Θα αρκούσε μια συρραφή δηλώσεων τόσο του Κυριάκου Μητσοτάκη, όσο και κορυφαίων στελεχών της κυβερνητικής παράταξης, για να αποδειχθεί όχι μόνο η απόσταση που τους χωρίζει από την πραγματική ζωή και την καθημερινότητα των πολιτών, όχι μόνο η προκλητική σιγουριά τους πως ό,τι κι αν πουν αχός δεν πρόκειται να σηκωθεί, αφού η ασυλία τους από την πλειονότητα των συστημικών ΜΜΕ καλά κρατεί, όχι μόνο για να καταδειχθεί η εμμονή τους στο νεοφιλελεύθερο δόγμα, παρά τις τεκτονικές αλλαγές που ο πόλεμος στην Ουκρανία επιφέρει, όσο κυρίως για να επιβεβαιωθεί η απόλυτη κυριαρχία της επικοινωνίας έναντι της πολιτικής.

 

Είναι εντυπωσιακό το πώς το πρωθυπουργικό επιτελείο υπακούει, σχεδόν τυφλά, στις εντολές των επικοινωνιολόγων του Μαξίμου και πώς ακόμη και οι πιο εξόφθαλμες αστοχίες –αν και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια πολύ πιο βαριά έκφραση– δια στόματος του πρωθυπουργού, πλασάρονται ως κανονικότητα και εντάσσονται στη φιλοτέχνηση ενός πρωθυπουργικού προφίλ, που τίποτα δεν επιτρέπεται να το αποδομήσει.

Μετά την αλήστου μνήμης διαπίστωση πως «η Ελλάδα είναι μία χώρα με καταπληκτική ποιότητα ζωής», ήρθε η προ ημερών δήλωσή του –και μάλιστα σε συνέντευξη Τύπου στη Σύνοδο Κορυφής στις Βερσαλλίες– ότι ο ίδιος έριξε τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου! Επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του ρόλο ρυθμιστή των διεθνών αγορών! Κι αυτό επιδιώχθηκε να πλασαριστεί στην εγχώρια πολιτική σκηνή ως βαρυσήμαντη παρέμβαση, αντάξια του διεθνούς εκτοπίσματος του έλληνα πρωθυπουργού! Τι κι αν ο εκπρόσωπος της Κομισιόν είχε ανακοινώσει, ήδη μία μέρα νωρίτερα, πως η ΕΕ πρότεινε πλαφόν στην τιμή φυσικού αερίου; Την επόμενη ημέρα τα ελληνικά ΜΜΕ «ενημέρωναν» πως «ο Κυριάκος Μητσοτάκης παίρνει πρωτοβουλία για επιβολή πλαφόν στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου». Φυσικά, το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας, μόνο ειρωνικό μειδίαμα –στην καλύτερη περίπτωση– έφερε στα χείλη των αποδεκτών της. Γιατί η αληθινή ζωή, με τους εξωπραγματικούς λογαριασμούς που καλούνται να πληρώσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, είναι εδώ. Και ούτε επιδέχεται καλλωπισμούς, ούτε γνωρίζει από επικοινωνιακά τερτίπια. Όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει ο έλληνας πρωθυπουργός να παρουσιαστεί ότι συμπάσχει, ότι καταλαβαίνει την απόγνωση μπροστά στα ράφια του σούπερ μάρκετ και στις αντλίες της βενζίνης, ότι αντιλαμβάνεται τι σημαίνει να φτάνει ο μισθός για τις 19 μόνο μέρες του μήνα –όπως απέδειξε η έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ. Ακόμα κι αν το κάνει υιοθετώντας παράταιρες, για τον ίδιο, στυλιστικές επιλογές –παρελθόν η γραβάτα και η φρεσκοξυρισμένη εικόνα στο τηλεοπτικό του μήνυμα το βράδυ της Τετάρτης, κατά την ανακοίνωση των μέτρων στήριξης. Επιλογές που δένουν απόλυτα με τις οδηγίες των επικοινωνιολόγων του να εμφανιστεί σαν ο πρωθυπουργός της διπλανής πόρτας.

Πόσο πειστικός, όμως, μπορεί να ακούγεται όταν λέει πως «η δέσμευσή μου να είμαι δίπλα στον πολίτη, ισχύει στο ακέραιο» και φέρνοντας ως παράδειγμα το πώς διαχειρίστηκε η κυβέρνησή του την υγεία, την οικονομία, το μεταναστευτικό; Πόσο δίπλα στον πολίτη είναι μια κυβέρνηση με υπουργούς που δηλώνουν πως «είναι βαρύς ο φόρος στα καύσιμα, τεράστιος, αλλά αυτό δεν αφορά στους φτωχούς, αφού οι φτωχοί, το μεγαλύτερο κομμάτι των συνταξιούχων και πάρα πολλοί άνεργοι, δεν έχουν αυτοκίνητο», όπως δήλωσε ο Θ. Σκυλακάκης; Υπουργούς που ισχυρίζονται πως «η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, θα ευνοήσει αυτούς που έχουν πόρσε και όχι τους φτωχούς», όπως έκανε ο Α. Γεωργιάδης. Ή προβεβλημένα στελέχη που αντιπαρέρχονται ερωτήματα που αφορούν την ακρίβεια και τη φτωχοποίηση των πολιτών, λέγοντας πως «εμείς έχουμε ένα επίπεδο διαβίωσης. Για κάντε σύγκριση με αυτά που έγιναν στο Ιράκ και τη Συρία», όπως απάντησε ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Μανώλης Κεφαλογιάννης.

Κι όμως, όλα αυτά επιχειρείται να ενταχθούν στο αφήγημα περί κανονικότητας. Γιατί όχι, άλλωστε; Με την άνεση της μιντιακής υπεροπλίας, όλα φιλτράρονται. Αναδεικνύονται ή θάβονται κατά το δοκούν, συνθέτοντας μια πραγματικότητα που πόρρω απέχει από την καθημερινή λειτουργία του μέσου πολίτη. Του πολίτη που νιώθει πως διακωμωδούνται οι αγωνίες και οι ζωτικές του ανάγκες, πως απαξιώνεται και περιφρονείται ο αγώνας επιβίωσής του. Του πολίτη που, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νιώθει βαθύτατα προσβεβλημένος όταν ακούει και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Στουρνάρα να λέει πως «τα ελληνικά νοικοκυριά θα αντέξουν την ακρίβεια λόγω των αποταμιεύσεων που έχουν συσσωρεύσει». Μια δήλωση που ακούστηκε μεν, δεν έτυχε ωστόσο της δημοσιότητας που θα έπρεπε, που δεν της δόθηκε η –αντίστοιχη με την αμετροέπειά της– βαρύτητα. Ίσως γιατί μέτρησαν, οι έχοντες την ευθύνη της δημόσιας εικόνας της κυβέρνησης, πως μια τέτοια δήλωση, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και στις συγκεκριμένες συνθήκες, θα μπορούσε να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων. Γι’ αυτό και έπρεπε να περάσει στα «ψιλά».

 

Είναι αλήθεια πως η πληθώρα δημοσιογράφων, επικοινωνιολόγων και ανθρώπων της διαφήμισης που συνωστίζονται τα τελευταία δυόμισι χρόνια στο Μαξίμου, κάνουν δουλειά. Μέσα από έναν επικοινωνιακό καταιγισμό –που έχει πάντα στο επίκεντρό του τον πρωθυπουργό– και με την πολύτιμη αρωγή της πλειονότητας των ΜΜΕ, έχουν καταφέρει να πλασάρουν –σε ένα κοινό μουδιασμένο από την ανασφάλεια, την απαισιοδοξία, τον φόβο και την απογοήτευση– αποκαθαρμένα, όλα τα ψέματα, τις ανακολουθίες, τις αυτοαναιρέσεις και τις ανακρίβειες που χαρακτηρίζουν τον πρωθυπουργικό/κυβερνητικό λόγο. Μόνο που αυτή η αποκλειστική επένδυση στην επικοινωνία δεν αρκεί πια για να συγκαλύψει ευθύνες και ολιγωρίες. Όχι τώρα, που η επιβίωση εκατομμυρίων νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet