“σωπάστε πια, πονούν τ’ αυτιά μου”

 (έκφραση των αυτοχθόνων της Βόρειας Αμερικής)

 

 

Για να παραμένουν επίκαιρες σκέψεις που έχουν διατυπωθεί πριν πενήντα, εκατό, ή διακόσια χρόνια, θα πρέπει κατά κανόνα να γίνει συνδυασμός τριών ενδεχόμενων: της ιδιοφυΐας αυτών που τις γέννησαν, της λυσσαλέας αντίδρασης των εχόντων και κατεχόντων και (ως εκ τούτου) της χειραγώγησης των υποτακτικών τους.

Πόσο επίκαιρη επομένως φαντάζει σήμερα η σκέψη της κόκκινης Ρόζας (διατυπωμένη εδώ και πάνω από έναν αιώνα!), μας το θύμισε ο Άλκης Ρήγος σε άρθρο του στην Αυγή της 11-07-2020:

(…) Κυρίαρχη στην ιστορία της Αριστεράς υπήρξε η Καουτσκική παράδοση περί Φωτισμένης Ηγεσίας που καθοδηγεί τις μάζες που δεν μπορούν μόνες τους μέσα από τη συμμετοχή τους στους κοινωνικούς αγώνες να αποκτούν ταξική συνείδηση, πιστός οπαδός της οποίας υπήρξε ο Λένιν στα πλαίσια ενός ιδιότυπου Μπλανκισμού που τον διέκρινε σε όλη την πορεία του. Αντίληψη για την οποία τον επέκρινε η Λούξεμπουργκ ήδη από το 1903 στην κριτική της για τα οργανωτικά προβλήματα της Ρώσικης Σοσιαλδημοκρατίας και αργότερα, ακόμη πιο έντονα, στα 1918, στο προφητικό της εκείνο κείμενο για την πορεία της Ρώσικης Επανάστασης. (…)

Θα πρόσθετα μάλιστα ότι ακόμη και σήμερα, μας εκπλήσσει και μας εντυπωσιάζει ο οργανωτίστικος Λενινισμός των κάθε λογής αριστερών, δεξιών , προεδρικών, πασοκογενών κλπ παραγόντων που συνθέτουν την τρέχουσα πλειοψηφία στο γνωστό μας πλέον όργανο ελέγχου και επιβολής, που δεν είναι άλλο από την Διευρυμένη λεγόμενη Κεντρική μας Επιτροπή, πασπαλισμένη με την άχνη ολίγης Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

Αλλά και η σκέψη (εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια!) του Νίκου Πουλαντζά για το ίδιο ζήτημα, δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις. Στο κλασσικό πλέον βιβλίο του το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός (1978), αναδεικνύει τη σημασία του είδους της δημοκρατίας που απαιτείται για το μετασχηματισμό και τη λειτουργία μιας ταξικά δικαιότερης κοινωνίας μέσα στην οποία θα συνυπάρχουν και θα αλληλοσυγκρούονται αδιαλείπτως και πάντοτε θεσμοί και κινηματικές ομάδες. Τα συμπεράσματα αυτής του της έρευνας για την υπό ευρεία έννοια πρόσφατη ιστορική περίοδο (δηλαδή το τελευταίο μέρος του 19ου και τα πρώτα εβδομήντα χρόνια του 20ου αιώνα), φαίνεται ότι συμπίπτουν “σκανδαλωδώς” με τις διαπιστώσεις και τις απόψεις της κόκκινης Ρόζας στη δική της έρευνα για τη δική της εποχή και για το ίδιο ζήτημα, ειδικά στα δύο συγγράμματά της σοσιαλισμός και δημοκρατία (1904) και η ρώσικη επανάσταση (1918).

 

 

Για μια ιδεολογία και έναν κοινό πολιτικό σχεδιασμό

 

 

Οι λόγοι για τους οποίους αναφέρομαι στο έργο αυτών των δύο ιδιαίτερα σημαντικών προσωπικοτήτων της αριστεράς (αλλά και στην αντιμετώπισή του από την τρέχουσα πολιτική αριστερά), είναι ορατοί: Εφ’ όσον έχει αποτύχει το λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας ενός κόμματος της κυβερνώσας αριστεράς (όπως και κάθε κόμματος αστικού τύπου), και φυσικά με δεδομένο τον συγκεντρωτισμό ενός κρατικού μηχανισμού του οποίου πιστό αντίγραφο είναι το λενινιστικό κομματικό μοντέλο, δεν γνωρίζουμε άλλη ριζικά διαφορετική πρόταση από εκείνη της κόκκινης Ρόζας και του Νίκου Πουλαντζά που να υπόσχεται, οργανωτικά τουλάχιστον, το άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα από τη δικτατορία της αστικής τάξης στη δικτατορία του προλεταριάτου κατά Κάρλ Μάρξ.

Θα παραθέσω ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο αυτών των δύο προσωπικοτήτων της μαρξιστικής αριστεράς, με το ερώτημα αν συμφωνούμε επιτέλους όλοι εμείς οι υποτιθέμενοι αριστεροί (μαρξιστές, μαρξίζοντες, σοσιαλδημοκράτες κλπ), να συμπορευτούμε μ’ αυτά τα θεωρητικά όπλα για την υλοποίηση του κοινού οράματός μας:

…Τίποτα δεν θα μπορούσε να υποτάξει ασφαλέστερα ένα νέο ακόμη εργατικό κίνημα σε μια διψασμένη για εξουσία ελίτ διανοουμένων, από αυτή τη γραφειοκρατική θωράκιση που παγιώνουν για να κατασκευάσουν ένα έρμαιο κατευθυνόμενο από μια ”επιτροπή”. Ο επιδέξιος ακροβάτης δεν αντιλαμβάνεται ότι το μόνο ”υποκείμενο” στο οποίο ανήκει ο ρόλος του ηγέτη είναι το συλλογικό ”εγώ” της εργατικής τάξης, που διεκδικεί αποφασιστικά για τον εαυτό της το δικαίωμα να υποπίπτει σε σφάλματα και να μαθαίνει τη διαλεκτική της ιστορίας. Και τέλος ας το πούμε χωρίς περιστροφές: Τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης ”κεντρικής επιτροπής”. (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ρώσικη επανάσταση, μτφ. Α. Στίνα, σελ. 64, εκδ. Ύψιλον)

Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώ- σεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σ’ όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο. Από τον νόμο αυτόν κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. Η δημόσια ζωή σιγά-σιγά βυθίζεται στον ύπνο, μερικές δωδεκάδες αρχηγών του κόμματος, με ανεξάντλητη ενεργητικότητα και απεριόριστο ιδεαλισμό, διευθύνουν και κυβερνούν. Μεταξύ αυτών η διεύθυνση είναι πραγματικά στα χέρια μιας μόνο δωδεκάδας εξαιρετικών εγκεφάλων και από καιρό σε καιρό συγκαλείται μια αριστοκρατία της εργατικής τάξης για να χειροκροτήσει στις συγκεντρώσεις τούς λόγους των αρχηγών και να ψηφίσει ομόφωνα τις αποφάσεις που τής προτείνουν. Υπάρχει λοιπόν στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι αλήθεια, όχι όμως η δικτατορία του προλεταριάτου, όχι: η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή μια δικτατορία με αστική έννοια, με την έννοια της γιακωβίνικης κυριαρχίας.(…) (στο ίδιο σελ. 73)

Σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του τελευταίου έργου της, η κόκκινη Ρόζα μας διδάσκει το αυτονόητο: Η προς τα «έξω» συμπεριφορά των εξουσιαστικών ηγετικών ομάδων που προβλέπει το κατά Λένιν κομματικό μοντέλο, όχι μόνο θα είναι απαράλλαχτα ίδια με την προς τα «μέσα» πρακτική τους, αλλά θα έχει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό: Θα ταυτίζεται με κάθε δικτατορία αστικού τύπου και μάλιστα στην πιο σιδερένια, πιο αμείλικτη λογική της, εκείνην που επιβάλλει η έννοια της γιακωβίνικης κυριαρχίας. (Αλλιώς θα μιλούσαμε, είτε για απύθμενη υποκρισία συνδυασμένη με χυδαίο καμποτινισμό, είτε για μαζική σχιζοφρένεια).

Όσο για την προσφορά του Ν. Πουλαντζά στην αριστερά του καιρού του, αυτή συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στην έξοχη διερεύνηση του ρόλου που αναλαμβάνει το τυπικό ευρωπαϊκό Κράτος στο πεδίο της ταξικής διαπάλης, εκεί όπου οι συσχετισμοί δύναμης διαμορφώνουν και αποκρυσταλλώνουν κάθε φορά και σε κάθε φάση, τις σχέσεις εξουσίας:

“…είμαστε ολοφάνερα όλο και περισσότερο εγκλωβισμένοι μέσα στις πρακτικές ενός Κράτους, πρακτικές που και στις πιο μικρές λεπτομέρειές τους εκδηλώνουν τη σύνδεσή τους με ιδιαίτερα και, κατά συνέπεια πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα…” (Ν. Πουλαντζάς “το Κράτος η Εξουσία ο Σοσιαλισμός” σελ. 14-15 μτφ Γ. Κρητικός εκδ Θεμέλιο)

Την παραπάνω σκιαγράφηση του Κράτους, κάθε Κράτους εντέλει, ο Πουλαντζάς την ολοκληρώνει με μία σημαντική παρατήρηση:

… είναι ο φοβερά πραγματικός ρόλος του Κράτους που απαιτεί ακριβώς μια μετάβαση στον σοσιαλισμό πλατιά στηριγμένη στην άμεση δημοκρατία, πράγμα που συνεπάγεται την ακριβή γνώση του Κράτους και του σημερινού του ρόλου. Κι αυτό επειδή μια ορισμένη παράδοση του κρατιστικού-γιακωβίνικου σοσιαλισμού ξεκινά, κι αυτή, από την εργαλειακή αντίληψη ενός Κράτους απλού εξαρτήματος της κοινωνίας και των τάξεων… (στο ίδιο σελ 54, 55)

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα:

…Σοσιαλισμός και δημοκρατία, δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό: το ζήτημα τούτο ανακύπτει σήμερα από δύο ιστορικές εμπειρίες (…) δύο παραδείγματα προς αποφυγήν: το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα που το βλέπουμε σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες, και το παράδειγμα των ανατολικών χωρών του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”. Παρ’ όλα όσα αντιθέτουν μεταξύ τους σοσιαλδημοκρατία και σταλινισμό ως θεωρητικο-πολιτικά ρεύματα, αυτά παρουσιάζουν ωστόσο μια ομοιότητα ουσίας: τον κρατισμό και τη βαθειά δυσπιστία προς τις πρωτοβουλίες των λαϊκών μαζών, κοντολογίς την καχυποψία προς τα δημοκρατικά αιτήματα. (στο ίδιο σελ. 357)

Ακολουθεί ως φυσική κατάληξη, η μοναδική πολιτική πρόταση για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η αριστερά του καιρού του (και του καιρού μας). Με αυτήν άλλωστε ολοκληρώνει το έργο του ο Ν. Πουλαντζάς:

…η ιστορία δεν μας έχει δώσει ως τώρα επιτυχημένο πείραμα δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό: απεναντίας μας έδωσε αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγήν και σφάλματα για μελέτη(…) Ασφαλώς, μπορεί κανείς ν’ αντιτείνει, (…) πως αν αυτός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ακόμη πουθενά, είναι διότι είναι ανέφικτος. Ίσως. (…) Ένα όμως είναι βέβαιο: ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. Επιπλέον, η αισιοδοξία μας για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό δεν θα πρέπει να μας κάνει να τον θεωρούμε σαν μία “βασιλική ατραπό”, ευκολοδιάβατη και δίχως κινδύνους. (…) Κίνδυνος για κίνδυνος, είναι πάντως προτιμότερος παρά να σφάζουμε τους άλ- λους για να καταλήξουμε κι οι ίδιοι κάτω από το λεπίδι κάποιας Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας ή κάποιου Δικτάτορα του προλεταριάτου. (στο ίδιο σελ. 378-379)

Εκτίμησή μου είναι ότι επιτέλους είναι καιρός να συζητήσουμε, σ’ αυτό το κόμμα και σ’ αυτό το συνέδριο γι αυτά τα ζητήματα, με την (έστω μικρή) ελπίδα ότι θα πάρουμε την κοινή απόφαση να ακολουθήσουμε το δρόμο που μας προτείνουν η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Νίκος Πουλαντζάς.

 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου και οι (μικροί) Ηρακλείς του Στέμματος

 

 

Δυστυχώς, στον ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου η κατάσταση έχει ξεφύγει. Σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια των δύο τυπικά καπιταλιστικών κρίσεων (τόσο της οικονομικής όσο και της πανδημίας), οι τρίτης κατηγορίας τοπικοί κομματικοί παράγοντες, σε πλήρη στοίχιση με τους παράγοντες της Αθήνας, παρελαύνουν στην ύπαιθρο χώρα ενισχύοντας και διευρύνοντας τις προσωπικές τους επαφές. Η πραγματική ανάγκη να φύγει όσο γίνεται πιο γρήγορα η όντως άθλια κυβέρνηση Μητσοτάκη, λειτουργεί ως πρόφαση για την απαγόρευση κάθε κριτικής σε όσους συντρόφους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται τα πολιτικά πράγματα της χώρας σε επίπεδο κορυφής. Παράγοντες όπως ο κ. Σπίρτζης και ο κ. Γιώργος Σταθάκης, έχουν τεθεί στο απυρόβλητο παρά τους επιεικώς αντιδραστικούς χειρισμούς τους σε ζωτικά προβλήματα του Νομού (ζώνη 800μ, χωροταξικοί σχεδιασμοί, Οργανισμός Ανάπτυξης Κρήτης, ΒΟΑΚ κλπ κλπ).

Οι τρίτης κατηγορίας τοπικοί κομματικοί παράγοντες όμως, χρεώνονται έναν επιπλέον ρόλο: γιουχάρουν οποιονδήποτε σύντροφο ασκεί κριτική στα στελέχη τους της Αθήνας (τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία όπως όλοι γνωρίζουμε, έχουν αναπτύξει ιδιοκτησιακή σχέση με το κόμμα). Αυτό που ζούμε όμως τις τελευταίες μέρες με τα προβλήματα που προκάλεσαν οι προτάσεις του σ. Τσίπρα, ξεπερνά κάθε προηγούμενο: Ο θόρυβος από τις φωνές των τοπικών κομματικών παραγοντίσκων εναντίον όλων όσοι τόλμησαν να ασκήσουν το αναφαίρετο (τουλάχιστον μέχρι σήμερα) στοιχειώδες δικαίωμα της κριτικής (ακόμη και στον πρόεδρο, τι να κάνουμε!) κάνει πραγματικά τ’ αυτιά μας να πονούν.

Θα τολμήσω με τη σειρά μου να δηλώσω ότι, έ!, δεν είναι δα και κανένας Λένιν ο σ. πρόεδρος, ελπίζοντας να μη χαρακτηριστώ ιερόσυλος. Αν όντως έχω δίκιο, και αφού ξεκαθαρίσω ότι παρ’ όλα αυτά (και με όλα αυτά) τον θεωρώ εξαιρετικά ικανό στέλεχος (για τον ρόλο όμως που εμείς θα του αναθέσουμε να διαδραματίσει), θα παρακαλούσα τους φωνασκούντες συντρόφους μου να μη γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Θα τους παρακαλούσα ακόμη να αναγνωρίσουν τα πολλαπλά εμβόλια αποϊδεολογικοποίησης στα οποία έχει υποβληθεί το σύνολο των κομματικών μας μελών με συνευθύνη των υψηλά ιστάμενων στελεχών αλλά και του σ. Τσίπρα. Και φυσικά τους καλώ να αποδώσουν νηφάλια τις ευθύνες που αναλογούν σε κάθε κομματικό μας στέλεχος (μηδέ του σ. Προέδρου εξαιρουμένου) για την πολιτική ανεπάρκεια που χαρακτηρίζει βασικές μας επιλογές αυτής της περιόδου (και μάλιστα στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης, πρόσκαιρης, εκλογικής επιτυχίας). Επιλογές που τείνουν να μετατρέψουν ένα αριστερό κόμμα με τα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές του ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα αδιάφορο κεντρώο κόμμα του συστήματος.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet