Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

Έρχεται στη δημοσιότητα πληθώρα δημοσκοπήσεων. Ποια είναι η εικόνα που σχηματίζεις από όλα αυτά τα στοιχεία;

Με βάση τα αριθμητικά δεδομένα, το προβάδισμα της ΝΔ φαίνεται για την ώρα να διατηρείται, παρά το γεγονός ότι μετά το καλοκαίρι η επιρροή της υποχωρεί όλο και περισσότερο σε σχέση με την εκλογική επίδοση του 2019, με απώλειες που φαίνεται να υπερβαίνουν πια τις 5 μονάδες ή και παραπάνω. Η φθορά της βέβαια καταγράφεται ακόμα περισσότερο στα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων, με τη διαμόρφωση ενός συνεχώς διογκούμενου αντικυβερνητικού ή αντιΝΔ ρεύματος. Από την άλλη πλευρά, τα ποσοστά αποδοχής ή θετικής αξιολόγησης του κυβερνητικού έργου, παρότι μειοψηφικά εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο στο σύνολο του εκλογικού σώματος, τουλάχιστον σε επιμέρους ζητήματα παραμένουν αρκετά υψηλά για τα δεδομένα της ως τώρα κυβερνητικής της θητείας (ανώτερα του 30% ή ακόμα και του 35%). Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, τους τελευταίους μήνες είναι γεγονός ότι δείχνει σημάδια ανασυγκρότησης της προηγούμενης εκλογικής του βάσης, του 2019, με αύξηση της συσπείρωσής του και με περιορισμό των διαρροών που προηγουμένως εμφάνιζε, αλλά με χαρακτηριστική ακόμα τη δυσκολία απεύθυνσής του σε ευρύτερα κοινά και κυρίως προς τον κεντρώο πολιτικό χώρο. Για αυτό και η μη είσπραξη της αντικυβερνητικής διαμαρτυρίας παραμένει βασική του αδυναμία. Στο παραπάνω τοπίο έχει εμφιλοχωρήσει βεβαίως ο παράγοντας ενίσχυσης του ΚΙΝΑΛ, το οποίο διατηρείται ακόμα σε ποσοστά σαφώς αυξημένα σε σχέση με το 2019, αντλώντας σχεδόν ισοδύναμα από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και διεκδικώντας σταθερά τον ρόλο ενός διακριτού τρίτου πόλου.

 

Πώς αποτυπώνεται το αντιΝΔ ρεύμα;

Βλέποντας αναλυτικά τα στοιχεία στους ψηφοφόρους των διαφόρων κομμάτων, η καταδίκη της κυβερνητικής πολιτικής και το συνακόλουθο αντικυβερνητικό ρεύμα καταγράφονται πλέον κυρίαρχα όχι μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε όλον τον χώρο της ήσσονος αντιπολίτευσης, καθώς επίσης και σε ένα μεγάλο μέρος των αναποφάσιστων. Τείνει δε να αντισταθμίσει πλήρως το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα, που αποτέλεσε τον κύριο παράγοντα της επικράτησης της ΝΔ το 2019, το οποίο μεν υποχωρεί, αλλά παραμένει ακόμα υπαρκτό. Στη διελκυστίνδα αυτών των δύο ρευμάτων φαίνεται πλέον να βρίσκονται οι ψηφοφόροι του ΚΙΝΑΛ, οι οποίοι αυτή τη στιγμή εξακολουθούν να εκφράζουν μια σημαντική ανοχή ή αποδοχή προς την κυβέρνηση, σε επίπεδα του 40%, εμφανώς όμως μειωμένα σε σύγκριση με τα αντίστοιχα πριν το καλοκαίρι, όπου ξεπερνούσαν ακόμα και το 60%. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, το βασικό στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να καταφέρει να αναδειχθεί στον βασικό εκφραστή αυτού του αντιΝΔ ρεύματος, όπως αντίστοιχα είχε πετύχει η ΝΔ για το αντιΣΥΡΙΖΑ το 2019, κάτι που όμως διαμορφώνεται ακόμα με αργούς ρυθμούς.

 

Η αυτοδυναμία, που είναι και στόχος της ΝΔ στις δεύτερες εκλογές μπορεί να επιτευχθεί;

Στις επόμενες εκλογές, που θα διεξαχθούν με το σύστημα της απλής αναλογικής, η συγκρότηση κυβερνητικής πλειοψηφίας απαιτεί συνεργασία κομμάτων που να αθροίζουν τουλάχιστον το 45% των ψήφων, εφόσον υπολογιστεί ότι ένα 10% περίπου θα μείνει εκτός βουλής. Υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτός ο στόχος είναι δύσκολο να επιτευχθεί μόνο με δύο κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ), με αποτέλεσμα η όποια πιθανή κυβερνητική λύση να μην φαντάζει βιώσιμη. Σε περίπτωση λοιπόν επανάληψης των εκλογών, η νέα αναμέτρηση θα αποκτήσει χαρακτήρα επαναληπτικού γύρου, οδηγώντας σε πόλωση και περαιτέρω ενίσχυση των δύο ισχυρότερων κομμάτων, γεγονός που θα φέρει τη ΝΔ πιο κοντά στην αυτοδυναμία, χωρίς όμως η επίτευξή της να είναι καθόλου βέβαιη. Άλλωστε, σε ένα τέτοιο σενάριο επανάληψης των εκλογών, η τελική ισορροπία των δύο αντιρευμάτων που περιγράψαμε προηγουμένως θα αποκτήσει ίσως καθοριστική σημασία, καθώς η αντισυσπείρωση, η λεγόμενη «αρνητική ταύτιση», ενδέχεται να αναδειχθεί στο κυρίαρχο κριτήριο ψήφου. Αυτό το στοιχείο, μπορεί μάλιστα υπό συνθήκες, να αποτελέσει τη βασική ευκαιρία ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον μέχρι τότε το αντιΝΔ ρεύμα έχει επικρατήσει πλήρως του αντιΣΥΡΙΖΑ και φυσικά εφόσον η ανατροπή αυτή φαντάζει αριθμητικά εφικτή από το αποτέλεσμα των πρώτων εκλογών.

 

Ποια είναι τα ζητήματα εκείνα που απασχολούν τον κόσμο και ενδέχεται να επηρεάσουν την εκλογική του συμπεριφορά;

Το πρόβλημα της ακρίβειας και η περαιτέρω έντασή της λόγω του πολέμου στην Ουκρανία έχουν αυτή τη στιγμή πλήρως επικαλύψει την πανδημία, η οποία για δύο χρόνια περίπου αποτελούσε το κύριο θέμα στην ατζέντα του κομματικού ανταγωνισμού, συνιστώντας όμως ένα περισσότερο διαχειρίσιμο πεδίο για την κυβέρνηση, παρόλες τις πολλαπλές αστοχίες και παλινωδίες της στο συγκεκριμένο ζήτημα. Με τη συνδρομή και των ΜΜΕ, το αφήγημα της επιτυχούς διαχείρισης ή τουλάχιστον της μη υπέρβασης των ορίων, σε συνδυασμό και με τη διατήρηση των οικονομικών μεγεθών, αποδείχθηκε μάλλον πειστικό για ένα μέρος του εκλογικού κοινού, ενδεχομένως ευρύτερο και από το στενό κομματικό ακροατήριό της ΝΔ, συγκαλύπτοντας ωστόσο αντικειμενικά πραγματολογικά στοιχεία, όπως την εμφάνιση στη χώρα αναλογικά του υψηλότερου αριθμού θανάτων ανά την Ευρώπη τον τελευταίο χρόνο. Παράλληλα, η επικράτηση του συναισθήματος του φόβου σε μακρά διάρκεια δημιουργούσε εν πολλοίς τους όρους πειθαρχίας στην κυβερνητική πολιτική. Η έκρηξη της ακρίβειας από την άλλη, έχει δείξει ότι θα μπορούσε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα ραγδαίας αμφισβήτησης μιας τέτοιας επικοινωνιακής διαχείρισης, διογκώνοντας συναισθήματα όπως η αγανάκτηση και η οργή, σε συνδυασμό με τη χαρακτηριστική κυβερνητική αδράνεια στην αντιμετώπιση του προβλήματος όλους τους προηγούμενους μήνες. Εντούτοις, το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία ενδέχεται και πάλι να ενισχύσει το νέο κυβερνητικό αφήγημα, απόδοσης των αιτιών της ακρίβειας πρωτίστως σε εξωγενείς παράγοντες και στη διεθνή συγκυρία. Παρόλα αυτά, η μετάβαση από την πανδημία στην ακρίβεια συνθέτει πλέον ένα καθεστώς κόπωσης του εκλογικού σώματος, η επίδραση του οποίου μένει να αξιολογηθεί.

 

Βλέπεις να ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας της ΝΔ για να προκηρύξει εκλογές άμεσα;

Προφανώς, ένας λόγος για μια τέτοια απόφαση θα ήταν να προλάβει την περαιτέρω κυβερνητική φθορά, κυρίως λόγω της νέας έκρηξης της ακρίβειας που προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει διακηρύξει σε κάθε τόνο ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, που μια τέτοια ξαφνική επίσπευση χρειάζεται ένα πολύ πειστικό επιχείρημα. Η ίδια η ακρίβεια, άλλωστε, καθώς και μια ενδεχόμενη επανάκαμψη της πανδημίας, μάλλον ως αντεπιχειρήματα θα λειτουργούσαν, ειδικά ενώπιον ενός ενδεχομένου διπλών εκλογών, που μπορεί να οδηγήσει σε περιπέτεια ακυβερνησίας, τουλάχιστον για ένα δίμηνο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επίσπευση μπορεί να θεωρηθεί ανεύθυνη κίνηση απόδρασης, λειτουργώντας αντίστροφα, ως «μπούμεραγκ» εναντίον του κυβερνώντος κόμματος.

 

Η ακρίβεια είναι προνομιακό πεδίο για τον ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει αντιπολίτευση; Δεν φαίνεται δημοσκοπικά να καρπώνεται τη φθορά της ΝΔ.

Ναι μεν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, όπως έχει κάνει και σε άλλα ζητήματα στο παρελθόν, οι προτάσεις αυτές ωστόσο φαίνεται συχνά να προσκρούουν στο ερώτημα της αξιοπιστίας του πολιτικού του λόγου. Άλλωστε, η εμπειρία της διακυβέρνησής του, όπως φυσικά ασκήθηκε στα στενά περιθώρια του μνημονίου, δεν τον έχει καταστήσει στη συνείδηση του εκλογικού σώματος εγγυητή μιας ευρείας φιλολαϊκής κοινωνικής πολιτικής, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις του υπέρ συγκεκριμένων ευάλωτων ομάδων (π.χ. των Ανέργων) και παρότι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα εξακολουθούν να αποτελούν το θετικότερα διακείμενο προς αυτόν ακροατήριο. Αντίθετα, βασικές επιτυχίες του κυβερνητικού του έργου δεν έχουν προβληθεί επαρκώς, με κυριότερη ίσως τη δημοσιοοικονομική εξυγίανση, η οποία άλλωστε αποτέλεσε και τη βάση της κοινωνικής πολιτικής και των μέτρων οικονομικής ενίσχυσης που λήφθηκαν στη συνέχεια από την κυβέρνηση της ΝΔ μέσα σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας. Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν και να προβληθούν μόνο μέσα από έναν εκτενή δημόσιο απολογισμό της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, που μέχρι τώρα έχει μάλλον αποφευχθεί συστηματικά.

 

Ως προς τον πόλεμο, έγινε φανερό πως η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, με τη ΝΔ να παρέχει ακόμα και οπλισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ να επιμένει στην κατεύθυνση της ειρήνης. Πώς επηρεάζει τον πολιτικό κύκλο αυτός ο παράγοντας;

Η σαφής αντιρωσική τοποθέτηση της ΝΔ έχει δημιουργήσει αρκετά φαινόμενα έντασης στο δημόσιο λόγο, εναντίον όσων τηρούν μια πιο ουδέτερη στάση, ακόμα κι αν αυτή αρθρώνεται πρωτίστως ως αντιπολεμική. Η ένταση αυτή όμως δεν είναι εύκολο να αποτελέσει στοιχείο της κεντρικής πολιτικής διαμάχης, αφού συναισθήματα συμπάθειας προς τη Ρωσία, παρότι συχνά εμφορούμενα από παραδοσιακές πλέον αντιαμερικανικές ή αντινατοϊκές αντιλήψεις, είναι υπαρκτά στην ελληνική κοινωνία και φαίνεται να διατέμνουν οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους, ακόμα και τη ΝΔ και τη συντηρητική παράταξη γενικότερα. Η δε απόφαση αποστολής εξοπλισμού στην Ουκρανία, φάνηκε προς στιγμή να δημιουργεί επιπλέον κραδασμούς στην αποδοχή της κυβέρνησης, ειδικά ενώπιον του κινδύνου ανάδειξης της Τουρκίας στον βασικό διπλωματικό παράγοντα στην γεωγραφική μας περιοχή. Τάση που ωστόσο επιχειρήθηκε να αναστραφεί σχεδόν άμεσα, με την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Κωνσταντινούπολη, σε συνδυασμό και με τις ατελέσφορες ειρηνευτικές διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν στην Αττάλεια.

 

Το ΚΙΝΑΛ εμφανίζεται ως ο τρίτος καθοριστικός παίκτης στο πολιτικό παιχνίδι. Η δυναμική του κάμπτεται;

Παρότι έχουν καταγραφεί κάποιες ενδείξεις μικρής δημοσκοπικής κάμψης, για την ώρα φαίνεται ότι αντέχει. Άλλωστε, η ιδεολογική τοποθέτηση του ΚΙΝΑΛ ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα δείχνει να λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως «χωροταξικό» πλεονέκτημα, σε μια εποχή που ο κεντρώος ιδεολογικός χώρος συγκεντρώνει και πάλι μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε κατά την τελευταία δεκαετία της οικονομικής κρίσης και ειδικά στα πρώτα χρόνια της. Επιπλέον, η διεξαγωγή των αμέσως επόμενων εκλογών χωρίς μπόνους για το πρώτο κόμμα συνιστά «πολιτική ευκαιρία» για το ΚΙΝΑΛ, καθώς αφενός μειώνει τον δικομματικό ανταγωνισμό μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, αφετέρου τού επιτρέπει να διεκδικεί τον ρόλο του ρυθμιστικού παράγοντα. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τη διακηρυγμένη θέση της ΝΔ υπέρ της αυτοδυναμίας, που δεν εγείρει ενώπιον του ένα πραγματικό δίλημμα ως προς την επιλογή εταίρου για κυβερνητική συνεργασία, την οποία πιθανότατα θα είχε κάθε λόγο να αποφύγει πριν το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα. Φυσικά, η προοπτική επανάληψης των εκλογών με την επαναφορά του πλειοψηφικού μπόνους είναι δυνατό να αντιστρέψει όλες τις παραπάνω ευνοϊκές συνθήκες για το ΚΙΝΑΛ, δημιουργώντας όρους πολιτικής και εκλογικής συμπίεσής του, ειδικά ενόψει του φάσματος μη επίτευξης αυτοδυναμίας.

 

 

Ο Παναγιώτης Κουστένης είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης 

 

 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet