Στις 27 Μαρτίου 2020, στήσαμε την πρώτη κλινική COVID-19 του Ευαγγελισμού, εν μέσω σκληρού λοκντάουν και συναισθηματικής φόρτισης απέναντι σε μια άγνωστη εν πολλοίς νόσο για την οποία δεν υπήρχε ειδική θεραπεία. Ενάμιση μήνα αργότερα, στο τέλος του πρώτου κύματος μετρούσαμε τη νοσοκομειακή μας θνητότητα στο 10,7%, ενώ την ίδια περίοδο σε εθνικό επίπεδο στην Γερμανία ήταν 22%. Το πράγματα είχαν πάει καλά σε μας και στη χώρα συνολικά. Εν τω μεταξύ, είχαμε αποκτήσει εμπειρία και εικόνα των ατελειών μας και είχαμε διδαχθεί πολλά και από άλλες χώρες. Το καλοκαίρι του 2020, γνωρίζαμε σχεδόν όλα όσα θα έπρεπε να κάνουμε για να αυξήσουμε την υγειονομική αντοχή της χώρας. Υπήρξαν επισημάνσεις των κενών και προτάσεις για προετοιμασία. Λίγα έγιναν, τα πολλά δεν έγιναν. Δυο χρόνια μετά την πρώτη επαφή με την πανδημία, επιχειρώ έναν απολογισμό, με εστίαση σε όσα δεν έγιναν, ελπίζοντας να συμβάλω στον αναγκαίο αναστοχασμό και στην αλλαγή πρακτικών.

 

  1. Η πολιτεία δεν ανέλαβε πλήρως την ευθύνη της αντιμετώπισης της πανδημίας. Η ανάθεση κεντρικού ρόλου στη λεγόμενη ατομική ευθύνη, θέση ταιριαστή με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις, κυριάρχησε από το πρώτο κύμα. Παράλληλα, πολύ νωρίς άρχισε να διαμηνύεται ότι η πανδημία «όπου νά ’ναι τελειώνει». Αυτά επέτρεψαν στην κυβέρνηση να λαϊκίσει αποφεύγοντας να δημιουργήσει ισχυρές δομές δημόσιας υγείας και περίθαλψης και να αποδώσει κάθε αποτυχία του κράτους στους πολίτες.

 

  1. Η κυβέρνηση δεν εξέπεμψε σταθερά μηνύματα. Ο επίσημος λόγος καθορίστηκε από συγκυριακές προτεραιότητες. Με πολλαπλές εναλλαγές περάσαμε από τον γενικευμένο πανικό του πρώτου κύματος, στο χαλαρό καλοκαίρι του 2020, μετά στο 2021 και στην υποτίμηση του επερχόμενου κύματος της Όμικρον για να «σωθούν» τα Χριστούγεννα.

 

  1. Η διάθεση πόρων σε μηχανισμούς που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση της πανδημίας είναι αυτονόητη ανάγκη. Ωστόσο, τα χρήματα δεν δόθηκαν για εξοπλισμό και προσωπικό, αλλά κατασπαταλήθηκαν με ποικίλους τρόπους. Για κάποιους η πανδημία ήταν «ευκαιρία».

 

  1. Επιδημιολογική επιτήρηση: Πρέπει κανείς να γνωρίζει το «που και πόσο» της διασποράς προκειμένου να εφαρμόσει έγκαιρα μέτρα ανάσχεσης και να οργανώσει τα νοσοκομεία. Η κλασική επιστημονική μεθοδολογία της επιτήρησης (τεστ ανά τακτά διαστήματα σε επιλεγμένο πληθυσμό) αγνοήθηκε. Ο ΕΟΔΥ, που διαθέτει την τεχνογνωσία, δεν ενισχύθηκε με προσωπικό, ούτε αποκτήθηκε η απαραίτητη εργαστηριακή υποδομή. Αργότερα, η ευθύνη της επιτήρησης αποδόθηκε στους πολίτες, με το self-test, μέθοδο επιστημονικά υποδεέστερή του ελέγχου από εκπαιδευμένο προσωπικό.

 

  1. Ιχνηλάτηση: Δεν υπήρξε προτροπή ούτε εξασφαλίστηκαν οι προϋποθέσεις για άμεσο και δωρεάν εργαστηριακό έλεγχο για κάθε «επαφή», πρόνοια απαραίτητη για τον έλεγχο της διασποράς.

 

  1. Εργαστηριακή διάγνωση (τεστ): Απαραίτητο συστατικό του ελέγχου της πανδημίας είναι η εύκολη και δωρεάν πρόσβαση σε τεστ. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι δημόσιες δομές δεν ενισχύθηκαν για να μπορούν να ελέγξουν όλους και το τεστ ακόμη δεν συνταγογραφείται ώστε να μπορεί κανείς να ελεγχθεί δωρεάν στα ιδιωτικά εργαστήρια. Δεν εξασφαλίστηκε η δυνατότητα διενέργειας μοριακού ελέγχου σε κάθε νομό. Νοσοκομειακοί ασθενείς περίμεναν περισσότερο από 24 ώρες να βγει το αποτέλεσμα, καθώς τα δείγματα ταξίδευαν σε άλλες πόλεις. Αυτό, είχε συνέπειες στην έγκαιρη φροντίδα των ασθενών και ευνόησε την ενδονοσοκομειακή διασπορά του ιού.

 

  1. ΜΜΜ και οι μεγάλοι χώροι εμπορίου και εργασίας αποτελούν κόμβους μετάδοσης του ιού. Δεν υπήρξε μέριμνα για να μειωθεί ο κίνδυνος. Δεν πύκνωσαν τα δρομολόγια των ΜΜΜ, δεν εφαρμόστηκε φιλτράρισμα/καθαρισμός του αέρα, δεν επιτηρήθηκαν οι μεγάλοι χώροι εργασίας.

 

  1. Η εκπαίδευση δεν προστατεύτηκε. Καταφύγαμε αβασάνιστα στο κλείσιμο της εκπαίδευσης με όσα καταστροφικά αποτελέσματα έχει για τα παιδιά και τους νέους. Δεν εξασφαλίστηκε αραίωση (παρά έγινε πύκνωση) των τμημάτων, δεν εξασφαλίστηκε ο καθαρισμός/φιλτράρισμα του αέρα σε κάθε τάξη, δεν έγινε επιτήρηση της μόλυνσης, παρά μόνο τον δεύτερο χρόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας self-test.

 

  1. Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ): Στο πρώτο κύμα τα ιδιωτικά ιατρεία έκλεισαν και προσωπικό από τις δημόσιες δομές μεταφέρθηκε για να καλύψει κενά στα νοσοκομεία. Η ΠΦΥ ήταν στα όρια της ανυπαρξίας. Αργότερα, τμήμα του δυναμικού της δημόσιας ΠΦΥ χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στον εμβολιασμό. Δεν υπήρξε κεντρική πρόνοια για να αναλάβει η ΠΦΥ τηλεφωνικές συμβουλές ή άλλες μορφές τηλεϊατρικής και την κατ’ οίκον ιατρική επίσκεψη. Σε περιόδους έξαρσης, ιδιώτες γιατροί κλήθηκαν στα νοσοκομεία να καλύψουν κενά αντί να φροντίζουν ασθενείς στην κοινότητα. Δεν έγιναν προσλήψεις προσωπικού στη δημόσια ΠΦΥ.

 

  1.  Στα νοσοκομεία του ΕΣΥ: Έγιναν προσλήψεις με συμβάσεις και μόνο σε ΜΕΘ των μεγάλων πόλεων έγιναν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Την ίδια στιγμή οι συνταξιοδοτήσεις και η αναστολή εργασίας για όσους δεν εμβολιάστηκαν αφαίρεσαν περισσότερο προσωπικό από όσο προστέθηκε. Οι κλινικές COVID-19 φτιάχτηκαν με ό,τι προσωπικό βρισκόταν διαθέσιμο κάθε περίοδο. Δεν δημιουργήθηκαν σταθερές ομάδες γιατρών για τις COVID-19 κλινικές ο οποίες θα αποκτούν εμπειρία στη φροντίδα των ασθενών και θα αναπτύσσουν/βελτιώνουν πρωτόκολλα και αλγόριθμους αντιμετώπισης. Το κλείσιμο εφημεριακών κενών με απασχόληση ιδιωτών γιατρών επιδείνωσε περισσότερο τη συνθήκη πολυμορφίας και ασυνέχειας στην ιατρική φροντίδα. Οι παραπάνω αδυναμίες στη στελέχωση και οργάνωση των κλινικών COVID-19 ήταν πιο εμφανείς στα μικρά νομαρχιακά νοσοκομεία.

 

  1. Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα περίθαλψης: Τα ιδιωτικά νοσοκομεία έμειναν εκτός της μάχης ενάντια στην πανδημία. Ασθενείς που είχαν ιδιωτική ασφάλιση, αντί να νοσηλευτούν στο ιδιωτικό νοσοκομείο της επιλογής τους, μόλις έβγαιναν θετικοί στον ιό μεταφέρονταν στα νοσοκομεία του ΕΣΥ. Η χρησιμοποίηση ιδιωτικών νοσοκομείων στις περιόδους έξαρσης της πανδημίας ήταν προσχηματική καθώς επέλεγαν τα πιο ελαφρά περιστατικά ή ασθενείς που είχαν ξεφύγει τον κίνδυνο και βρισκόταν σε αποθεραπεία. Το αίτημα να μπαίνει ένα ιδιωτικό νοσοκομείο στην εφημερία του ΕΚΑΒ, καθημερινά μαζί με το νοσοκομείο του ΕΣΥ, στις μεγάλες πόλεις, τις περιόδους έξαρσης της πανδημίας δεν εξετάστηκε, αν και ήταν νομικά εφικτό βάση της ΚΥΑ του Μαρτίου 2020.

 

  1. Εμβολιασμός: Δεν επιδιώχθηκε η ενεργητική προσέγγιση των περιθωριοποιημένων και ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στον εμβολιασμό. Δεν υπήρξε ανίχνευση των αιτιών αποτυχίας του προγράμματος, ώστε να βρεθούν τρόποι, πέραν του καταναγκασμού, να πεισθούν όσοι διστάζουν.

 

  1. Η λοιπή νοσηρότητα παραμελήθηκε, τακτικά ιατρεία και χειρουργεία έκλεισαν ή υπολειτούργησαν. Προσωπικό, χώροι και τεχνολογία του ΕΣΥ που χρησιμοποιήθηκαν στη φροντίδα των COVID-19 ασθενών, αποσπάστηκαν αναγκαστικά από τη φροντίδα των ασθενών με άλλα νοσήματα. Αν ο μέσος όρος αναμονής του διασωληνωμένου ασθενή με COVID-19 στον όροφο μέχρι να βρεθεί κρεβάτι στη ΜΕΘ ήταν 4,7 μέρες (!), τα πράγματα ήταν χειρότερα για τον διασωληνωμένο μη-COVID-19 ασθενή, τις περιόδους έξαρσής της πανδημίας. Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει ότι περίπου η μισή υπερβάλλουσα θνητότητα του πληθυσμού το 2020, υπολογίστηκε ότι αφορά ασθενείς με άλλα νοσήματα.

 

Πιστεύω ότι εάν είχαν γίνει όσα από τα παραπάνω δεν έγιναν, η χώρα δεν θα κατρακυλούσε στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης αναφορικά με τη θνητότητα. Η πανδημία θα είναι εδώ για απροσδιόριστο χρόνο. Μια άλλη πανδημία θα έρθει. Ένα σοβαρό σχέδιο αντιμετώπισης της πανδημίας αποτελεί στοιχειώδες συστατικό όποιας πολιτικής φιλοδοξεί να αναζωογονήσει τη χώρα, να αυξήσει την ανθεκτικότητα της κοινωνίας και να διαχειριστεί τα μεγάλα προβλήματα σε όφελος των αδυνάμων και όσων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

 

Γιάννης Καλομενίδης Ο Γιάννης Καλομενίδης είναι καθηγητής Πνευμονολογίας στην Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ,
Νοσοκομείο «Ο Ευαγγελισμός»
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet