Τρία παιδιά μιας οικογένειας στην Πάτρα έχασαν «μυστηριωδώς» τη ζωή τους –μια σύγχρονη τραγωδία σε κάθε περίπτωση. Τα ΜΜΕ, και δη η τηλεόραση, εδώ και μήνες είχαν εστιάσει την προσοχή τους στην υπόθεση, φιλοξενώντας πλήθος ειδικών και «ειδικών», αφού ως γνωστόν «το αίμα πουλάει».

Μέχρι που ήρθε η είδηση για την απόδοση κατηγορίας για ανθρωποκτονία στη μητέρα για το ένα, τουλάχιστον, από τα τρία κορίτσια (εξετάζεται η εμπλοκή της και για τους άλλους δύο θανάτους) και το πάρτι στα Μέσα κορυφώθηκε. Από το πρωί ως το βράδυ, από τα δελτία ειδήσεων μέχρι τις ψυχαγωγικές εκπομπές, προβάλλεται συνεχώς η υπόθεση, με φωτογραφίες και βίντεο της κατηγορούμενης, των παιδιών και του πατέρα (με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά των δεύτερων), με παρέλαση κάθε πιθανού ανθρώπου που μπορεί να είχε πει καλημέρα στην οικογένεια. Χαρτορίχτρες που λένε πώς ήθελε η κατηγορούμενη να κάνει μάγια στον άντρα της, personal trainers που περιγράφουν ότι το ζεύγος πήγε για γυμναστική τρεις μήνες μετά από τον θάνατο του ενός παιδιού κ.ο.κ, και με τις εκπομπές να παρουσιάζουν αυτές τις μαρτυρίες σαν να πρόκειται για καίρια στοιχεία της ιστορίας. Προφανώς, βέβαια, καμία νομική αξία δεν έχουν, ούτε αποτελούν ενημέρωση του κοινού. Το μόνο που προσφέρουν, είναι μια ικανοποίηση της αδηφαγίας μας (που τα ίδια καλλιέργησαν) για όσες περισσότερες λεπτομέρειες γίνεται και της ανάγκης μας το σκιαγραφούμενο προφίλ της κατηγορούμενης να είναι όσο το δυνατόν πιο τερατώδες, πιο ξένο από εμάς.

Από τη μία, πρόκειται ίσως για κατανοητές ανάγκες που γεννά ο φόβος μας μπροστά σε ένα τόσο φρικτό έγκλημα και, από την άλλη, όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται έτσι η επιζητούμενη επίλυση της βίας, αλλά αποκρύπτονται τα κοινωνικά αίτιά της, δεν συζητιέται η απαραίτητη λήψη πολιτικών παιδικής προστασίας, εθιζόμαστε στην παρακολούθηση αυτής της βίας και την αναπαράγουμε –όπως φάνηκε από τον όχλο που, έξω από το σπίτι της κατηγορούμενης και από τα δικαστήρια, ζητούσε τον θάνατό της.

«Η μιντιακή κάλυψη αυτής της υπόθεσης ξεκινά σαν ιστορία μυστηρίου για ένα φρικτό έγκλημα και μετατρέπεται σε μία σειρά τρόμου, όπου παίζεται σε συνέχειες. Όλο το πρόγραμμα πια τροποποιείται ώστε να χωρέσουν τις εξελίξεις αυτής της ιστορίας. Μόνο που δεν πρόκειται για μυθοπλασία, αλλά για πραγματικούς ανθρώπους της κοινωνίας μας, δεν είναι έξω από εμάς. Αυτή η συνεχής επαναληπτικότητα προκαλεί μια μπαναλοποίηση της βίας, συνηθίζουμε σ’ αυτή, αλλά και εθιζόμαστε», εξηγεί στην «Εποχή» η Ιωάννα Βώβου, επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Αυτή η διαχείριση από τα ΜΜΕ, αλλά και από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, είναι πρώτα απ’ όλα επικίνδυνη για τα παιδιά, όπως επισημαίνεται, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα να προστατευτούν από αυτές τις εικόνες και πληροφορίες, που δεν γνωρίζουμε πως μπορούν να τα τραυματίσουν. Η πρακτική αυτή της συνεχούς ροής και επαναληπτικότητας είναι επιβλαβής, όμως, για όλους μας, καθώς πολλές φορές «με τον δημαγωγικό λόγο που ακούγεται ή γράφεται στα μίντια, κλείνουν το μάτι στο οργισμένο κοινό που ζητά καταδίκες που δεν υφίστανται από το Δίκαιό μας και ταυτόχρονα δημιουργούν το αίσθημα ότι παντού κρύβεται κάτι κακό, ότι κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν κτλ. Αυτός είναι ένας κόσμος που κυριαρχείται, βέβαια, από την παράνοια. Κάτι που δεν ξεκίνησε με την παρούσα υπόθεση, αλλά προϋπήρχε ως προβολή στα μίντια, προκαλώντας συνεχόμενα φόβο και ανασφάλεια στον κόσμο», τονίζει η ίδια.

Ενώ προσθέτει πως «η συνεχής παράθεση προσωπικών λεπτομερειών που δεν σχετίζονται με την υπόθεση, αλλά λειτουργούν εν είδη ψυχογραφήματος, η δραματοποίηση, οι ψηφιακές αναπαραστάσεις όπου δεν υπάρχουν πραγματικές εικόνες κτλ, θολώνουν τα όρια της δημοσιογραφίας και του δικαιώματός μας στην ενημέρωση. Τίθεται επίσης και ζήτημα σεβασμού της αξιοπρέπειας των παιδιών και των νεκρών. Μπορεί να είναι φλουταρισμένα τα πρόσωπα, αλλά βλέπουμε συνεχώς προσωπικές τους στιγμές, φωτογραφίες, βίντεο μέχρι και τρισδιάστατο ολόγραμμα σαν να έχουμε το φάντασμα του παιδιού μπροστά μας. Τι εξυπηρετεί όλο αυτό; Γιατί σίγουρα δεν εξυπηρετεί την ενημέρωσή μας. Δεν έχει πληροφοριακή αξία, αλλά συγκινησιακή μόνο».

Κάπως έτσι, λοιπόν, τις τελευταίες μέρες «με τη συνεχή αναπαραγωγή κάθε πιθανής λεπτομέρειας, τα Μέσα μάς έχουν βάλει όλους στον ρόλο του ντετέκτιβ, προκειμένου να διατηρήσουν το ενδιαφέρον μας, και έπειτα βέβαια στον ρόλο του δικαστή, που θα κρίνουμε την ποινή της κατηγορουμένης. Αυτό δεν είναι ενημέρωση, αλλά κουλτούρα κατανάλωσης της βίας σαν ψυχαγωγική σειρά», καταλήγει η Ιωάννα Βώβου.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet