Η Ελένη με την αγαπημένη της μοναχοκόρη, τη Φωτεινή

 

 

 

«Πλήρης ημερών» λέμε για κάποιαν που αποχαιρετά τον κόσμο έχοντας φτάσει τα χρόνια της Ελένης Δήμου. Και όμως η Ελένη ξεχείλιζε τόσο από ζωή και σφρίγος, που η φράση δεν της ταιριάζει· ήταν «πλήρης ζωής».

Γεννημένη στη Λάρισα το 1927, νεαρή κοπέλα έγινε Επονίτισσα. Τα χρόνια της Αντίστασης στάθηκαν καθοριστικά: εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Επονίτη Φρίξο, καθοδηγητή και μετέπειτα άντρα της, αλλά και γιατί η πολιτικοποίηση των χρόνων εκείνων, η ένταξή της στην Αριστερά, την ακολούθησαν σαν κόκκινο νήμα έως το τέλος.

Μετά το τέλος του Πολέμου, η οικογένεια της Ελένης μετακινείται στην Αθήνα. Εκεί η Ελένη παρακολουθεί φροντιστήρια της Καλών Τεχνών. Παντρεύονται με τον Φρίξο και εγκαθίστανται στο Μόναχο, όπου ο Φρίξος κάνει τη διατριβή του στα οικονομικά, ενώ η Ελένη σπουδάζει εσωτερική αρχιτεκτονική και εφαρμοσμένες διακοσμητικές τέχνες στη Σχολή Blocherer. Από το 1956 μέχρι το 1960 ζουν στο Ρότερνταμ, όπου ασχολήθηκε και με τη διακόσμηση εσωτερικού πλοίων. Το 1961 επιστρέφουν στην Αθήνα. Η Ελένη εισάγει και κάνει γνωστή στην Ελλάδα την τέχνη του μπατίκ, την οποία δίδαξε στις Σχολές Δοξιάδη. Το μαγαζί της «Μπατίκ», στην οδό Τσακάλωφ και μετά στον Λυκαβηττό, με κατεξοχήν δικές της δημιουργίες, άφησε εποχή. Έκανε ατομικές εκθέσεις, μεταξύ άλλων, στον Δεσμό και στην Εuropalia στις Βρυξέλλες.

Ο Γιάννης Τσαρούχης έγραφε το 1964 στο περιοδικό Αρχιτεκτονική, παρουσιάζοντας με ενθουσιασμό τρεις «νέες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες», την Ελένη Δήμου, την Κωνσταντίνα Καραχάλιου και την Ιωάννα Κουτσουδάκη: «Αν πριν από τριάντα χρόνια μού έδειχναν τα έργα αυτά […] θα έμενα κατάπληκτος και δεν θα πίστευα ότι έχουν γίνει στην Ελλάδα. […] Η Δήμου, με τη γοητευτική τεχνική μπατίκ, που την κατέχει τέλεια, όπως δείχνουν τα έργα της, βάζει ελληνική ακρίβεια και σχέδιο σε μια τεχνική, που κανονικά σε πάει αλλού. Πιστεύω πως μόνο ανακαλύπτοντας κανείς την παράδοση, που υπάρχει μέσα του και όχι τόσο στα μοτίβα, μπορεί να προχωρήσει. Οι απομακρύνσεις, ιδίως από τις μορφές της, δεν με τρομάζουν καθόλου».

***

Γνώρισα την Ελένη πριν δύο χρόνια. Γειτόνισσα, στα Εξάρχεια, αλλά ήταν το ακριβώς αντίθετο της συνηθισμένης γειτόνισσας. Θυμάμαι τις μεγάλες συζητήσεις για βιβλία, για ζωγράφους και συγγραφείς, πολλούς από τους οποίους γνώριζε προσωπικά. Τον ενθουσιασμό με τον οποίο ανακάλυπτε καινούργια αναγνώσματα ή επέστρεφε σε παλαιότερα – από την Έλλη Αλεξίου (τον συγκεντρωτικό τόμο με τα Διηγήματά της διάβαζε μέχρι προχθές) έως την Ιζαμπέλ Αλλιέντε, τη Ρόζαμουντ Πίλτσερ και το Μπαρ Φλωμπέρ του Αλέξη Σταμάτη. Και, πάνω απ’ όλα, το πάθος της για τη ζωή, ένα πάθος με πολλές εκφάνσεις: τις ωραίες γλάστρες στο μπαλκόνι, τα άνθη που πάντα είχε στο τραπέζι, την εξαίσια μαγειρική της που μοιραζόταν με φίλους και φίλες (αυτό σήμαινε τραπέζι γι’ αυτή), την art de la table. Δύο λέξεις της ήταν παντελώς ξένες: η «συμβατικότητα» και η «παραίτηση». Από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισα, ήταν, απλά, η Ελένη –και αργότερα η «φίλη μου η Ελένη»– που της μίλαγα στον ενικό· ούτε η «κυρία Ελένη» ούτε η «κυρία Δήμου». Η Ελένη ήξερε να δημιουργεί σχέσεις και να τις κρατάει (μνημονεύω μόνο την Ελένη Βερναδάκη και τη Μαρία Κοτζαμάνη, μια αχώριστη καλλιτεχνική τριάδα). Κι όσο για το μυαλό της που δούλευε ξυράφι δεν θα αναφερθώ στα απαιτητικά φιλοσοφικά της διαβάσματα, αλλά σε ένα πιο «ταπεινό»: προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι γίνεται στις Άγριες Μέλισσες, ποιος σκότωσε ποιον, ποιος συγγενεύει με ποιαν, και δεν βγάζαμε άκρη – και η Ελένη, μέσα σε λίγα λεπτά, μας συνόψισε την πλοκή, τις σχέσεις, τους χαρακτήρες, τα πάντα.

Θα τη θυμόμαστε την Ελένη, λαμπερή και όρθια. Και στέλνουμε όλη την αγάπη μας στα παιδιά της, τη Φωτεινή και τον Μπιλ, και όλους όσους κι όσες την αγαπούσαν· γιατί η Ελένη ήξερε να δίνει και να παίρνει αγάπη – και αυτό το χάρισμα δεν χάνεται.

 

Στρατής Μπουρνάζος (ένας φίλος της)

 

Στρατής Μπουρνάζος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet