Το βρετανικό κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας1, στη «σκληρή» εκδοχή του, συνέβαλε καθοριστικά τη δεκαετία του ‘80 στην εμφάνιση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής για την αναπηρία, που συνίσταται στη διάκριση μεταξύ βλάβης (σωματικοί περιορισμοί) και αναπηρίας (κοινωνικοί περιορισμοί). Από τον αρχικό πυρήνα των υποστηρικτών του, ορισμένοι παρέμειναν προσηλωμένοι στη θεωρητική αφετηρία τους. Άλλοι διεύρυναν τις θέσεις τους, αναστοχαζόμενοι τα όρια της αρχικής επιστημολογικής στάσης, εντάσσοντας στο κοινωνικό μοντέλο τις προσωπικές και σωματοποιημένες εμπειρίες. Στη στροφή προς τη μελέτη της προσωπικής και σωματοποιημένης εμπειρίας, η συμβολή των φεμινιστικών προσεγγίσεων υπήρξε σημαντική, διατυπώνοντας μία προβληματική που στέκεται κριτικά απέναντι σε δυϊσμούς, όπως «σώμα–νους», «φύση–πολιτισμός», που συντηρούν και προάγουν μια ασύμμετρη και ιεραρχική διάρθρωση του φύλου.

Η συνάφεια τόσο του φύλου, όσο και της αναπηρίας με το ανθρώπινο σώμα είναι πολύ στενή, αφού πάνω του αποτυπώνονται όχι μόνο βιολογικές, αλλά και πολιτισμικές και κοινωνικές εμπειρίες. Η εμπειρία της γυναικείας αναπηρίας συνεπάγεται περαιτέρω περιθωριοποίηση ήδη περιθωριοποιημένων έμφυλων υποκειμένων. Το φύλο και η αναπηρία τέμνονται και παράγουν ιδιαίτερους τρόπους θέασης και υποτίμησης των σωμάτων. Αν η κοινωνική θέση εντοπίζεται εκεί όπου τέμνονται οι πολλαπλές ταυτότητες, γιατί να θέτουμε μόνο μία από αυτές στο επίκεντρο της πολιτικής ενασχόλησης;

Μια σειρά από ζητήματα, τα οποία λειτουργούν τόσο αυτοτελώς, όσο και αλληλένδετα (τα στερεότυπα σε σχέση με την αυτοδιάθεση, η βία σε σχέση με τα στερεότυπα, κ.ο.κ.), καθιστούν απαραίτητη την έναρξη μιας συζήτησης όχι μόνο σε επιστημονικό (φεμινιστική θεωρία και σπουδές αναπηρίας), αλλά σε πολιτικό και κινηματικό επίπεδο. Ενδεικτικά:

  • Αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος: Συντηρητικές στάσεις υπονομεύουν το αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα των γυναικών με αναπηρία να αποφασίζουν για το σώμα τους, όπως για το αν θα τεκνοποιήσουν (π.χ. στειρώσεις γυναικών με αναπηρίες, χωρίς τη συναίνεσή τους).
  • Θύματα βίας: Οι γυναίκες με αναπηρίες είναι συχνά θύματα σωματικής ή/και ψυχολογικής βίας από μέλη της οικογένειάς τους, αλλά και από προσωπικό κοινωνικών δομών – φροντιστές. Ειδικά σε περιόδους κρίσης (οικονομικής, προσφυγικής, πανδημίας), οι γυναίκες με αναπηρία επηρεάζονται δυσανάλογα, αφού προκαλείται αύξηση της βίας εναντίον τους.
  • Στερεότυπα και κοινωνική απομόνωση: Εξαιτίας στερεοτύπων αμφισβητείται το δικαίωμα των γυναικών με αναπηρία στην απόκτηση οικογένειας και στη μητρότητα, ενώ συχνά «προστατεύονται» από την εργασία. Επίσης, η έλλειψη κοινωνικών υπηρεσιών υποστήριξης της οικογένειας περιορίζει τις δυνατότητες των γυναικών με αναπηρία και των μητέρων παιδιών με αναπηρία να συνδυάσουν την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή.
  • Κοινωνική τάξη, φύλο και αναπηρία: Η έμφαση στην προσωπική εμπειρία δεν σημαίνει παραμέληση της ταξικής διάστασης, δεδομένου ότι όλα τα παραπάνω ζητήματα δεν μπορούν παρά να σχετίζονται με το θέμα της τάξης (στις 
    χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, η βία και τα στερεότυπα είναι αυξημένης 
    έντασης).

Αν και η έννοια της «διαθεματικότητας» είναι πολύ δημοφιλής τα τελευταία χρόνια σε θεωρητικό ή/και σε διακηρυκτικό επίπεδο, στην πράξη η συσχέτιση φύλου και αναπηρίας παραμένει εκτός των πολιτικών παρεμβάσεων. Οι πολιτικές ισότητας των φύλων αγνοούν ή αντιμετωπίζουν αποσπασματικά την αναπηρία, ενώ και οι πολιτικές για την αναπηρία αγνοούν ή αντιμετωπίζουν αποσπασματικά το φύλο. Αυτή η μονοθεματικότητα εντοπίζεται και σε κινηματικό επίπεδο. Το κάθε κοινωνικό κίνημα (εν προκειμένω το αναπηρικό και το γυναικείο κίνημα) έχει την τάση να προτάσσει τις δικές του αξιώσεις ως πρωτεύουσες με βάση είτε την αναπηρία, είτε το φύλο αντίστοιχα. Ωστόσο, τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν «σημείο συνάντησης ιστοριών, προσωπικών αναγκών και ετερογενών αναπαραστάσεων»2. Η διασύνδεση της οπτικής από φορείς διαφορετικών προσωπικών και σωματοποιημένων εμπειριών προάγει τη διαθεματική γνώση και μπορεί να εμπνεύσει αρχές και αξίες μιας συμπεριληπτικής πολιτειότητας. Η ετερογένεια αντί να θεωρείται απειλή για την εσωτερική συνοχή των κινημάτων, θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα για την οικοδόμηση συμμαχιών.

 

 

Σημειώσεις:

1. Oliver, M. (2009). Αναπηρία και Πολιτική. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

2. Della Porta, D., Diani, M. (2010). Κοινωνικά Κινήματα - Μια εισαγωγή. Αθήνα: Κριτική.

 

Ανθή Χατζηπέτρου Η Ανθή Χατζηπέτρου είναι κοινωνική ανθρωπολόγος. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet