Φωτογραφία από την ταινία

 

 

 

Ο 87χρονος αφηγητής Γιάννης Λιονάκης, μετά το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη, διώχθηκε και έζησε επί 14 χρόνια ως επικηρυγμένος. Μια απίστευτη προσπάθεια επιβίωσης αφηγείται ο ίδιος μέσα από τον φακό του Σταύρου Ψυλλάκη, στην ταινία «Αποχαιρετισμός, η μνήμη του τόπου», η οποία προβάλλεται τις μέρες αυτές στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Κορμός της ταινίας είναι αδημοσίευτο υλικό που γυρίστηκε το 2007 στο πλαίσιο του ντοκιμαντέρ «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Εποχή.

 

Ο Σταύρος Ψυλλάκης

 

Υπάρχει ανάγκη να γίνονται ταινίες για την ιστορική μνήμη;

Ο Αποχαιρετισμός μάς αφηγείται μια απίστευτη προσπάθεια επιβίωσης, 14 χρόνων (1948-1962), που ξεκινάει με το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη. Κορμός της ταινίας είναι αδημοσίευτο υλικό που γυρίστηκε το 2007 στο πλαίσιο του ντοκιμαντέρ «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Τυπικά είναι μια ταινία που αφορά την ιστορική μνήμη. Όμως θέλω να κάνω μια διευκρίνιση: Το βαθύτερο κίνητρό μου δεν είναι το θέμα, όπως άλλωστε και στις περισσότερες ταινίες μου. Αυτό κάθε φορά είναι το πλαίσιο, το φόντο αν θέλετε, για να επανέλθω στα ερωτήματα της ύπαρξης και βεβαίως στο θέμα του θανάτου που η ύπαρξη του είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των στοχασμών μας. Χωρίς την ύπαρξή του, χωρίς το πεπερασμένο της ζωής, όλα θα ήταν πολύ διαφορετικά και ίσως απίστευτα ανιαρά. Στο τέλος, θέλω να πιστεύω, ο θεατής δεν έχει την αίσθηση πως είδε μια ταινία με θέμα π.χ. τον καρκίνο, τον εμφύλιο ή την τρέλα. Δεν παρακολούθησε την πραγμάτευση ή την παρουσίαση κάποιου θέματος αλλά ένα υπαρξιακό δοκίμιο. Βέβαια δεν πρόκειται για αφηρημένους στοχασμούς με καλλιτεχνικό επίχρισμα ως φόντο, αλλά για πραγματικές ιστορίες όπου το «κοινωνικό ίζημα» (φράση του αγαπημένου φίλου, ποιητή, Γιώργου Μαρκόπουλου) είναι διαρκώς παρόν και τις πλαισιώνει.

Με αυτές τις σκέψεις, οι ταινίες για την ιστορική μνήμη μπορεί να είναι σημαντικές και αναγκαίες, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από τον/την δημιουργό τους, τις προθέσεις και τα όριά του/της. Όμως αμφιβάλλω αν μας παραδειγματίζουν ή αν μας μαθαίνουν περισσότερα από όσα θέλουμε ή είμαστε έτοιμοι και διαθέσιμοι να μάθουμε. Πιστεύω πολύ πως «δεν υπάρχουν γεγονότα, υπάρχουν ερμηνείες των γεγονότων» (Νίτσε).

 

Πλως αποφάσισες να επανέλθεις στο παλιό υλικό από το «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε»;

Από τα γυρίσματα του «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» είχαν προκύψει περίπου 70 ώρες με πολύ πλούσιο και πολυδιάστατο υλικό. Η ταινία ήταν μιάμιση ώρα. Καταλαβαίνεις και πόσα άλλα είχαν μείνει απέξω. Αλλά έτσι συμβαίνει συχνά στα ντοκιμαντέρ. Τα γυρίσματα με τον Γιάννη Λιονάκη στις σπηλιές του Αποκόρωνα (νομός Χανίων) ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία για όλους μας και στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν πολύ λίγα πράγματα. Όμως στο μοντάζ τα πράγματα είναι αμείλικτα και έχουν τη δική τους οικονομία. Η προσέγγιση του θέματος -και υπάρχουν πολλές κάθε φορά- και η οικονομία του τελικού αποτελέσματος, σου υπαγορεύουν και τις επιλογές σου. Από δίπλα, ο σπουδαίος μοντέρ Γιώργος Τριανταφύλλου, δεν έκανε τα δικά μου χατίρια αλλά τα χατίρια της ταινίας. Αν πετύχαμε ή όχι είναι μια άλλη ιστορία. Υπάρχουν οι θεατές και ο χρόνος να το κρίνουν.

Το υλικό με την ξενάγηση του Λιονάκη στις σπηλιές, στο αποχαιρετιστήριο ουσιαστικά ταξίδι του (ήταν 87 χρονών όταν μας πήγε) στον τόπο που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή του, ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε στην ταινία και παρέμενε μια εκκρεμότητα μέσα μου. Όμως δεν ήθελα να γίνει κάτι που να είναι σαν «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» No 2.

Ο καταλύτης για την αξιοποίηση αυτού του υλικού και συνάμα η οπτική γωνία που θα το προσέγγιζα, ήταν ένα απόσπασμα που άκουσα, τυχαία στο ντοκιμαντέρ «Αν είχα τέσσερις καμήλες» (1966) του Chris Marker: «Χιλιάδες αγωνιστές σε όλο τον κόσμο είχαν δώσει ό,τι είχαν για ένα σκοπό που, όπως πίστευαν, όπως έλεγαν, ήταν μεγαλύτερος από τους ίδιους, μα που τελικά αποδείχτηκε πως το μεγαλείο του ήταν αυτοί οι ίδιοι» (το αποδίδω νοηματικά και από μνήμης). Το σημείωσα αμέσως. Ήταν το φως που με οδηγούσε ξανά στον Γιάννη και στις σπηλιές. Με αυτή την οπτική θα προσέγγιζα το υλικό μου.

Βέβαια δεν νομίζω καθόλου πως ο ίδιος θα συμφωνούσε με αυτό το απόσπασμα του Marker και όχι μόνο για λόγους σεμνότητας. Η πίστη στον σκοπό τους ήταν το παν. Όμως δεν αισθάνομαι πως αυθαιρετώ ή παραποιώ κάτι. Έτσι έλαμπε μέσα μου ο Γιάννης και έτσι μπορούσα τώρα να μιλήσω γι’ αυτόν.

 

Πότε έγινε η ταινία;

Ήταν η περίοδος του εγκλεισμού λόγω κορονοϊού και είχα τελειώσει πρόσφατα τα ντοκιμαντέρ «Για χωρίς λόγους, συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη» και «Οφειλή» (για τον φίλο μου Αλέκο Ζούκα). Δεν είναι βιογραφίες ή πορτρέτα και δεν υπάρχουν συνεντεύξεις άλλων. Κάθε φορά εστιάζω σε ένα μόνο πρόσωπο και η ταινία ουσιαστικά είναι ένα ταξίδι στη γεωγραφία της ψυχής του «ήρωα». Ο Αποχαιρετισμός φαινόταν να είναι η συνέχεια. Μέσα μου τα ένοιωθα σαν μια τριλογία, με τρία τελείως διαφορετικά πρόσωπα, με κοινό τους στοιχείο ότι ο καθένας τους ήταν μια ωδή στην ύπαρξη. «Για χωρίς λόγους», «Οφειλή», «Αποχαιρετισμός», τρεις τίτλοι πολυσήμαντοι που το νόημά τους διαρκώς μετατοπίζεται και δεν λέει να καταλαγιάσει μέσα μου. Δεν είμαι σίγουρος σε ποια από τις τρεις ταινίες ταιριάζει ο κάθε τίτλος…

Με τον χρόνο αλλάζουμε, ίσως ωριμάζουμε, ίσως όχι, και μαζί αλλάζει μέσα μας και η σχέση μας με τα αγαπημένα πρόσωπα. Και βέβαια «κάθε φορά λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε». Έτσι μου είχε πει, ο σπουδαίος, Νίκος Κοκοβλής. Μια φράση που δεν ξεχνώ, καθώς συνέχεια βρίσκω μπροστά μου την αλήθεια της. Ίσως λοιπόν τώρα να ήταν η ώρα και να ήμουν έτοιμος, να γίνει ο Αποχαιρετισμός.

 

Γιατί άφησες απ’ έξω αυτό το υλικό και δεν το χρησιμοποίησες τότε; Είχες στο νου να κάνεις κάτι ειδικά για τον Λιονάκη;

Το «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» είχε αφετηρία το ομότιτλο βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή. Η πρόθεσή μας ήταν να εστιάσουμε σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο του βιβλίου, κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις του Νίκου και της Αργυρώς. Η γνωριμία με τον Γιάννη Λιονάκη έγινε μετά, στη διάρκεια της έρευνας και η παρουσία του στην ταινία ήταν σημαντική, αλλά συμπληρωματική.

Όμως η δυναμική των γυρισμάτων είναι άλλη. Ο πλούτος των ανθρώπων που συναντάμε και οι εκπλήξεις που παραμονεύουν, ξεπερνούν τις όποιες αρχικές μας προθέσεις. Το σενάριο εμπλουτίζεται και αναπροσαρμόζεται όμως στο τέλος, στο μοντάζ, οι τελικές επιλογές μας πρέπει να υπηρετούν την οικονομία της ταινίας. Έτσι με μεγάλο πόνο αποχωριζόμαστε συχνά εξαιρετικό υλικό. Όλοι μας το έχουμε ζήσει αυτό. Το υλικό με τον Γιάννη τις σπηλιές είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση.

Όταν κάναμε το μοντάζ του «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» δεν είχα στο νου μου να γίνει μετά κάτι ειδικά για τον Γιάννη Λιονάκη. Απλά είχε μείνει απ’ έξω ένα σπάνιο υλικό και μια μεγάλη εκκρεμότητα μέσα μου. Ευτυχώς με τον Αποχαιρετισμό κάτι ακόμα περισώσαμε.

Ήταν και μια ηθική εκκρεμότητα και απέναντι σε όλους τους εξαιρετικούς συνεργάτες της ταινίας, ιδιαίτερα σε όσους συμμετείχαν στο γύρισμα στις σπηλιές. Ζήσαμε μια πρωτόγνωρη, συγκλονιστική, εμπειρία και ευτυχώς η ταινία την αποκαλύπτει αρκετά. Η συμμετοχή του συνεργείου στα τεκταινόμενα νομίζω είναι από τα δυνατά σημεία της ταινίας. Σε κάποια πλάνα προς το τέλος,ο διευθυντής φωτογραφίας και ο ηχολήπτης περιφέρονται συνεπαρμένοι στα πλάνα, εγώ παλεύω με την υψοφοβία μου και διερωτάσαι ποιος τραβάει εκείνη την ώρα; Οι βοηθοί, αυτοβούλως, είχαν πάρει την κατάσταση στα χέρια τους και μας έδωσαν υπέροχο υλικό. Συμμετέχει όλο το συνεργείο, στα πάντα και είμαι υπερήφανος που συνεργάστηκα με αυτούς τους ανθρώπους. Όπως και με τον μουσικό Μανώλη Αγγελάκη που γνώρισα αργότερα. Εμπνεόμενος από την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη και το «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», που είδε σε ανύποπτο χρόνο, είχε γράψει το μουσικό έργο «Η πέτρα που είχαμε στο στόμα». Το έμαθα τυχαία από μια συνέντευξή του και γνωριστήκαμε. Δικαιωματικά λοιπόν, και επιπλέον ταίριαζαν πολύ καλά νομίζω, αποσπάσματα αυτού του έργου είναι η μουσική στον Αποχαιρετισμό.

 

Πώς θα χαρακτήριζες το Γιάννη Λιονάκη, έναν άνθρωπο που αγωνίστηκε για τα ιδανικά αλλά και για την ίδια του τη ζωή;

Είναι από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισα. Η δύναμη, η αποφασιστικότητα και η αξιοπρέπεια του παραμένουν ανεξίτηλα μέσα μου. Όπως και οι σιωπηλοί μας περίπατοι που όμως λέγαμε τόσα πολλά… Ήταν μεγάλη τιμή για μένα να αισθάνομαι την εμπιστοσύνη και την αποδοχή ενός τέτοιου ανθρώπου. Όταν σκέφτομαι τη ζωή του ο νους μου προσπερνά το ιστορικό πλαίσιο που έζησε και έδρασε. Σκέφτομαι τους ήρωες των δημοτικών τραγουδιών και της λαϊκής μας παράδοσης. Τέτοια ήταν η στόφα του. Δεν τελειώνει τυχαία η ταινία με τον δημοτικό στίχο: «Θε μου, και τι ν’ απόγιναν της γης οι αντρειωμένοι…» (μια έμπνευση του Μήτσου Κασόλα, σε μια δοκιμαστική προβολή, στο μοντάζ). Ήταν ένας πολεμιστής, με απόλυτη συνείδηση της μνήμης του τόπου που τον φιλοξένησε και της παράδοσης που τον προφύλαξε στην αγκαλιά της. Η ιστορία της ταινίας είναι ένα κέντημα πάνω στο αξιακό σύστημα του τόπου του και τους κώδικές του.

Νομίζω, η προσέγγισή μας δεν εξαντλείται στην εικόνα ενός ανθρώπου, πιστού αγωνιστή στα ιδανικά του. Η γοητεία του «ήρωα» μας υπερβαίνει αυτά τα χαρακτηριστικά. Βεβαίως και τον απασχολούν συνέχεια τα πιστεύω και τα ιδανικά του όμως ο Γιάννης είναι κάτι παραπάνω. Είναι μια ωδή στην ύπαρξη και αυτή είναι η οπτική της ταινίας μας.

 

Ο Λιονάκης πολέμησε εναντίον του φασισμού και υπέρ της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Θεωρείς πως είναι επίκαιρο σήμερα κάτι τέτοιο;

Οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας, αν θέλεις πραγματικά να τις ορίσεις, πέρα από τη δημόσια καταναλωτική χρήση τους, είναι μια δύσκολη υπόθεση, σε κάθε εποχή και πολιτισμό που τις επικαλείται. Ζούμε στην ίδια εποχή και στον ίδιο δυτικό πολιτισμό. Είσαι σίγουρος πως με αυτές τις λέξεις, εγώ κι εσύ, εννοούμε το ίδιο πράγμα;

Ο Λιονάκης, την περίοδο της κατοχής, από την πρώτη στιγμή πήρε όπλο, ανέβηκε στο βουνό και πολέμησε τον γερμανικό φασισμό. Δεν μπορώ να μιλήσω για λογαριασμό του, όμως ο «ήρωας» της ταινίας μας νομίζω δεν αφήνει αμφιβολίες με τη στάση του.

Αλλά το θέμα της ταινίας δεν είναι αυτό. Αυτό που σκιαγραφείται, νομίζω, ξεπερνά την όποια επικαιρότητα, αλλά βεβαίως ο καθένας μας βλέπει και διαβάζει στην ταινία αυτά που θέλει και μπορεί.

Ο φασισμός όπως και ο ρατσισμός είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και σοβαρό που αφορά τη συμπεριφορά και τις πεποιθήσεις όλων μας. Οι αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές δηλώσεις, σημαντικές και αναγκαίες, ιδιαίτερα στις μέρες μας, δεν αρκούν. Όλα δοκιμάζονται στην πράξη και θέλει άλλη σχέση με τον εαυτό σου για να μπορείς να αποδεχτείς τον Άλλο. Εμένα περισσότερο με προβληματίζει η φράση του Μανιάτη: «Αλλάζει τη ζωή, όποιος αλλάζει ζωή».

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet