Πλησιάζοντας προς τις εκλογές της 3ης Απριλίου στη Σερβία, ο καθηγητής στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας και Πολιτικής Θεωρίας Φιλίπ Μπαλούνοβιτς μιλάει στην «Εποχή» για τους λόγους στους οποίους οφείλεται το μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, το μετατοπισμένο προς τα δεξιά πολιτικό σκηνικό και την επόμενη ημέρα.

 

 

Τι περιμένεις από τις εκλογές της 3ης Απριλίου;

Περιμένω μεγάλης κλίμακας χειραγώγηση και κλοπή ψήφων. Αυτό δεν σημαίνει μόνο την άμεση εξαπάτηση κατά την καταμέτρηση των ψήφων, αλλά και τις πιέσεις, τους εκβιασμούς και την εξαγορά των ψήφων τόσο πριν από τις εκλογές, όσο και την ημέρα της διεξαγωγής τους. Το σύστημα είναι διεφθαρμένο από την κορυφή μέχρι τα κάτω και οι εκλογές δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτό. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκλογές, που έγιναν εν μέσω της πανδημίας του 2020, αυτή τη φορά θα συμμετέχει το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης, οπότε ο μεγάλος αριθμός των εκλογικών αντιπροσώπων θα κάνει πιθανώς πιο ορατές τις παρατυπίες. Αλλά αυτό θα αποκαλύψει μόνο την προφανή παραβίαση της ελεύθερης βούλησης των πολιτών, ενώ άλλα μέσα, όπως ο εκφοβισμός και ο εκβιασμός των ανθρώπων, καθώς και η εξαγορά των ψήφων, θα παραμείνουν κρυφά. Ταυτόχρονα, ακόμη και τις παρατυπίες που θα εντοπιστούν στη διάρκεια της ψηφοφορίας και θα δημοσιοποιηθούν, θα τις επιληφθούν τα ισχυρά φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ και θα τις διαστρεβλώσουν ή θα τις αποκρύψουν από τον κόσμο. Έχοντας αυτό υπόψη, το καλύτερο σενάριο μετά από τις εκλογές θα είναι το καθεστώς να έχει χάσει κάποια εξουσία σε τοπικό επίπεδο, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει μερικές ρωγμές στη μέχρι τώρα απόλυτη εξουσία του. Αν δεν γίνει κάποιο θαύμα, η πτώση του Βούτσιτς δεν θα γίνει τώρα. Υπάρχει, ωστόσο, μια πιθανότητα να ξεκινήσει μια «μακρά πορεία» προς την πτώση του τα επόμενα χρόνια.

 

Πώς είναι τα πράγματα δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές;

Το πολιτικό σκηνικό είναι μετατοπισμένο στα δεξιά. Όπως όλες οι άλλες μετασοσιαλιστικές χώρες, η Σερβία ισορροπούσε μεταξύ (νεο)φιλελεύθερων και συντηρητικών αφηγήσεων από τη δεκαετία του 1990 μέχρι το 2012, όταν το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) του Βούτσιτς ανέβηκε στην εξουσία. Όπως και σε άλλες αυταρχικές χώρες, για παράδειγμα την Τουρκία, τη Ρωσία ή την Ουγγαρία, από το 2012 και μετά έχουμε ένα πολιτικό προϊόν «3 σε 1», τον αυταρχικό συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό. Τα τελευταία δέκα χρόνια η πολιτική και η κοινωνική σφαίρα έχουν υποφέρει από την έλλειψη ουσίας, δεδομένου ότι οι συζητήσεις διεξήχθησαν κυρίως μέσω ενός διπόλου, είτε υπέρ είτε κατά του αυταρχικού κυβερνήτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει καταστεί σχεδόν αδύνατο να προωθηθεί μια κριτική που θα ξεπερνούσε την κριτική στον Βούτσιτς. Η αντιπολίτευση απλώς δεν μπορεί να πάει κόντρα στον εαυτό της, αφού και η συστημική, αλλά και μια πιο ριζοσπαστική, κριτική θα την ξεπερνούσε. Η επιλογή που δίνεται στους πολίτες στις εκλογές της 3ης Απριλίου δεν είναι μόνο κακή, αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι και παραπλανητική. Η ψευδαίσθηση είναι ότι ψηφίζοντας κάποιος υπέρ ή κατά του SNS, παίρνει μια απόφαση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά οράματα ή συστήματα αξιών. Στην πραγματικότητα, όμως, η ψήφος κατά του SNS είναι μόνο ενάντια στον αυταρχισμό, ενώ τα ζητήματα του δεξιού εθνικιστικού λόγου και του νεοφιλελευθερισμού πιθανότατα θα παραμείνουν ανέπαφα. Ο κύριος αντίπαλος του Βούτσιτς είναι ο στρατηγός Ζντράβκο Πόνος, ο οποίος προέρχεται από το δεξιό Λαϊκό Κόμμα και είναι ένας «αξιοπρεπής συντηρητικός» που θα προσελκύει ψήφους από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, κυρίως επειδή δεν είναι Βούτσιτς. Αλλά και οι άλλοι υποψήφιοι, καθώς και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα, προέρχονται κυρίως από το δεξιό φάσμα.

 

Πώς ερμηνεύεις το μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα που έχει ο Βούτσιτς;

Η δύναμή του βασίζεται σε μια καθαρά πελατειακή δομή, βασισμένη στο συμφέρον, στο φόβο, στις ψεύτικες υποσχέσεις και στους στενούς δεσμούς με το οργανωμένο έγκλημα. Ταυτόχρονα, η λατρεία και η αύρα που χτίστηκε προσεκτικά τα τελευταία δέκα χρόνια γύρω από το πρόσωπό του, έχει πείσει κάποιους ότι είναι, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον πιο έντιμος, πιο εργατικός και πιο αξιόπιστος από όλους τους άλλους. Δίνει μεγάλη προσοχή στις δημοσκοπήσεις και παραμένει σε καθημερινή επαφή όχι με τον λαό, αλλά με αυτό που εκείνος θεωρεί ότι περιμένει ο λαός από αυτόν. Φυσικά, αυτή η στρατηγική είναι αδύνατο να εφαρμοστεί χωρίς τα τεράστια χρηματικά ποσά που δίνονται στα πρακτορεία μάρκετινγκ. Έτσι, ξέρει τι να πει και πότε, αφού η τεχνική της διακυβέρνησής του είναι μελετημένη και προσεκτικά σχεδιασμένη. Περιλαμβάνει επίσης τον ισχυρό κίτρινο Τύπο και την κίτρινη τηλεόραση, η οποία κάνει την πιο φθηνή προπαγάνδα που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν θα ήταν υπερβολή να την συγκρίνουμε με την τηλεόραση της Βόρειας Κορέας.

 

Πώς βλέπεις τον MORAMO (σ.σ.: πρασινοκόκκινος συνασπισμός που δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο); Ποιες είναι οι εκλογικές του προοπτικές και τι δυνατότητες θεωρείς ότι έχει για να προωθήσει μια εναλλακτική λύση απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική;

Ο MORAMO είναι η μόνη εξαίρεση στο προαναφερθέν πολιτικό κλίμα. Δεν είναι ο πιο προοδευτικός πολιτικός σχηματισμός, είναι όμως ο μόνος στην πολιτική σκηνή. Η ιστορία του πιο σημαντικού τμήματός του, του Don’t Let Belgrade D(r)own (Μην αφήνετε το Βελιγράδι να πνιγεί), είναι η ιστορία των αγώνων πολλών ακτιβιστών ενάντια στα επιβλαβή και διεφθαρμένα έργα στο Βελιγράδι, όπως στο Belgrade Waterfront (σημ: φαραωνικό έργο στη δεξιά όχθη του ποταμού Σάβα). Πρόσφατα ένωσαν τις δυνάμεις τους με πράσινους ακτιβιστές και άλλες πολιτικές οργανώσεις, όπως αυτή που ηγείται ο πρώην δήμαρχος της πόλης Σάμπατς. Ωστόσο, η μόνη ξεκάθαρη αριστερή ομάδα, με την παραδοσιακή έννοια, σε αυτόν τον συνασπισμό, είναι μια μικρή πολιτική πλατφόρμα που ονομάζεται «Αλληλεγγύη», που είναι μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι αποχώρησαν από το Κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς που αποδείχθηκε μια σεχταριστική αριστερή οργάνωση. Ο MORAMO χαρακτηρίζεται ως ένας «πράσινος–αριστερός» συνασπισμός, όπου η Αριστερά όμως είναι πραγματικά υποταγμένη στους πράσινους (και φιλελεύθερους, πρέπει να πούμε). Σήμερα ο MORAMO είναι μακράν η μόνη προοδευτική πολιτική οντότητα που έχει η Σερβία. Από τη μια πλευρά, όμως, έχουν περιορισμούς που τους εμποδίζουν να διαχωριστούν από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, τουλάχιστον τη φιλελεύθερη διάστασή του. Από την άλλη πλευρά, οι αγώνες τους για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, για την προώθηση της πράσινης πολιτικής, καθώς και του αντιεθνικισμού, μπορούν να κάνουν καλό στη χώρα. Το αν αυτό το «καλό» έχει τη δυνατότητα να γίνει «πολύ καλό», δεν εξαρτάται μόνο από αυτούς, αλλά και από άλλους παράγοντες, εγχώριους και διεθνείς.

 

Ποιες είναι οι προκλήσεις για την κοινωνία των πολιτών και τα κοινωνικά κινήματα για την επόμενη ημέρα;

Η πρόκληση για την κοινωνία των πολιτών είναι πρώτα απ’ όλα η πλήρης απεξάρτησή της από τα ιδρύματα και τους χορηγούς που συνήθως υπαγορεύουν τις δραστηριότητές της. Η κοινωνία των πολιτών σήμερα δείχνει ότι δεν είναι σε θέση να βγει από αυτό το πλαίσιο, προφανώς σχεδιασμένο για άλλες κοινωνίες και για άλλα συμφέροντα. Όσον αφορά τα κοινωνικά κινήματα, ο ρόλος τους, όπως και οπουδήποτε αλλού, είναι σημαντικός γιατί μπορούν να ωθήσουν τις προοδευτικές πολιτικές οργανώσεις όσο το δυνατόν περισσότερο προς την ουτοπία και μακριά από τη ρεαλιστική πολιτική. Να σημειώσω επίσης ότι στη Σερβία τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν συχνά εύκολο στόχο για πολιτική χειραγώγηση και ενσωμάτωση, αλλά όχι πάντα. Το οικολογικό κίνημα που εμφανίστηκε πρόσφατα έκανε κάποια απροσδόκητα πράγματα, όπως το να σταματήσει, ή τουλάχιστον να αναβάλει, την εκμετάλλευση του λιθίου από τη διαβόητη εταιρεία Rio Tinto. Αν οι εκλογές φέρουν ακτιβιστές από τον MORAMO στους θεσμούς, η κύρια πρόκληση θα είναι να διατηρηθεί κάποια ενέργεια και για τον εξωθεσμικό αγώνα. Χωρίς «τον δρόμο» τα πράγματα στη Σερβία απλά δεν μπορούν να αλλάξουν, ειδικά όχι προς το καλύτερο.

 

Δημήτρης Γκιβίσης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet