Ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη σύλληψή του, δεν είναι κόμμα μονολιθικό, αλλά εξελικτικό, ικανό να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ώστε να μπορεί, από θέσεις Αριστεράς, εννοείται, να επιτελεί αποτελεσματικότερα τον σκοπό του, μέσα από τον δημοκρατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό, έναν σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία.

Το Καταστατικό είναι ένα κείμενο που δεσμεύει τα μέλη και τα όργανα του κόμματος και σκοπό έχει να παρέχει ασφάλεια δικαίου, ώστε να γνωρίζει ο κάθε πολίτης αν το αποδέχεται ή όχι και, άρα, αν θα γίνει μέλος αυτού του κόμματος.

Καμιά φορά, οι πολιτικές συνθήκες τρέχουν, και μάς ωθούν, ως ένα βαθμό δικαιολογημένα, σε κάποια ελαστικοποίηση των κανόνων. Στην περίπτωση αυτή, γίνονται κάποιες μεταβατικές ρυθμίσεις, έως ότου συνέλθει το ανώτατο όργανο του κόμματος, το Συνέδριο, για να τροποποιήσει, στο αναγκαίο μέτρο, το δεσμευτικό αυτό πλαίσιο υπό το φως της πρόσφατης εμπειρίας. Άλλο, όμως, ικανότητα προσαρμογής, και άλλο διαρκής ρευστότητα.

Το σχέδιο Καταστατικού που προετοιμάστηκε για το 3ο Συνέδριο αφενός μεν επικυρώνει και επισφραγίζει αποφάσεις που ελήφθησαν αναρμοδίως, αφετέρου δε παγιώνει έκτακτα μέτρα.

Προσθήκες στον τίτλο μπορεί να γίνονται, όταν αυτές αντανακλούν μια πραγματικότητα. Έτσι, π.χ., «Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο» προστέθηκε στο όνομα ΣΥΡΙΖΑ, για να εκφράσει την εκλογική κυρίως συστράτευση νέων δυνάμεων, που στη συνέχεια εντάχθηκαν στο κόμμα, οπότε το «Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο» έπαυσε να αναφέρεται.

Οι νέες σημαντικές ανακατατάξεις, με καταλύτη ιδίως την εμβληματική Συμφωνία των Πρεσπών, είχαν ως αποτέλεσμα να προστεθεί στον τίτλο το «Προοδευτική Συμμαχία», που αντανακλούσε πάλι μια πραγματικότητα, την προσέλευση και συστράτευση νέων δυνάμεων.

Άρθρο 1 – Τίτλος – Έμβλημα – Το σχέδιο Καταστατικό που υποβάλλεται στο 3ο Συνέδριο διατηρεί μεν το Κόμμα ως ενιαίο και όχι ομοσπονδιακό, ενώ παγιώνει την επωνυμία του με το αμφισήμαντο «ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία». Η ονομασία αυτή εύλογα δίνει λαβή σε παρεξηγήσεις, αλλά και επιτρέπει σε κάποιους να επιλέγουν το δεύτερο σκέλος της, αποβάλλοντας το δεύτερο. Κλασική έκφραση κόμματος σούπερ-μάρκετ.

Η ένσταση για την προσθήκη αυτή δεν σημαίνει αντίθεση στην διεύρυνση, αντιθέτως, εκφράζει σαφώς την βούληση πλήρους ένταξης των νεοεισερχομένων σε ενιαίο κόμμα με ίσα δικαιώματα και όχι σε κάποιο υποσύνολο με ειδικό καθεστώς.

Η τροποποίηση του Καταστατικού, αντί λύσει την αμφισημία, διαιωνίζει την ρευστότητα.

Το έμβλημα του Κόμματος, με τις τρεις κυματίζουσες σημαίες, οικείο στους αριστερούς, αντικαταστάθηκε, μια ωραία πρωία, με ένα γεωμετρικό, ψυχρό και άψυχο, γραμμικό σχέδιο, που, αφού και υλικά αντικαταστάθηκαν οι ταμπέλες, έρχεται εκ των υστέρων να επικυρωθεί από το Συνέδριο. Αντί το λογότυπο να εκπέμπει ένα σταθερό μήνυμα, μπορεί να αλλάζει, σαν τη μόδα, οπότε θα μπορέσει, και στο μέλλον, με τον ίδιο τρόπο να αλλάξει. Όλα ρευστά, λοιπόν.

Από το άρθρο 2, προβληματική είναι η διατύπωση «Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ […] βρίσκεται σε διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού».

Αντί, δηλαδή, το Καταστατικό να σταθεροποιεί το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του κόμματος, το παραδίδει, ρητά, σε μια διαδικασία συνεχούς μεταβολής, όπως αυτό έγινε κατά την προηγηθείσα περίοδο. Να μην γνωρίζει δηλαδή κανείς αν το κόμμα στο οποίο βρίσκεται έχει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά εκείνου στο οποίο είχε επιλέξει να ενταχθεί.

Εκθέτει έτσι το κόμμα σε αέναες μεταβολές, που θα επικυρώνονται από Συνέδριο σε Συνέδριο. Ο «συνεχής μετασχηματισμός» (άγνωστο προς ποια κατεύθυνση) ανάγεται έτσι περίπου σε υποχρέωση. Δημιουργείται τεκμήριο υπέρ του «μετασχηματισμού», ενώ η αντίσταση στον μετασχηματισμό μετατρέπεται περίπου σε αντικαταστατική. Πλείστα όσα είναι τα ιστορικά παραδείγματα για το που κατέληξαν οι αλλεπάλληλοι μετασχηματισμοί.

 

Απαξίωση και καχυποψία έναντι των ΟΜ

 

Οι Οργανώσεις Μελών, αφού πρώτα επαινούνται ως «θεμέλιο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ» (άρθρο 10 §1), που «αποτελούν το κόμμα στον χώρο τους» (άρθρο 11 §2), στη συνέχεια απαξιώνονται με μια πρωτοφανή ένδειξη καχυποψίας και αποψιλώνονται από τα αυτονόητα δικαιώματά τους.

Το κύτταρο δηλαδή της οργάνωσης του κόμματος («Όλα τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ανήκουν υποχρεωτικά σε μια από τις Οργανώσεις Μελών του», άρθρο 3 §3) δεν θα συζητήσει με τον αιτούντα την εγγραφή του στο Κόμμα, αλλά θα πληροφορηθεί για την εγγραφή του αφού αυτή θα έχει συντελεσθεί, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (άρθρο 4). Θα έχει μόνο δικαίωμα εκ των υστέρων προσφυγής στην Επιτροπή Δεοντολογίας…

Η απαξίωση της ΟΜ λέγεται «διευκόλυνση» της εγγραφής νέων μελών, η οποία, υπονοείται, «δυσχεραίνεται» από τις υφιστάμενες ΟΜ.

Η ίδια απαξίωση διαπνέει και την συγκρότηση νέας ΟΜ σε χώρο όπου υπάρχει άλλη ΟΜ (άρθρο 10 §4). Η Νομαρχιακή Επιτροπή ή η προϋφιστάμενη ΟΜ θα μπορεί, βέβαια, να προσφύγει στην Κεντρική Επιτροπή (!) κατά της δημιουργίας της νέας ΟΜ. Αντί δηλαδή να δίνει προτεραιότητα στη συνεννόηση μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων, η προτεινόμενη διάταξη διακατέχεται από καχυποψία για την υφιστάμενη ΟΜ. Και, αν μεν πρόκειται για εδαφική κατάτμηση μιας γεωγραφικής ζώνης, ίσως αυτή να είναι επωφελής για το κόμμα. Αυτό οι ενδιαφερόμενες ΟΜ και ΝΕ θα το κρίνουν. Δεν αποκλείεται όμως η νέα ΟΜ να αλληλοεπικαλύπτεται εδαφικά με την προϋφιστάμενη, και να αποτελεί εκλογικό μηχανισμό «παραγόντων» που δεν ταιριάζουν τα χνώτα τους με τους «παλιούς».

 

Άμεση ψηφοφορία άμεση δημοκρατία

 

Η συζήτηση γύρω από το αχρείαστο ζήτημα της άμεσης εκλογής Προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής από τη βάση περιπλέχτηκε ακόμα περισσότερο από μια σύγχυση περί την έννοια των λέξεων.

Πριν εισέλθουμε στην αξιολόγηση, την αξία ή απαξία, της άμεσης εκλογής Προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής, πρέπει να ξεμπλέξουμε τις έννοιες.

Η άμεση ψηφοφορία, είτε για πρόεδρο, είτε για Κεντρική Επιτροπή, δεν έχει σχέση με άμεση δημοκρατία.

Αυτό δεν είναι ζήτημα αξιολογικής κρίσης, αλλά απλώς νομικού χαρακτηρισμού. Η οποιαδήποτε εκλογή προσώπων αποτελεί εκδήλωση της αντιπροσωπευτικής –και όχι της άμεσης– δημοκρατίας, και αυτό είτε εκλέγουμε πρόεδρο απευθείας, είτε τον εκλέγουμε έμμεσα, σε δεύτερο βαθμό, π.χ., τα μέλη της βάσης εκλέγουν συνέδρους, που, αφού συμμετάσχουν στις εργασίες του Συνεδρίου, γίνονται εκλέκτορες που εκλέγουν πρόεδρο, είτε ακόμα σε τρίτο βαθμό, όπου οι σύνεδροι εκλέγουν Κεντρική Επιτροπή και αυτή εκλέγει πρόεδρο.

Αντιθέτως, στο πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας, οι πολίτες, ή στην περίπτωσή μας τα μέλη του Κόμματος, δεν εκλέγουν πρόσωπα, αλλά είτε αποφασίζουν με την φυσική τους παρουσία σε συνέλευση, είτε απαντούν με καθολική ψηφοφορία σε ένα ερώτημα (δημοψήφισμα, referendum).

Ειδική –και ιστορικά καταδικασμένη– περίπτωση είναι το προσωπικό δημοψήφισμα (plébiscite), που αφορά την πανηγυρική επικύρωση ή ανάθεση ευρείας εξουσίας σε ορισμένο πρόσωπο, χωρίς ανταγωνισμό με άλλον υποψήφιο.

 

Απευθείας εκλογή από τη βάση ή όχι;

 

Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται από το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια του κόμματος : ένας δομημένος οργανισμός, με κύτταρα τις Οργανώσεις μελών και τα θεματικά Τμήματα, που ζωογονούν τον όλο οργανισμό, μέχρι την κορυφή, άρα και τις κεντρικές πολιτικές του θέσεις; Ή μια χαλαρή και υποτονική οντότητα, χωρίς κοινωνική γείωση, που παρακολουθεί τα δρώμενα στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπου την –επιθυμητή– πολιτικοποίηση της βάσης (οι ΟΜ είναι το Κόμμα στον χώρο τους) αντικαθιστά η πολιτικολογία;

Αν ισχύει το δεύτερο, πράγμα φυσικό και επιθυμητό στα αστικά κόμματα, τότε φαίνεται φυσικό τα μέλη της βάσης να υπερακοντίζουν όλα τα ενδιάμεσα όργανα του κόμματος για να πετάξουν μια ψήφο-σαΐτα στην κορυφή, εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Με αυτόν, όμως, τον τρόπο, τα μέλη δεν αποκτούν περισσότερα δικαιώματα, αντιθέτως τα εκχωρούν, υπογράφοντας μια λευκή επιταγή.

Πολύ περισσότερο που άλλος υποψήφιος από τον Α. Τσίπρα δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, οπότε το επίδικο της «εκλογής» δεν θα είναι το ποιος θα εκλεγεί, αλλά το πόσες ψήφους θα λάβει, πράγμα που θα δώσει λαβή σε περισπούδαστες και κατά κανόνα κακόβουλες ερμηνείες και συγκρίσεις. Δηλαδή όχι μόνον εξ ορισμού δεν πρόκειται για «άμεση δημοκρατία», αλλά και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία γίνεται καρικατούρα.

 

Εκλογή Κεντρικής Επιτροπής

 

Τί απομένει, λοιπόν; Η εκλογή Κεντρικής Επιτροπής, κίνητρο για να πάνε τα μέλη να ψηφίσουν, και, μια και θα πάνε, να ψηφίσουν από κοντά και για πρόεδρο. Ή μια αφορμή συνάντησης με μέλη που δεν τα έχουμε ξαναδεί ούτε σε τηλεδιάσκεψη.

Επί πλέον, με εκλογικές περιφέρειες τις περιφέρειες του κράτους. Ενώ, λοιπόν, στο Συνέδριο θα εκπροσωπείται το όλο κόμμα, η ψήφιση ΚΕ δεν θα είναι απόρροια των εργασιών του, αλλά μια διαδικασία αποσυνδεδεμένη από αυτό και κατακερματισμένη ανά περιφέρεια. Η δημοκρατική νομιμοποίηση όσων εκλεγούν θα είναι συνάρτηση του μεγέθους της περιφέρειας από την οποία προέρχονται, κατά πολύ ισχνότερη από αυτήν του Προέδρου, που θα έχει αναδειχθεί από το όλο κόμμα.

Και ναι μεν ο «πρόεδρος λειτουργεί στο πλαίσιο των αποφάσεων της Κεντρικής Επιτροπής» (άρθρο 20 §4). Η de facto, όμως, συγκέντρωση μεγάλων εξουσιών από τον πρόεδρο δεν ευνοεί την υλοποίηση αυτής της διάταξης, με μια ακόμα πιο αποδυναμωμένη ΚΕ.

Η εξασφάλιση σύμμετρης εκπροσώπησης της επαρχίας στην ΚΕ μπορεί να εξασφαλίζεται με απλό και δίκαιο τρόπο με τον καθορισμό ελάχιστου αριθμού εδρών (1 ή 2) ανάλογα με το μέγεθος της εκλογικής περιφέρειας (νομού) που ισχύει στις εθνικές εκλογές. Π.χ., 1 εξασφαλισμένη έδρα για μονοεδρικές περιφέρειες, 2 εξασφαλισμένες έδρες για διεδρικές και άνω. Από κεί και πάνω δεν θα ισχύει ούτε πλαφόν ούτε ποσόστωση. Αυτό, βέβαια, με ενιαίο ψηφοδέλτιο, με εκλογείς τους συνέδρους και υποψηφίους από όλη την Επικράτεια.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet