Όταν πήγαινα στο Λύκειο, στη Ζάκυνθο, και ήμασταν απογευματινοί, για να πάμε από το χωριό στη χώρα, παίρναμε το λεωφορείο, που έφτανε, όμως, δύο ή δυόμισι ώρες πριν από το κουδούνι. Τα περισσότερα από «τα παιδιά του χωριού» τριγυρνούσαν μέχρι την ώρα του σχολείου, κάποιοι, λιγότερο χειραφετημένοι, περνάγαμε την ώρα μας σε καταστήματα γνωστών μας, που μας παρείχαν «άσυλο».

Εγώ, γρήγορα καταστάλαξα στο βιβλιοπωλείο του Γιάννη «του Κανέλου», στην πλατεία του Αγίου Λουκά: συχωριανός, γνώριζε καλά την οικογένειά μου, άρα έμπιστος! Ήμουνα τότε πάρα πολύ κλειστός, δειλός, και παρά το ότι ο Γιάννης ήτανε χωριανός και πρόσχαρος, ένιωθα στην αρχή αμήχανα. Περνούσα την ώρα μου σιωπηλός, μες στο καβούκι μου, για να μην ενοχλώ. Κοιτάζοντας τα ράφια, εντυπωσιάστηκα από μια μεγάλη αντίθεση: το βιβλιοπωλείο ήταν βιβλιοχαρτοπωλείο –πώς να επιβιώσει καθαρό βιβλιοπωλείο σε μια επαρχία;– αλλά τα βιβλία που έβλεπα ήταν κυρίως δοκίμια, πολιτικά κείμενα, «βαριά» λογοτεχνία. Κυρίως Θεμέλιο, αλλά και Κέδρος, Μπουκουμάνης, Σύγχρονη Εποχή, Κάλβος, Οδυσσέας κ.λπ.

Οφείλω ευγνωμοσύνη στη στιγμή που ο Γιάννης, βλέποντάς με να κοιτάζω και να μισανοίγω συχνά τα βιβλία, μου είπε: «Άμα θες να διαβάσεις κανένα, πες μου το». Ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό, στο σπίτι μας βιβλία δεν υπήρχαν και οι γονείς μου δεν είχαν χρήματα που να επιτρέπουν τέτοιου είδους χαρτζιλίκια. Κι έτσι όταν απάντησα «όχι, όχι, καλά», εκείνος, χαμογελαστός όπως πάντα, με τη μεγάλη του μουστάκα και τη μπάσα φωνή, επέμεινε: «Δημητράκη, μη σε γνοιάζει, θάν το διαβάσεις προσεχτικά και θα μου το φέρεις πίσω». Αισθάνθηκα (μάλλον, έτσι το ερμήνεψα με τα χρόνια) εκείνα τα λόγια σαν μια συνωμοσία δύο ανθρώπων απέναντι στις δυσκολίες του κόσμου, σαν δυνατότητα να τρυπηθεί ο απάνθρωπος μανδύας της φτώχειας, τα εφτά πετσιά της αμάθειας.

Μου έδωσε την Κοιλάδα των δακρύων και ύστερα ό,τι ήθελα: ένας παράδεισος. Ο κόσμος μού ήταν ακόμα κλειστός και κάθε σελίδα που διάβαζα, –ό,τι καταλάβαινα, πολύ λίγα, οπωσδήποτε– ήταν στα χέρια μου σαν ένα δροσερό καρπούζι τον Αύγουστο, σαν μια νότα μουσικής που σε κυριεύει: κι έτσι αρχίζεις και γίνεσαι άνθρωπος. Δαρβίνος, Έρμαν Έσσε, Ράιχ, δοκίμια διαφωτιστικά / αυτοβιογραφικά του Αινστάιν, Μαρκούζε, Φρόιντ, Φρομ, Μαρξ, Ένγκελς… Ποιος ξέρει τι και πόσα καταλάβαινα... Αλλά, ο Γιάννης ήταν ανάμεσα σε κείνους που μου έδωσαν έγκαιρα και ανυστερόβουλα ένα χέρι για να αλλάξω τη ζωή μου. Πώς το ξεχνάει κανείς αυτό;

Ο Γιάννης ήταν πολύ καλός συζητητής, «κουβεντιαστής», όπως λέμε στο χωριό μας, δεν έκρυβε τις ιδέες του: ήταν περήφανος ΚΚΕ Εσωτερικού, σε μια εποχή και σε μια Ζάκυνθο που αυτό ακουγόταν μεταξύ γραφικότητας και εκζήτησης, πολύ συχνά αιτία χλευασμού από τους «ρεαλιστές»: ήταν τα χρόνια της λαίλαπας του ΠΑΣΟΚ. Πάνω στο γραφείο κάθε μέρα απλωμένη η Αυγή, να μιλάει στο τηλέφωνο για πολλά και για το Κόμμα. Κάποια στιγμή έμαθα για τον αδελφό του, τον Παύλο «τον Κανέλλο», τον Παύλο Κλαυδιανό, στέλεχος τότε (αν θυμάμαι καλά, μέλος της ΚΕ) του ΚΚΕ Εσωτερικού, μυθικό και σεβαστό όνομα στη Ζάκυνθο, για τα απάνθρωπα βασανιστήριά του επί Χούντας. Άκουγα τον Γιάννη συχνά να μιλάει με τον Παύλο για τις αποφάσεις του Κόμματος, να ασκούν κριτική σε κομματικές ανακοινώσεις, σε καθυστερημένες αντιδράσεις σε θέματα τρέχουσας πολιτικής. Παράξενα δεν ήταν αυτά για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα; – έτσι αναρωτιόμουν τότε, με τα λίγα που ήξερα. Εκεί πρωτοάκουσα στα σοβαρά για το ΚΚΕ Εσωτερικού και άρχισα σιγά σιγά να διαβάζω και να ενημερώνομαι καλύτερα, «να πηγαίνω προς το Κόμμα».

Και εδώ έρχεται το δεύτερο μάθημα ζωής που οφείλω –και δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ– στους δύο Κανέλλους. Κάποια μέρα ήρθε ο μυθικός Παύλος, με την ωραία του γενειάδα, στο βιβλιοπωλείο. Στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή ήτανε ένα «σύμβολο», ένας από κείνους που έφτιαχναν με το σώμα τους την ιστορία μας, τον έβλεπα όπως λέει το τραγούδι: «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα, που ανέμιζε ο αγέρας στα ζερβά»… Αλλά, ήταν και ένας άνθρωπος του Κόμματος – γι’ αυτό και δεν περίμενα ποτέ αυτό που μου είπε όταν μιλήσαμε: «Ο Γιάννης μού λέει ότι θέλεις να γραφτείς στο Κόμμα. Αυτό για μένα και για μας είναι πολύ καλό. Θέλω να σου πω μόνο ένα πράγμα: αν ποτέ αισθανθείς ότι οι αρχές του Κόμματος δεν σε ικανοποιούν, δεν σε εκφράζουν πια, να ξέρεις ότι είσαι πάντα ελεύθερος να φύγεις: να ακούς πάντα τη συνείδησή σου». Αυτό εγώ το κράτησα ως μια γλυκιά γεύση ελευθερίας, ως μια ελπίδα ότι αν δεν υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα, υπάρχει πάντα ελπίδα για τους ανθρώπους…

Δεν ξέρω πόσα από αυτά θυμάται τώρα ο αγαπημένος μου Παύλος, ένας από τους πιο φωτεινούς ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου, αλλά ο Γιάννης δεν θυμάται τίποτα τώρα πια: σήμερα έμαθα ότι πέθανε στο χωριό μας, την Κυριακή που μας πέρασε, μετά από άδικα χτυπήματα στα τελευταία χρόνια. Δεν ξέρω πώς, αλλά για μένα έτσι είναι: οι θάνατοι οριοθετούν τις πατρίδες μου, και οι πατρίδες μου είναι πολλές, είναι μαθήματα, ανθρώπινες μνήμες και ανθρώπινος κόπος, όχι τοπικισμοί και ιδεολογήματα. Κι αν είναι αλήθεια ότι η μόνη μετά θάνατον ζωή είναι η μνήμη των ζωντανών, ο Γιάννης «ο Κανέλλος» (μαζί με μερικούς ακόμα) θα ζει μαζί μου όσο ζω, για όλα τα παραπάνω, γιατί χωρίς να το ξέρει, μου έδωσε μια καλή σπρωξιά για τη ζωή. Είμαι σίγουρος ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα.

 

 

Ανάρτηση στο λογαριασμό του Δημήτρη Αρβανιτάκη στο facebook που θέλαμε οπωσδήποτε να την αναπαράξουμε για παραπάνω από έναν λόγους. Και.. είμαστε σίγουροι ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για εμάς.

 

Δημήτρης Αρβανιτάκης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet