνω, αλλά και να μην περιορίζεται στην πολύ μικρή κλίμακα και τον ιδιωτικό χώρο. Ποια μπορεί να είναι, όμως, τα συστατικά στοιχεία μιας θεωρίας του 21ου αιώνα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό; Ας δούμε κάποιους κοινούς τόπους που διαμορφώνονται στο επίπεδο των κινημάτων και αρκετών εκ των πλέον αντιπροσωπευτικών οργανικών διανοουμένων.

 

Aπό κάτω προς τα πάνω

 

Πρώτα απ’ όλα, στην εποχή της γνώσης και της πληροφορίας, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν οξυμμένη αίσθηση της προσωπικής αξίας και αρνούνται να αποφασίζουν άλλοι για τους ίδιους, το μετασχηματιστικό πρόγραμμα παράγεται από κάτω προς τα πάνω. Όπως το θέτουν οι Χαρντ και Νέγκρι, τα κοινωνικά κινήματα πλέον δεν έχουν ανάγκη τους προφήτες που παλιότερα δημιουργούσαν το λαό τους με τη δύναμη του οράματός τους4. Άρα δεν είναι υποχρεωτικό το όραμα να προηγείται των αγώνων. Και ούτε είναι αναγκαίο να είναι συνεκτικό, όπως ήταν τα πολιτικο-φιλοσοφικά συστήματα του παρελθόντος. Χρειαζόμαστε δηλαδή «όχι απλώς μια λαμπρή ιδέα για το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί ο κόσμος, αλλά ένα νέο, ολιστικό μοντέλο που […] να βασίζεται σε μικρομηχανισμούς και όχι σε διατάγματα και πολιτικές. Θα πρέπει να δουλεύει αυθόρμητα», χωρίς εξωτερική βοήθεια5.

 

Από το μέλλον στο παρόν

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να αναβιώσουμε την ουτοπική παράδοση6. Είναι ζωτικής σημασίας το ουτοπικό ιδεώδες, γιατί κινητοποιεί τους ανθρώπους προκειμένου να αγωνιστούν (κι ας στοχεύουν στην πραγματικότητα σε κάτι λιγότερο από το ιδεώδες), αν και είναι εξίσου ζωτικής σημασίας η αποφυγή ουτοπικών φαντασιώσεων που μπορούν να μας παρασύρουν σε ταξίδια χωρίς πραγματικούς προορισμούς7. Γι’ αυτό ίσως είναι καταλληλότερη μια καινούργια ουτοπία, που να ισοδυναμεί με ώθηση στον αγώνα και όχι με μελλοντικό σχέδιο προς πραγμάτωση8. Η εγκατάλειψη βέβαια κάθε ολιστικής προοπτικής υπέρ της οικοδόμησης στο παρόν, όπως τονίζει ο Ιμπάνιεθ, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ουτοπίας, αλλά απαίτηση να κρίνονται οι πολιτικές διατυπώσεις ανάλογα με την καταλληλόλητά τους για τις υπάρχουσες συνθήκες και την ικανότητά τους να αποδεικνύουν άμεσα την αξία τους9.

 

Η μετάβαση ξεκινά τώρα

 

Η μετάβαση ως εκ τούτου ξεκινά από τώρα, μέσα στον παλιό κόσμο. Υπάρχουν ήδη τα συστατικά στοιχεία του καινούργιου κόσμου. Παρ’ όλες τις υπαρκτές διαφορές μεταξύ πολιτικών ρευμάτων και μεταξύ ριζοσπαστών διανοουμένων, η ριζοσπαστική σκέψη φαίνεται να συγκλίνει στο ότι ο υπαρκτός νέος κόσμος αποτελείται από α) μια οικονομία πράσινη, κοινωνική και αλληλέγγυα, βασισμένη στην αειφορία και τη φροντίδα, β) εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων και μηδενισμός των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, προκειμένου να σταθεροποιηθεί το κλίμα, γ) τα Κοινά που εξασφαλίζουν σε όλους και όλες ελεύθερη πρόσβαση σε αγαθά που τώρα είναι εμπορευματοποιημένα και επαναφέρουν τον έλεγχο της παραγωγής στα χέρια παραγωγών και καταναλωτών, δ) μείωση του χρόνου εργασίας χάρη στη χρήση της τεχνολογίας, χωρίς μείωση του επιπέδου ζωής των εργαζομένων, ε) απόρριψη της αντιπροσώπευσης και των ιεραρχικών μεθόδων υπέρ της δημοκρατικής συμμετοχής, της οριζοντιότητας, της συναίνεσης, της ποικιλομορφίας, και της αποκέντρωσης (αρετές που ήδη χαρακτηρίζουν τις επαφές στο διαδίκτυο και στις σύγχρονες κινηματικές δράσεις), αν και μάλλον χρειαζόμαστε «γενικευμένη απογραφειοκρατικοποίηση»10, στ) αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού.

 

Ένας μετασχηματισμός μακράς διάρκειας

 

Η διαδικασία μετασχηματισμού κρατάει πάντα πολύ. Πλέον γίνεται σαφές σε όλο και περισσότερες/ους ότι ο καπιταλισμός δεν θα εξαλειφθεί με βεβιασμένες μεθόδους, αλλά με υπομονετική οικοδόμηση του καινούργιου μέσα στο παλιό. Το εργατικό κίνημα από τον 19ο αιώνα δημιουργεί συνεταιρισμούς εντός των οποίων οι εργαζόμενοι μαθαίνουν να παράγουν, να αποφασίζουν και να διοικούν όλοι μαζί, δημιουργώντας τις βάσεις ενός συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής11. Στον 21ο αιώνα η «κοινωνική οικονομία» και τα «κοινά» διαχέουν στο κοινωνικό σώμα συνεταιριστικές αναπαραστάσεις και πρακτικές, ενώ τα κοινωνικά κινήματα πειραματίζονται με νέους θεσμούς πλατιάς συμμετοχής και διαβούλευσης.

 

Οικοδόμηση αντί καταστροφής

 

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ο μετασχηματισμός δεν αφορά μόνο την καταστροφή του παλιού, αλλά και την οικοδόμηση του καινούργιου. Είναι ευρέως αποδεκτό πλέον ότι η πολιτική κριτική της υπάρχουσας θέσμισης πρέπει να συνοδεύεται και από έμπρακτη αμφισβήτηση. Στο πλαίσιο αυτό οι Χαρντ και Νέγκρι θεωρούν ότι η δράση πρέπει να συνοδεύεται με τη συνεύρεση, και η αντίσταση ή η διεκδίκηση με την οικοδόμηση αντι-εξουσιών12. Ομοίως, ο Κάρλος Τάιμπο διαπιστώνει ότι η εξεγερτική τάση που πίστευε σε μια αιφνίδια ανατροπή όλων των κανόνων και την εξίσου απότομη δημιουργία καινούργιων έχει υποχωρήσει, και συμβουλεύει τους αναρχικούς να συνδυάζουν την πολιτική ανυπακοή με τις προεικονιστικές πολιτικές, το λεκτικό ριζοσπαστισμό με την οικοδόμηση συνεταιρισμών, τις εξεγέρσεις με την προοδευτική εκκόλαψη χώρων αυτονομίας13. «Το να αγωνίζεσαι», όπως λέει και ο Ιμπάνιεθ, «δεν συνίσταται μόνο στο να καταγγέλλεις, να αντιτίθεσαι και να συγκρούεσαι, αλλά και στο να δημιουργείς, εδώ και τώρα, διαφορετικές πραγματικότητες»14.

 

Απελευθέρωση της προγραμματικής φαντασίας

 

Η εγκατάλειψη του νεοφιλελεύθερου φαντασιακού, όμως, προϋποθέτει και συνεπάγεται μια απελευθέρωση της προγραμματικής φαντασίας. Η ΤΙΝΑ (There is no alternative) πέθανε και μαζί τους τα θέσφατα που τη στήριζαν. Όπως σημειώνει η Ναόμι Κλάιν, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο σήμερα ψηφίζουν υποψηφίους που διατυπώνουν με σαφήνεια προτάσεις αδιανόητες για λίγα χρόνια πριν, ενώ πολλοί και πολλές είναι έτοιμοι/ες να υποστηρίξουν «ένα σχέδιο που δεν θα φοβάται τις λέξεις αναδιανομή και επανορθώσεις, που θα αμφισβητεί τη δυτική πολιτισμική εξίσωση της ‘καλής ζωής’ με ολοένα και περισσότερες ανέσεις μέσα σε ολοένα και πιο απομονωμένα καταναλωτικά κουκούλια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αντοχές του πλανήτη ή το τι πραγματικά μας ολοκληρώνει ως ανθρώπους»15. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη, κυρίως νέοι, πλημμύρισαν τις πλατείες το 2011, θέτοντας το ζήτημα της ανασύνταξης της δημοκρατίας μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών.

 

Κοινωνική και ατομική αλλαγή, μαζί

 

Η κοινωνική και ατομική αλλαγή πρέπει να συμβαδίζουν, γιατί μόνο έτσι μπορούν να λάβουν χώρα. Το γνωστό σύνθημα «γίνε η αλλαγή που θες να δεις» εδράζεται στην ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι οι δημιουργοί της ιστορίας τους που τους δημιουργεί (η λογική φαυλότητα του επιχειρήματος, όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης, αποκαλύπτει το οντολογικά πρωταρχικό). Άλλωστε, η διαλεκτική σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, όπως κατέδειξε ο φουκωικός μεταδομισμός, που τόσο επηρέασε τα αριστερά και τα αναρχικά κινήματα της εποχής μας, συνεπάγεται ότι η εξουσία ενυπάρχει εντός του ίδιου του ατόμου και των σχέσεών του με τα άλλα άτομα. Αν, όμως, οι δομές που θέλουμε να ανατρέψουμε είναι ήδη μέσα μας και ζούνε μέσα από μας, τότε η προσωπική μας αλλαγή είναι πρωταρχική και όχι δευτερεύουσα ή συμπληρωματική. Από εδώ προκύπτει και η μεγάλη δυσπιστία που δείχνουν οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες στα οριζόντια κινήματα του 21ου αιώνα προς τις θεσμικές και οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις που μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα σε κάποια άτομα να αποκτήσουν εξουσία. Ή, αντιστρόφως, η προτίμησή τους σε μη ιεραρχικούς θεσμούς που δημιουργούν μη εξουσιαστικές υποκειμενικότητες. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι τυχαίο που στα αντίστοιχα εναλλακτικά εγχειρήματα συναντούμε ομού «lifestyle» και «οργανωμένους» αριστερούς, αναρχικές, και οικολόγους. Η ενότητά τους καταδεικνύει ότι δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και πρόσφορο, να προκρίνεις κανείς την ατομική ή την κοινωνική αλλαγή έναντι της άλλης.

 

Ένας μετασχηματισμός για όλους/ες

 

Ο μετασχηματισμός πρέπει να ωφελήσει ταυτόχρονα όλους και όλες. Δεν υπάρχουν πλέον πρωτεύουσες και δευτερεύουσες αντιθέσεις, γι’ αυτό οι αγώνες στοχεύουν στην ταυτόχρονη επίλυση προβλημάτων και προώθηση ζητημάτων. Για παράδειγμα, πολλές φεμινίστριες υιοθετούν μια διαθεματική αντίληψη των διακρίσεων, καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους οι διακρίσεις φύλου συμπλέκονται με τις διακρίσεις φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, την ίδια στιγμή που συστρατεύονται με τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες για να αμφισβητήσουν από κοινού τις πατριαρχικές αντιλήψεις. Ομοίως, η φεμινιστικοποίηση της πολιτικής συνιστά αίτημα που απευθύνεται στις ίδιες τις πολιτικές δυνάμεις που εργάζονται για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ένα άλλο παράδειγμα διαθεματικότητας είναι οι προσπάθειες οικολογικών μετώπων να προωθήσουν, ταυτόχρονα με το «πρασίνισμα» της οικονομίας, την άρση παραδοσιακών ανισοτήτων και παθογενειών της σύγχρονης ζωής16.

 

Μετασχηματισμός από όλους/ες

 

Το υποκείμενο του μετασχηματισμού είναι πληθυντικό. Είτε είναι το «πλήθος» και ο «κοινός άνθρωπος» (Χαρντ-Νέγκρι) είτε ο «δικτυωμένος άνθρωπος» και «ολόκληρη η ανθρωπότητα» (Μέισον) είτε ο λαός εν είδη συναρθρώσεων κοινωνικών ομάδων, όπως το θέλουν οι θεωρητικοί του λαϊκισμού, είτε ανθρώπινες ομάδες λιγότερο συμπαγείς σε σχέση με το παρελθόν (Τάιμπο), τα υποκείμενα της αλλαγής έχουν κατέβει ήδη στο δρόμο, και μέσω των κινημάτων τους και των εναλλακτικών εγχειρημάτων τους υφαίνουν με ακανόνιστο και ασύμμετρο τρόπο ένα καινούργιο ιστό, χωρίς να αναγνωρίζουν την ανάγκη για ή την υπαγωγή τους σε κάποιο «συλλογικό υποκείμενο της ιστορίας».

 

Μια σύνθετη στρατηγική

 

Η μετασχηματιστική στρατηγική μπορεί να είναι σύνθετη. Δεν λείπουν σήμερα οι προσπάθειες για συνδυασμό διαφορετικών στρατηγικών: έχουμε δει κόμματα να στρέφονται στα κινήματα17 και κινήματα να τροφοδοτούν «κινηματικά κόμματα»18, καθώς και κόμματα να δημιουργούν ευκαιρίες για την ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και άλλων διάμεσων μετασχηματισμών. Την ίδια στιγμή, μπορεί να μην προκρίνεται η κοινωνική επανάσταση ως τρόπος προώθησης του κοινωνικού μετασχηματισμού στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες, ωστόσο εντείνεται η πολιτική κριτική και η κινηματική δράση, ενώ δεν λείπει και η πολιτική ανυπακοή.

 

Σημειώσεις:

1. Erik Olin Wright, Ρεαλιστικές ουτοπίες, Εκδόσεις Ασίνη, 2018, σ. 477κε

2. Στο ίδιο, σ. 499

3. Ρόμπερτ Μίχελς, Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη δημοκρατία. Έρευνες γύρω από τις ολιγαρχικές τάσεις του ομαδικού βίου, Εκδόσεις Γνώση, 1997

4. Michael Hardt και Antonio Negri, Να πάρουμε τη σκυτάλη. Διακήρυξη, Βιβλιόραμα 2012, σ. 9

5. Πωλ Μέισον, Μετακαπιταλισμος. Ένας οδηγός για το μέλλον μας, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016, σ. 17

6. Naomi Klein, Το ΟΧΙ δεν είναι αρκετό. Η αντίσταση στις πολιτικές σοκ του Τραμπ και η δημιουργία του κόσμου που χρειαζόμαστε, Εκδοτικός οίκος Λιβάνη, 2020, σ. 320

7. Erik Olin Wright, ό.π., σ. 43

8. Ibanez Tomas, Ο αναρχισμός σε κίνηση. Αναρχισμός, Νεοαναρχισμός και Μετα-αναρχισμός, Ευτοπία, 2016, σ. 78-9

9. Στο ίδιο, σ. 79

10. Εντγκάρ Μορέν, Ο δρόμος για το μέλλον της ανθρωπότητας, Εκδόσεις 21ου αιώνα, 2016, σ. 150-7

11. Κυριάκος Χαραλάμπους, Ο συνεταιριστικός τρόπος παραγωγής και η μετάβαση στο σοσιαλισμό, Οδυσσέας, 1997

12. Michael Hardt και Antonio Negri, ό.π.

13. Κάρλος Τάιμπο, Να ξανασκεφτούμε την αναρχία. Άμεση δράση, αυτοδιαχείριση, αυτονομία, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2017, σ. 46, 56, 77

14. Ibanez Tomas, Ο αναρχισμός σε κίνηση. Αναρχισμός, Νεοαναρχισμός και Μετα-αναρχισμός, ό.π., σ. 40

15. Naomi Klein, σ. 380

16. Βλ. για παράδειγμα, στο ίδιο, σ. 336-7, 349, 355

17. Papanikolopoulos Dimitris and Vassilis Rongas, “SYRIZA's electoral success as a movement effect (2010-2015)”, Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ.45, 184-206, 2019

18. della Porta, Donatella, Fernandez, Joseba, Kouki, Hara and Mosca, Lorenzo Movement Parties against Austerity, Polity Press, 2017

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet