Gianfranco Calligarich «Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη», μετάφραση: Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος, 2022

 

«Εξάλλου πάντα έτσι γίνεται. Κάνεις ό,τι μπορείς για να μένεις απομονωμένος, ώσπου μια ωραία πρωία, άγνωστο πώς, βρίσκεσαι στη δίνη μιας ιστορίας που σε παρασύρει μέχρις εσχάτων. Όσο για μένα θα ήμουν ευτυχής αν έμενα αμέτοχος».

Με αυτές τις αινιγματικές και δυσοίωνες φράσεις, που ίσως καθοδηγούν και την ανάγνωση του βιβλίου, ξεκινά το πρώτο μυθιστόρημα του Τζανφράνκο Καλίγκαριτς, «Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη», που δημοσίευσε το 1973 σε ηλικία 26 χρονών, χάρη στην υποστήριξη της Νατάλια Γκίνσμπουργκ που αγάπησε το βιβλίο. Όπως έχει πει ο ίδιος και σε συνέντευξή του, είχε συγκρουστεί με την οικογένειά του, εξαιτίας της φυγοπονίας του που τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει το σχολείο στο οποίο συστηματικά έμενε μετεξεταστέος, παρότι διάβαζε πολλά βιβλία της επιλογής του στη δημόσια Βιβλιοθήκη.

Από το Μιλάνο μετακόμισε στην Ρώμη, ως κακοπληρωμένος ανταποκριτής ενός ιατρικο-λογοτεχνικού περιοδικού που είχε ανοίξει γραφείο εκεί. Μετά από έναν χρόνο, όταν του ζήτησαν να επιστρέψει, γοητευμένος από την πόλη και την ελευθερία που αυτή του πρόσφερε, επέλεξε, παρά την κατάσταση μεγάλης ένδειας, να μείνει στην Ρώμη και να γράψει ένα μυθιστόρημα γι’ αυτήν. «Όταν το τρένο πλησίαζε τον σταθμό της Ρώμης, η καρδιά μου χτυπούσε σαν να με περίμενε μια κοπέλα. Ήταν η πόλη που με περίμενε» έχει πει σε συνέντευξή του. Σε τούτο, ο πρωταγωνιστής, Λέο Γκατζάρα -alter ego του συγγραφέα, με όνομα που παραπέμπει σε αστυνομικές ταινίες και σίριαλ, όπως αυτά που αργότερα θα γράψει ο ίδιος ο Καλίγκαριτς για την τηλεόραση, αλλά και στον Μπεν Γκατζάρα, ηθοποιό φετίχ του Κασσαβέτη-, έχοντας απορρίψει, αναίτια, μια καλή δουλειά στη Rai, τριγυρνά στα μπαρ της Ρώμης: από το Rosati, στην Πιάτσα ντελ Πόπολο, στέκι των συγγραφέων, στις όχθες του Τίβερη, στα καφέ του Πάνθεον ή της Πιάτσα Ναβόνα, όπου έχει αποκτήσει φίλους: «Όλοι άνθρωποι που γυρόφερναν σαν κι εμένα, διανοούμενοι ως επί το πλείστον, με βλέμμα όλο αγωνία και μια έκφραση αδημονίας στο πρόσωπο, όπως εκείνη των προσφύγων. Η Ρώμη ήταν η πόλη μας, μας ανεχόταν και μας κολάκευε, κι εγώ είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως παρά τις περιστασιακές δουλειές, τις βδομάδες πείνας, τα σκοτεινά και γεμάτα υγρασία δωμάτια των ξενοδοχείων –με τα κιτρινισμένα έπιπλα που έτριζαν λες και τα είχε σκοτώσει και απομυζήσει μια ζοφερή ασθένεια του ήπατος– ήταν το μοναδικό μέρος που μπορούσα να ζήσω. [...]». Αν την αγαπήσεις «θα αντικρίσεις καλοκαιρινές βραδιές διάστικτες από φως, ανοιξιάτικα πρωινά που σφύζουν από παλμό [...]. Μα θα αντικρίσεις και τα εκτυφλωτικά σκαλοπάτια της, τα πολύβουα σιντριβάνια της, τους ερειπωμένους ναούς και τη νυχτερινή σιγαλιά των έκπτωτων θεών της, ώσπου ο χρόνος θα χάσει κάθε άλλο νόημα εκτός από το πιο κοινότοπο: να σπρώχνει τους δείχτες των ρολογιών. Έτσι κι εσύ, μέρα με τη μέρα, προσμένοντας, θα γίνεις κομμάτι της. Έτσι κι εσύ θα θρέφεις τούτη την πόλη. Ώσπου μια ηλιόλουστη μέρα, καθώς θα οσμίζεσαι τον άνεμο που έρχεται από τη θάλασσα και θα κοιτάζεις τον ουρανό, θα ανακαλύψεις ότι δεν έχεις τίποτα να περιμένεις». Η Ρώμη μοιάζει να σε υποδέχεται γενναιόδωρα αλλά είναι μια αυταπάτη. Όσοι έχουν ζήσει εκεί το γνωρίζουν αυτό.

Αν στο «La Dolce Vita» (1960), του Φελίνι, η πόλη προβάλλεται μέσα από τις νέες «αξίες» του ιταλικού οικονομικού boom: τον επαγγελματικό κυνισμό, το γκλάμουρ, τη σεξουαλική πρόκληση· κι αν στο «Ecce Bombo» (1978), του Νάννι Μορέτι, η πόλη παρουσιάζεται σατυρικά μέσα από την πολιτική και συναισθηματική σύγχυση των νέων του κινήματος του ’77· στο μυθιστόρημα (1973) του Καλίγκαριτς, οποιαδήποτε νύξη στην πολιτική ή κοινωνική συνθήκη απουσιάζει. Ο απόηχος του ’68 έχει πια χαθεί από τη ζωή, το ’77 μοιάζει ακόμα μακριά, τα πρόσωπά του κινούνται χωρίς στίγμα. Ο Λέο, όταν δεν μένει σε φτηνά ξενοδοχεία, φιλοξενείται σε σπίτια εύπορων φίλων κι εκεί γνωρίζει την Αριάννα, φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής, κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα, η μόνη που, έστω στιγμιαία, καταφέρνει να τον διακινήσει. Σε μια από τις πιο κινηματογραφικές εικόνες του μυθιστορήματος, όπως έχει ειπωθεί, τη στιγμή που στον δρόμο τής εξομολογείται τον έρωτά του, η σακούλα με τα πορτοκάλια που κρατά μια γυναίκα σκίζεται, κι αυτά σκορπίζονται στο πεζοδρόμιο, δίνοντας έτσι στην Αριάννα την αφορμή να κρυφτεί από αυτόν, ενώ ο Λέο βοηθά τη γυναίκα να τα μαζέψει. Η αυτοκτονία του Γκρατσιάνο, αγαπημένου φίλου και συντρόφου στο ποτό του Λέο, και η επιστροφή του τελευταίου στη θάλασσα, η οποία μαζί με τη Ρώμη είναι οι πρωταγωνίστριες του βιβλίου, κλείνουν με τραγικό τρόπο το μυθιστόρημα.

Ο Τζανφράνκο Καλίγκαριτς γεννήθηκε στην Ασμάρα της Ερυθραίας, μεγάλωσε στο Μιλάνο και στη συνέχεια μετακόμισε στη Ρώμη όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και σεναριογράφος πετυχημένων τηλεοπτικών ταινιών, ενώ το 1994 ίδρυσε και το Teatro XX Secolo.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet