H εναλλαγή συνεχών κρίσεων αναπροσαρμόζει διαρκώς τα δεδομένα και διαμορφώνει τη «νέα πραγματικότητα». Η πανδημική κρίση μεταλλάσσεται, «εμπλουτίζεται» με την οικονομική διάσταση της και συναντά την πολεμική και την ενεργειακή κρίση.

Όλες μαζί αλληλοσυμπληρώνονται, προσεγγίζοντας απειλητικά τα όρια αντοχής και ανθεκτικότητας του μεγάλου υποδοχέα: του φυσικού περιβάλλοντος και της κλιματικής κρίσης, στην οποία αυτό έχει περιέλθει.

Την αντιμετώπιση τους έχουμε εναποθέσει, βεβιασμένα, στα κάθε μορφής «εμβόλια» και «θεραπείες», αντί στη δομική άρση των αιτίων που τις παράγουν: εμβόλια για τον COVID-19, βοηθήματα για την οικονομική δυσπραγία, διευκολύνσεις και επιδοτήσεις για την ενεργειακή φτώχεια και κούρσες επανεξοπλισμών για την αποφυγή του πολέμου…

Το διαμορφούμενο σενάριο είναι εκρηκτικό και η συνάθροιση των κρίσεων, αν περιέλθει σε «φάση συντονισμού» (ταυτόχρονη έξαρση), θα πυροδοτήσει κάτι που θα μοιάζει με την αντιστροφή του big bang που δημιούργησε τον κόσμο...

Στον χώρο της ενέργειας, πέρα των γενικών και σοβαρών προβλημάτων που ενέσκηψαν πρόσφατα, η παρουσία των ορυκτών καύσιμων παράγει μια ανεπιθύμητη παρενέργεια: υπερθερμαίνουν τον πλανήτη, ρυπαίνουν το φυσικό περιβάλλον και δηλητηριάζουν ανθρώπους. Μόνη η ηλεκτρική ενέργεια δεν ρυπαίνει, εφόσον παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

Τα ορυκτά καύσιμα είναι μια θηλιά στον λαιμό που σφίγγει λίγο λίγο, κάθε μέρα που περνάει. Η επικίνδυνη αυτή πορεία μπορεί να αντιμετωπιστεί με την απανθρακοποίηση, όχι όμως αργότερα από το 2050, καταλυτικό χρονικό όριο για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 C.

Στους στόχους του ΕΣΕΚ (Ελληνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και Κλίμα), εκτός των άλλων (περιορισμός της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, εξοικονόμηση κλπ.), κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το μείγμα των χρησιμοποιουμένων καυσίμων, ιδιαίτερα ο λόγος των ορυκτών καυσίμων προς τις ΑΠΕ, ο οποίος βαραίνει υπέρ του φυσικού αερίου (ΦΑ).

 

Παρενέργειες του πολέμου

 

Η εξελισσόμενη θεαματική αύξηση της χρήσης ΦΑ (+72% Φεβρουάριος ‘22–Φεβρουάριος ‘21 στην ηλεκτροπαραγωγή), η παράταση στη χρήση λιγνίτη, καθώς και οι επαπειλούμενες εξορύξεις πετρελαίου – φυσικού αέριου στα παραχωρημένα οικόπεδα της χώρας, ενώ αντιμετωπίζουν το θέμα της ενεργειακής επάρκειας, με υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος, δεν αντιμετωπίζουν την ενεργειακή εξάρτηση, ενώ ανακόπτουν και εξασθενούν την προώθηση ΑΠΕ (αύξηση μόνο +3%).

Η αρμόδια υπηρεσία του ΟΗΕ υπολογίζει ότι πολλές χώρες σχεδιάζουν να αυξήσουν κατά 70% την παραγωγή ΦΑ, υπερβαίνοντας τη συμβατή ποσότητα με τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στο όριο των 1,5 βαθμών Κελσίου!

Το Global Energy Monitor εκτιμά ότι η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου σχεδιάζει να δαπανήσει 1,3 τρισ. δολάρια για την κατασκευή μιας παγκόσμιας υποδομής υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG, με τις περισσότερες από αυτές τις επενδύσεις να προγραμματίζονται στη Βόρεια Αμερική. Εάν τα σχέδια αυτά καρποφορήσουν, οι κλιματικές επιπτώσεις αυτών των έργων –συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων από τις διαρροές μεθανίου (30 φορές ισχυρότερο σε σχέση με το CO2)– θα υπερβούν τις επιπτώσεις όλων των υπό κατασκευή σταθμών παραγωγής ενέργειας με καύση λιγνίτη.

Η παραγωγή LNG σε σύγκριση με το ΦΑ που μεταφέρεται μέσω αγωγών, απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας στη διαδικασία υγροποίησης (μείωση του αερίου στους -162 βαθμούς Κελσίου και συμπίεση του κατά 600 φορές), στη μεταφορά μέσω ειδικών πλοίων και στη διαδικασία επανα-αεριοποίησης του. Όλες αυτές οι φάσεις προσθέτουν σημαντικότατες ποσότητες εκπομπών CO2 στο ήδη βεβαρυμμένο περιβάλλον.

Οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις εξαερωτών εντάσσονται στην κατηγορία των βαρέων επενδύσεων, ο δε χρόνος απόσβεσής τους είναι ασύμβατος με τα πολύ στενά χρονικά όρια επίτευξης των κλιματικών στόχων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νέες μονάδες ισχύος που θα λειτουργούν με ΦΑ. Η χώρα δεν διαθέτει επαρκές δίκτυο αγωγών διανομής και η λύση μεταφοράς LNG με οδικά μέσα και τοπικές διάσπαρτες μονάδες εξαέρωσης, κάθε άλλο παρά ορθολογική μπορεί να θεωρηθεί. Η λύση αυτή που σχεδιάζεται για αρκετές περιφέρειες (π.χ. Ήπειρος, Δυτική Ελλάδα) ενδείκνυται, κυρίως, για την κάλυψη μεμονωμένων ενεργοβόρων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Τα ορυκτά καύσιμα «επανακάμπτουν» και το συμπέρασμα έπεται αυθόρμητα: οικολογικά δεν πάμε καλά!

 

Η πράσινη μετάβαση υπο αίρεση

 

«Βιώνουμε μια φάση γενικής δοκιμής, του τι ενδεχόμενα θα συμβούν, εφόσον δεν παραμείνουμε συνεπείς στον δρόμο της απανθρακοποίησης και της προστασίας του περιβάλλοντος» (καθ. F. Butera, Πολυτεχνείο του Μιλάνου).

H πορεία διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα συναντά έντονες και συχνά δικαιολογημένες αντιστάσεις από τις τοπικές κοινωνίες, σε ένα περιβάλλον αντιφατικών και αμφιλεγόμενων χωροταξικών και άλλων διατάξεων, στην αντιμετώπιση των οποίων η εμπλοκή της κοινωνίας όχι μόνο δεν επιδιώκεται, αλλά και αποφεύγεται επιμελώς. Οι ενεργειακές κοινότητες και η διεύρυνση των εγκαταστάσεων (μικρές εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών στις στέγες), δεν φαίνεται να απασχολούν τον κυβερνητικό σχεδιασμό, αποστερώντας την απαραίτητή δυναμική που πρέπει να αποκτήσει η ανάπτυξη των ΑΠΕ, σαν μόνη λύση που συνδυάζει την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια, την απεξάρτηση εισαγωγών (οιασδήποτε πηγής), τη διάχυσή τους στην περιφέρεια και την ανάπτυξη εθνικής τεχνολογίας και κατασκευών (οι επενδύσεις στις ΑΠΕ παράγουν τρεις φορές περισσότερες θέσεις εργασίας σε σχέση με τις επενδύσεις στα ορυκτά καύσιμα).

Η σχέση στο ενεργειακο μείγμα των δύο αυτών ανταγωνιστικών πηγών (ορυκτά–ΑΠΕ), θα καθορίσει την πορεία απολιγνητοποίησης στη χώρα.

Η συνθετότητα του προβλήματος (ενεργειακή ασφάλεια, επάρκεια και εκτίναξη του ενεργειακού κόστους κλπ), σε ένα, εκτός ελέγχου και ισορροπίας, ανασυντασσόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, δημιουργεί πρόσφορες συνθήκες για την προώθηση άκριτων και αστήρικτων αντιπεριβαλλοντικών προτάσεων, όπως η συστηματική και επίμονη προσπάθεια επαναφοράς του θέματος των ερευνών και εξορύξεων υδρογονανθράκων στα εκχωρημένα θαλάσσια και χερσαία οικόπεδα στη δυτική Ελλάδα, καθώς και η συζήτηση υπέρ της εγκατάστασης πυρηνικών αντιδραστήρων κλίμακας.

Δυστυχώς πολλοί αποφεύγουν ή αδυνατούν να λαμβάνουν συνεχώς υπόψη στις προτάσεις τους ότι το χρονικό όριο για τη συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 βαθμούς Κελσίου δεν μπορεί να μετατεθεί πέρα από το 2050! Για να γίνει αυτό θα πρέπει οι παγκόσμιες εκπομπές CO2 να μειώνονται κατά 3,5% κάθε χρόνο μέχρι το 2030, αλλιώς εξαντλείται και δυνατότητα/ικανότητα αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής κρίσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η ζωή πάνω στον πλανήτη, όπως τουλάχιστον την ξέρουμε και την επιθυμούμε.

Όλοι ξέρουμε ότι πάνω στη γη ζήσανε για μικρό, γεωλογικά, διάστημα, οι δεινόσαυροι. Είμαστε άραγε τόσο ματαιόδοξοι, ώστε να πιστεύουμε ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί και σε εμάς;

 

Ιωσήφ Σινιγάλιας Ο Ιωσήφ Σινιγάλιας είναι μηχανολόγος μηχανικός. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet